Δευτέρα, 30 Απριλίου 2012

Διαπόμπευσις


Συνήθεια επικράτει κατά τους Βυζαντινούς χρόνους, ίνα, εις τους καταδικασθέντας δι οιονδήποτε παράπτωμα και προ της εκτελέσεως αυτής, χάριν μεγαλυτέρας προσβολής και προς παραδειγματισμόν του λαού, ενεργείται προσθέτως και η διαπόμπευσις. 

Η ποινή αύτη, δεν είναι των Βυζαντινών χρόνων εύρημα, αλλ` έχει την αρχήν της εις πολύ παλαιοτέρους χρόνους. Ήδη κατά την αρχαίαν Ελληνικήν εποχήν την ευρίσκομεν εφαρμοζομένην εν Σπάρτη, Βοιωτίαν, Κάτω Ιταλίαν και Μικράν Ασίαν.

Την διαπόμπευσην οι Βυζαντινοί εχαρακτήριζον δια της λέξεως πομπή ή πομπεία, της σεμνής ταύτης κατά την αρχαιότητα λέξεως λαβούσης, κατ` αντίφρασιν, κακήν σημασίαν, είτε ένεκα των κατά τας πομπάς γεφυρισμών και των εξ αμάξης σκωμμάτων, είτε ένεκα της απέχθειας των Χριστιανών προς τας επί των χρόνων των εξακολουθούσας πομπάς των εθνικών, καθ` άς περιήγοντο των θεών αγάλματα.

Επειδή εν τούτοις κατά τους Βυζαντινούς χρόνους η λέξις πομπή διετήρει και την καλήν αυτής σημασίαν, δηλούσα την τε θρησκευτική πομπήν και την επίσημον παρέλασιν, ως και τον θρίαμβον, δια τούτο η διαπόμπευσις πολλάκις και ως άτιμος πομπή εχαρακτηρίζετο ή ως κακή πομπή.



Η πρόσθετος ποινή της διαπομπεύσεως κατά τους Βυζαντινούς χρόνους επιβάλλετο εις άτομα πάσης κοινωνικής τάξεως, ως και αμφοτέρων των φύλων. Ούτως επομπεύοντο ου μόνο πολίται της κατώτατης κοινωνικής τάξεως, αλλά και άρχοντες, πολιτικοί ή στρατιωτικοί, πολλάκις ανώτερα αξιώματα κατέχοντες, προς δε και βασιλείς ακόμη. Ουδ` εξηρούντο της ατίμου περιαγωγής, μάλιστα εις εποχάς εκκλησιαστικών ερίδων, και κληρικοί, ου μόνον οι μοναχοί και οι του κατωτέρου κλήρου, αλλά και επίσκοποι και δη και πατριάρχαι. 

Διαπόμπευσις εγίνετο κατά την Βυζαντινήν περίοδον δια κλοπήν, μοιχίαν, εμπρησμόν. Η ποινή αύτη επιβάλλετο και εις τους παιδεραστάς και φθείραντες παρθένους, αφ` ού προηγουμένως ούτοι εκαυλοκοπούντο. Κατά τους μετά την άλωσιν χρόνους γνωρίζομεν ότι και αμελείς μαθηταί δημοσία επομπεύοντο.


Μετά την κουράν και την επάλειψιν του προσώπου του διαπομπευόμενου δια αιθάλης και πίσσας ανεβίβαζον αυτόν και κατ` αρχαίον έθιμον επί ζώου, κυρίως όνου, ίνα τον περιαγάγωσι, προς μεγαλύτερον δε χλευασμόν όπως λέγουσι τα κείμενα, “εξανάστροφα”, ούτως ώστε να βλέπει την ουράν, την οποίαν ενίοτε και εκράτει.

Life, 4.9.1944 (ευχαριστώ silez+ukuk)

Τον ούτως επί του όνου αναβιβασθέντα, ήτο δυνατόν να ενδύσωσι με ευτελές φόρεμα, αν μάλιστα ούτος ήτο ανωτέρας κοινωνικής τάξεως ή και να καταρρακώσωσι το φόρεμα το οποίον έφερεν ή και να περιβάλωσι με ράκη. Ακολουθούντες την υπό του νόμου πολλάκις εφαρμοζόμενην τιμωρίαν, της γυμνώσεως του πταίστου, την εφήρμοζον και κατά την διαπομπευσιν. Εγύμνουν δ` ου μόνον τους άνδρας αλλά και τα γυναίκας.
Ο λαός όμως μη αρκούμενος εις τα ανωτέρω, κι άλλους εφεύρισκε τρόπους. Ούτως αναφέρεται η διαπόμπευσις ατόμου φέροντος περί την κεφαλήν στέφανον εκ σκόρδων ή δίκην ταινίας εντόσθια βοών και προβάτων. Αλλά και κώδωνας εξήρτων εκ του τραχήλου του θριαμβευομένου, εξ ής συνηθείας και κατά τους μετέπειτα αιώνας επικρατούσης, προέκυψεν η φράσις “του κρέμασαν κουδούνια”

Εν των υβριστικών σχημάτων κατά τους αρχαίους χρόνους αλλά και κατά τους μεσαιωνικούς, ήτο ο εμπτυσμός. Και τούτον λοιπόν μεταχειρίζοντο οι παρακολουθούντες ή συναντώντες την άτιμον πομπήν, πραχωρούντες δ` έτι περαιτέρω ή ήλειφον με βόρβορον το πρόσωπο του περιαγωμένου ή με κόπρον την ρίνα αυτού ή έρριπτον κατ` αυτού ούρα και αίματα και διαφόρους ακαθαρσίας, εξ ής πράξεως παρέμειναν παρ` ημίν αι φράσεις “θα σε χέσω” ή του χεσα το γάϊδαρο”. 

Αθήνα, νόμος 4000
Άλλοι, ύβριν εις την ύβρην προσθέτοντες, ύβριζον ού μόνον τον διαπομπευόμενον, σκύλον αυτόν αποκαλούντες αλλά και αισχρά ρήματα κατά των γονέω αυτού εξετόξευον και πτύοντες τον κατήρωντο και εβλασφήμουν. Οι παρακολουοθούντες την άτιμον πομπήν, μη αρκούμενοι εις τα ανωτέρω, έβαλλον πολλάκις δια λίθων τον περιαγόμενον και έτυπτον αυτόν δια ξύλων.

Μαστιζόμενοι και λιθοβολούμενοι περιφέροντο ανά τας οδούς, των κηρύκων διαλαλούντων την αιτίαν της περιαγωγής και συνιστώντων εις τον λαόν να φοβήται τους νόμους και ν` απέχει αδίκων πράξεων ή να προστατεύει φαύλους, άλλως θα μαστίζεται και θα πομπεύεται ως ο προ των ομμάτων του περιαγόμενος.


Ο υπάλληλος ο διαλαλών το έγκλημα, χαρακτηρίζεται ως κήρυξ ή ραβδούχος, το δημώδες όμως όνομα αυτού ήτο “πλατσάριος”. Και άλλοτε μεν ήτο είς, προηγούμενος του πομπευόμενου, άλλοτε δε δύο, ων ο είς προηγείτο, ο δ` έτερος είπετο. Οι πλατσάριοι για να προκαλέσουν προς θέαν το πλήθος, εχρησιμοποίουν σάλπιγγα, τουθ` όπερ υποδεικνύει και η σημερινή φράσις “γίνηκε βούκινο” ήτοι διεπομπεύθη. 




Το κείμενο είναι συρραφή αποσπασμάτων από το έργο του Φαίδωνος Κουκουλέ, “Βυζαντινών βίος και πολιτισμός”, Γ` τόμος, σελ 184- 208. Εκδόσεις Παπαζήση

Κυριακή, 29 Απριλίου 2012

Λεβεντογέννα





Όμορφη που 'ναι η Κρήτη, όμορφη.
Έι και να 'μουνα αετός να την καμάρωνα
όλη, απ' την κορφή του αγέρα.
Παντέρμη Κρήτη πόσες γενιές φωνάζεις,
ποιος σ' ακούει;

Φοβέρα θέλει κι ο Θεός
για να κάνει το θάμα του.
Πιάσε το ντουφέκι,
πιάσε πάλι το ντουφέκι. 


Στίχοι: Καζαντζάκης Νίκος
Μουσική: Χατζιδάκις Μάνος 

Ερμηνεία: Φλέρυ Νταντωνάκη


Πέμπτη, 26 Απριλίου 2012

Κι όμως


...Κι όμως ήταν πολλοί οι άνθρωποι που
πνίγηκαν μέσα σε έναν καθρέφτη....*



η φωτογραφία από εδώ

Δευτέρα, 23 Απριλίου 2012

Η παλέτα της άνοιξης ή ένα βαθύτατα πολιτικό ποστ

Λευκά 







Κίτρινα 

Κάθε Μάρτη, κάθε Απρίλη, κάθε Μάη




Μύριζει ο κόσμος γιασεμί




Ένας ευαίσθητος Απρίλης



πορτοκαλί 

Η ΑΝΟΙΞΗ




Όσα λουλούδια έχει η άνοιξη




Απάνω στην τριανταφυλλιά




Λουλουδάκι μου





Λίγα λουλούδια αν θέλεις στείλε μου



Ροζ

Μυγδαλιά



Κάθε κήπος



Μαραμενα τα γιουλια και οι βιολες






Ήρθες σαν την άνοιξη



μοβ 

Άνοιξη μπαίνει











Γεια σου κύριε μενεξέ



Το Γιασεμί


κόκκινα




Μηλίτσα




La Primavera Allegro




ΑΝΟΙΞΗ



Η φωτογράφηση έγινε την Παρασκευή 20 και την Κυριακή 22 Απριλίου στην αυλή μου. Τα άνθη που παρουσιάζονται είναι: η αγέρωχη κάλα, οι σοβαροί και υπεύθυνοι πανσέδες, η πολυανθούσα λαντάνα που κρύβει κάποιο μυστικό, η τελευταία φρέζα που διατηρήθηκε επιμελώς στη σκιά για τις ανάγκες της ανάρτησης, μια τρελή παρέα από μαργαρίτες διαφορετικών χωμάτων και μορφής που όμως τα βρίσκουν μια χαρά μεταξύ τους, οι ανέμελες πετούνιες που επεκτείνονται ακάθεκτες, ένα αλεξανδρινός που επιζεί από τα Χριστούγεννα φιλοδοξώντας να δει και τα επόμενα, μια εύοσμη τριανταφυλλιά και μια λεπτεπίλεπτη μίνι, ένα δειλό μπούζι σε πολύ κοντινό πλάνο, το κίτρινο γιασεμί που έχει ιστορία για ποστ, η λεπτεπίλεπτη φελίτσια που αφιερώνεται στον βιβλιοθηκάριο που γιορτάζει σήμερα, δύο εκτυφλωτικές καζάνιες και το μοναδικό για την ώρα σκυλάκι που προτιμώ να αποκαλώ με το ιταλικό του όνομα, Bocca di leone.

Αξίζει να σημειωθεί ότι στη φωτογράφιση δε συμμετείχε στυλίστας. Η επόμενη, θα λάβει χώρα όταν ανθίσουν οι ιβίσκοι, η γαρδένια, το ριχόσπερμα, το αγιόκλημα οι ντάλιες, οι αμαρυλλίδες, οι γλαδιόλες και οι κρίνοι. 

Νομίζω ότι είναι περιττό να αναφέρω ότι το παρόν ποστ, είναι βαθύτατα πολιτικό,  αλλά πρέπει να υπενθυμίσω ότι καλό θα ήταν να αποφύγουμε τα λευκά. Και τα άκυρα.  


Παρασκευή, 20 Απριλίου 2012

Julius Chingono, Τέσσερα Ποιήματα



ΚΑΘΩΣ  ΒΑΔΙΖΩ

Για  γλάστρα έχω ένα παλιό τενεκεδένιο κουτί  μπογιάς.
Ποιος την αγόρασε δεν ξέρω,
τίνος το σπίτι  έβαψε δεν ξέρω.
Το άδειο τενεκεδόκουτο
το μάζεψα   στο νεκροταφείο

Για λάμπα, μια λάμπα παραφίνης,
έχω ένα άδειο μπουκάλι των 280 μιλιγκράμ,
στην ετικέτα  γράφει σαράντα τοις εκατό αλκοόλ.
Το μπουκάλι το μάζεψα από έναν σκουπιδοτενεκέ

Το φλυτζάνι  μου είναι ένα παλιό  βάζο  μαρμελάδας.  
Δεν ξέρω ποιος χάρηκε τη γλύκα της.
Το βρήκα σ’ ένα χαντάκι με νερά.

Για πιάτο μου έχω το τάσι  μιας ρόδας.
Δεν ξέρω σε τίνος αυτοκίνητο ανήκε.
Ένα παιδί  το κυλούσε στον δρόμο.

Το σπίτι μου είναι  από πλαστικές σακούλες
πάνω σε χοντρό  χαρτόνι.
Μάζεψα τις σακκούλες  που τις παράσερνε ο άνεμος.

Είναι απλά τα πράγματα.
Έτσι μαζεύω  και τη ζωή μου
καθώς βαδίζω.




ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ


Πέθανε στην εξορία
σε μακρινη και ξένη γη.
Τα νέα έφτασαν στο σπίτι.
Να θρηνήσουν το γιο τους
μαζεύτηκαν
οι δικοί του,
να φροντίσουν
να γυρίσει ο νεκρός
από τη μακρινή και ξένη γη
και μια κηδεία σεμνή
να έχει πίσω στην πατρίδα


Λεφτά δεν είχαν
να φέρουν τη σωρό
του ανθρώπου τους
από  τη μακρινή  και ξένη γη, 


Λεφτά δεν είχαν  
να στείλουνε   δικούς τους
να τον θάψουν
στη μακρινή και ξένη γη,
Κι όπως κάθονταν γύρω
από τη χλωμή φωτιά
στην πένθιμη αυλή,
εύχονταν  να ’ταν του φτωχού η ταφή,
του δικού τους,
στη μακρινή και ξένη γη
σεμνή κι όπως του πρέπει
κι όχι ένα σχόλιο  
στο κεντρικό δελτίο της τηλεόρασης.


ΑΝ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ.......

Αν δεν είναι πληθωρισμός
θα ’ναι διαφθορά.
Αν δεν είναι δωροδοκία
είναι ληστεία.
Η σύγχυση  φουντώνει.
Αν δεν είναι βιασμός
είναι δολοφονία.
Αν δεν είναι γενοκτονία
είναι ΑΙDS.
Ο πανικός θεριεύει.
Αν δεν είναι νεποτισμός
είναι δικτατορία.
Αν δεν είναι ο Μποκάσα
είναι ο Αμίν Νταντά.
Οι σκελετοί επιζούν.
Αν δεν είναι τυφώνας
είναι ξηρασία.
Αν δεν είναι η Δύση
είναι η Ανατολή
Η καταστροφή γίνεται μόνιμη.
Αφρική!
Πότε όλα αυτά θα τελειώσουν; 



ΩΔΗ Σ ΕΝΑ ΔΕΝΤΡΟ


Ο παππούς λέει
πως αυτός ο ψηλός κορμός με το πυκνό φύλλωμα
που τον λένε δέντρο
και βρίσκεται πίσω από τη γυάλινη βιτρίνα,
φύτρωνε κάποτε παντού.
Λέει μάλιστα ότι μπορούσες να ’χεις ένα δέντρο για κατοικίδιο.
Δεν πιστεύω στα λόγια του, αν και μου μοιάζει πειστικός.
Μιλάει για πυκνά μεγάλα δάση, όπου φυτρώνουν τέτοια δέντρα.
Δεν μπορώ να φανταστω τα δάση αυτά, όπου τα άγρια δέντρα
ήταν ιερό καταφύγιο για τα ζώα.
Και που πήγαν όλα εκείνα τα μυστήρια δέντρα; Τα δάση;
Ο παπούς είναι τρελός, σας λέω.
Συνήθιζε λέει να σκαρφαλώνει και να παίζει  
σ’ εκείνα τα δέντρα στην αυλή του πατέρα του.
Και θέλει να το πιστέψω! Για δείτε αυτή την κατάξερη γη!



Ο Julius Chingono γεννήθηκε το 1946 στη Χαράρε, πρωτεύουσα της Ζιμπάμπουε (πρώην Ροδεσία), όπου και πέθανε στις 2 Ιανουαρίου 2011. Δούλεψε στα ορυχεία σχεδόν όλη του τη ζωή. Στα γράμματα εμφανίστηκε με το ποίημά του My Old Shoe το οποίο ηχογραφήθηκε μαζί με ποιήματα  και άλλων ποιητών της χώρας σε δίσκο βινυλίου το 1968. Από τότε  δημοσίευσε ποιήματα, μυθιστορήματα και ένα θεατρικό έργο. Μεταξύ των έργων του, το μυθιστόρημα Chipo Changu, το θεατρικό έργο Ruvimbo(1980), ποιήματα Flags of Love (1983) και το Not Another Day, διηγήματα και ποιήματα 2006.

Έγραψε στην τοπική γλώσσα Shona αλλά και Αγγλικά με  χιούμορ, ειρωνεία και κοφτερή ματιά για όσα συμβαίνουν στη χώρα του, για  τη διαφθορά και την υποκρισία. Οι ήρωές του, φτωχοί και περιθωριακοί τύποι, αντιμετωπίζουν τις κακουχίες,  την τραγωδία της ζωής τους και τη βία, με δύναμη, κουράγιο και χιούμορ.


Στην τελευταία του συνέντευξη είχε τονίσει ότι οι άνθρωποι πρέπει να ζουν σε αρμονία μεταξύ τους και η καταπολέμηση της φτώχειας να είναι η κύρια μέριμνα όλων μας. Αυτή η λεπτότητα αισθημάτων είναι έντονη στα γραπτά του και η  γεμάτη πάθος πίστη του στα ανθρώπινα δικαιώματα δίνει σε πολλά κείμενά του τη  μορφή διαμαρτυρίας.



Τα ποιήματα του Julius Chingono μετέφρασε η Μαρία Βιστωνίτη. Δημοσιεύονται  στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού POETIX που μόλις κυκλοφόρησε. Την ευχαριστώ  που μού έδωσε την άδεια  να τα αναδημοσιεύσω.




η πρώτη εικόνα από εδώ, η δεύτερη από εδώ.

Τρίτη, 17 Απριλίου 2012

"μα εγώ σαν τ' αηδονάκι παίζω με το θάνατο"



Ο Λιάς πριν στήσει το μπαρ ήταν ψαράς. Πώς του ήρθε να αφήσει τα δίχτυα και να πιάσει το σέικερ ένας Θεός το ξέρει. Το έκανε πάντως και ήταν γεμάτο από την πρώτη χρονιά, κυρίως γιατί ήταν καλό το σημείο. Τι καλό; Το καλύτερο στο Αιγαίο. Το μαγαζί φάτσα στο νοτιά, ένα βράχος και κάτω η θάλασσα. Όταν δεν χτυπιόμασταν μέσα στο χορό, αράζαμε έξω στα τραπέζια που έγερναν στην κατηφοριά ή κάτω, χύμα στα βράχια. Με τα μάτια σταθερά στον ουρανό που Αύγουστο έβρεχε αστέρια, ή ευθεία στη θάλασσα περιμένοντας να περάσει μπροστά μας το καράβι της γραμμής, αργά, με κράτει τις μηχανές, ολόφωτο στο σκοτάδι. Μετά τη ρέμβη και τη ρομαντζάδα, πάλι μέσα να χορεύουμε ιδρωκοπώντας κάθε νύχτα μέχρι το ξημέρωμα. Κάθε ξημέρωμα.

Τα “ξένα” δεν άρεσαν στον Λιά. Με τα χρόνια βέβαια τα συνήθισε και τον έβλεπες πίσω από τη μπάρα να σερβίρει και να κουνιέται άτσαλα στο ρυθμό τους. Εκείνος ήθελε να βάζει μόνο νησιώτικα ή λαϊκά μα όποτε επιχείρησε ν` αλλάξει το πρόγραμμα, πλάκωναν οι ντόπιοι, κατέβαζαν μια θάλασσα ρακές, έσπαγαν στο τσακίρ κέφι όλο το μαγαζί  κι οι “ξένοι” βέβαια την έκαναν κανονικά. Έτσι το πήρε απόφαση και το πρόγραμμα ήταν αποκλειστικά “ξένο”. Με μόνη εξαίρεση το τελευταίο κομμάτι. Πάντα το ίδιο. Το αγαπημένο του. Ήταν το “δι ευχών” της νύχτας, αλάθητο σημάδι ότι μετά από λίγο το μαγαζί θα έκλεινε. Άκουγες την εισαγωγή με το μπουζούκι και έτσι καταλάβαινες ότι κι αυτή η νύχτα είχε τελειώσει κι ας είχε από ώρα αρχίσει να ξημερώνει.

Τότε, πάντα κάποιος από μας τους λιγοστούς τελευταίους θαμώνες σηκωνόταν, στηνόταν στο κέντρο του μαγαζιού, άπλωνε τα χέρια, χαμήλωνε τον κορμό και ζύγιζε για λίγο το ρυθμό. Στους πρώτους στίχους του Μάριου Τόκα κινιόταν αργά από το κάστρο του Πλαταμώνα και τα φαναριώτικα μονοπάτια, στα Σαλονικιώτικα σοκάκια. Ράθυμα μαζευόμασταν γύρω του γονατίζαμε και χτυπούσαμε παλαμάκια κι ο ζεστός γαρμπής που φυσούσε έξω χωρίς να το καταλάβουμε γύριζε σε παγωμένο Βαρδάρη. Μετά από λίγο στο ρεφρέν, ο μοναδικός χορευτής, σε αυτό το ανείπωτα πονεμένο, το διπλό “σ` αναζητώ”, άρχιζε τις στροφές, άπλωναν κι άλλο τα χέρια του, γύριζε δερβίσης με κλειστά τα μάτια, γύριζε χάνοντας τον κόσμο, γύριζε, γύριζε κι ήμασταν κι εμείς με κλειστά μάτια γύρω του χαμένοι στο μέσα μας ο καθένας, γιατί για πες μου αλήθεια ποιός δεν έχει έστω και μια φορά, αναζητήσει σεκλετισμένος ξημερώματα στη Σαλονίκη ή αλλού μια αγάπη; Ποιος δεν έφτασε μέχρι την αυγή, μισός, από “το μαχαίρι που στα δύο μας χωρίζει”; Κι ήταν η φωνή του Μητροπάνου που μας τα θύμιζε όλα τα παλιά μεράκια, τα αρχαία σεκλέτια, τα ξεχασμένα, ξύνοντας γλυκά πληγές και ξεσηκώνοντας ιστορίες από καιρό λησμονημένες. Και λιώναμε. Λιώναμε, όχι από το ξενύχτι ή το μεθύσι μα από βαρύ σεβντά, εμείς που μέχρι πριν από λίγο χτυπιόμασταν με τα “ξένα”.

Ο Λιάς πίσω από το πάγκο, σα βουρκωμένος από τους δικούς του σεβντάδες, στεκόταν ακίνητος με την πετσέτα χωμένη μέσα σε καθαρό ποτήρι, χωρίς να το σκουπίζει. Με το βλέμμα του πάνω μας αλλά φευγάτο, τραγουδούσε δυνατά και φάλτσα πατώντας στη φωνή του Μητροπάνου. Τέρμα το έβαζε πάντα αυτό το τελευταίο τραγούδι, το αγαπημένο του, να τραντάζονται τα ηχεία, να αντηχεί στους πέτρινους τοίχους του μπαρ, να βγαίνει από την ανοιχτή πόρτα έξω στο κόκκινο πρώτο φως της μέρας, να ξεφεύγει από το βράχο και να φτάνει ατόφια, στιβαρή μέχρι τα καΐκια που γύριζαν εκείνη την ώρα φορτωμένα τη ψαριά της νύχτας. Μεράκλωναν κι οι ψαράδες και καμιά φορά, έστελναν από μακριά απόκριση, το δικό τους “παρών” στο σεβντά, με τη σειρήνα.

Άμα έσβηνε η φωνή στο “δοξάρι” κι η μουσική λίγο μετά, ο Λιάς σκούπιζε το ποτήρι, το άφηνε στο ράφι, έκλεινε τα “μαραφέτια” κι έπιανε το λουκέτο να κλειδώσει το μαγαζί με ένα “άντε καλημέρα” σε μας που παίρναμε το χωματόδρομο για τα δωμάτια, αργά κι αμίλητοι. Ύστερα από λίγα βήματα όλο και κάποιος ξεκινούσε να μουρμουρίζει ”Σε μια στοίβα καλαμιές”. Το τραγουδούσαμε όλοι μαζί, έπειτα έπαιρνε σειρά το “Πες μου που πουλάν καρδιές” , σε αυτό ρίχναμε και μια γυροβολιά χωρίς παλαμάκια, η γυροβολιά έφερνε το Δώσε μου φωτιά να ανάψω μετά ερχόταν το Σ` αγαπώ σαν αμαρτία, φυσικά το Κάνε κάτι να χάσω το τραίνο -αλλάζοντας βέβαια μέσα μας το "τραίνο" του τραγουδιού με το "καράβι" της επιστροφής μας- και καταλήγαμε αντί στα δωμάτια, στην παραλία να επαναλαμβάνουμε με αλλόκοτο πείσμα: Αλίμονο αλίμονο, αλίμονο, πολύ περισσότερες φορές από όσες κανονικά λέει το τραγούδι. Μα αυτό το “αλίμονο” δεν πήγαινε σε μας. Γιατί εμείς μετρούσαμε και βρίσκαμε ότι είχαμε αγαπήσει πολύ, ήμασταν δακρυσμένοι από ώρα και δίπλα μας είχαμε την ομορφιά της ζωής σε μια παρέα, μπροστά μας είχαμε την ομορφιά της ζωής σε μια θάλασσα και σε έναν ήλιο που ήταν ήδη ψηλά.



Σήμερα που ο Χάρος βγήκε παγανιά και πήρε το Μητροπάνο, το αηδονάκι που έπαιζε με το θάνατο, κάθομαι όπως κι εσείς κι ακούω και ξανακούω τα τραγούδια του. Το καλοκαίρι στο Νησί, την πρώτη νύχτα λογαριάζω να παραγγείλω στο Λιά να αλλάξει το τελευταίο “Σ` αναζητώ” - έστω για μια φορά- με το καινούριο του Κραουνάκη το “Να σβήσει αυτό το φως”. Να το ακούσουμε αξημέρωτα με τέρμα ένταση, ήσυχοι, καθισμένοι μέσα στο μπαρ κι όταν θα λέει ο Μητροπάνος “εδώ θέλω έναν ήχο μικρό σαν βήμα σου ξυπόλητο/ να πάρει χρόνο η καρδιά...” να βγούμε έξω, όλοι  οι τελευταίοι θαμώνες της νύχτας κι ο Λιάς μαζί μας κι από το βράχο, να βουτήξουμε στη θάλασσα. Στο “σκοτάδι απόλυτο”. Έτσι, σαν καθυστερημένο αποχαιρετισμό.  


update: Διαβάστε,  Ούτε ο Μητροπάνος άκουγε Σημίτη της Ναταλί Χατζηαντωνίου

Κυριακή, 15 Απριλίου 2012

Το Λαμπρόψωμο


Μη με ρωτήσεις πώς την έλεγαν τη μικρή, ούτε από ποιο νησί ξεκίνησε. Είναι χρόνια τώρα που άκουσα αυτή την ιστορία και δεν καλοθυμάμαι λεπτομέρειες. Πάντως κάθε Πάσχα τη σκέφτομαι κι ας έχει πεθάνει εδώ και πολλά χρόνια στην άλλη άκρη της γης. Από αυτή την ιστορία μού έμεινε πιο πολύ μια εικόνα, αυτή του αδελφού της που...μα καλύτερα είναι να τα πάρουμε με τη σειρά.

Το νησί, ένα από τα Δωδεκάνησα. Κάσος, Κάρπαθος, θα σε γελάσω. Αρχές του περασμένου αιώνα. Γύρω στο 1908. Μπορεί όμως να ήταν και το 1912. Ήρθε με γράμμα προξενιό για την κόρη και την ετοίμασαν αμέσως για Αργεντίνα: ένα μπαουλάκι με λίγα προικιά και το νυφικό της που ήταν ήδη ραμμένο. Φτωχοί άνθρωποι, στενεμένοι. Από τη μια πίστευαν ότι αυτή ήταν η τύχη της κόρης τους και από την άλλη λογάριαζαν ότι έτσι στο σπίτι θα είχαν ένα στόμα λιγότερο να χορτάσουν.

Μόνο του θα έφευγε δεκατεσσάρων χρονών κορίτσι. Να περάσει πρώτα το Αιγαίο, μετά όλη τη Μεσόγειο και ύστερα λοξά τον Ατλαντικό για να φτάσει εκεί κάτω, στο Μπουένος Άιρες και στον γαμπρό που δεν τον είχε δει ποτέ της παρά μόνο σε φωτογραφία.

Μπάρκαρε απόγευμα με κλάματα στο μεγάλο καΐκι. Σάββατο του Λαζάρου. Σπάραξε η μικρή, σπάραξε κι η μάνα της, μα πιο πολύ ο μικρός της αδελφός που της είχε μεγάλη αδυναμία και στα 10 του δεν καταλάβαινε γιατί έπρεπε να την αποχωριστεί έτσι στα ξαφνικά και μάλιστα “για πάντα” όπως έλεγαν βουρκωμένοι οι μεγάλοι.

Το καΐκι κανονικά θα σάλπαρε την επόμενη, το πρωί των Βαΐων,   για Πειραιά. Έβαλε όμως καιρό κι ο καπετάνιος σκέφτηκε να μην το ριψοκινδυνέψει και αποφάσισε να περιμένει αρόδο στο λιμάνι μέχρι να καλμάρει κάπως. Η φουρτούνα όμως αντί να πέσει, μέρα με τη μέρα δυνάμωνε κι έτσι όλη τη Μεγάλη Βδομάδα παρέμεινε -Ταξιάρχης θαρρώ πως ήταν το όνομα του καϊκιού – στο λιμάνι.

Την έβλεπαν από μακριά, στην κουπαστή. Στεκόταν ασάλευτη κοιτάζοντας το νησί, με τις κοτσίδες της να τις παίρνει ο αέρας. Μακρύς κι ατέλειωτος ο αποχαιρετισμός. Άκουγε τις πένθιμες καμπάνες, άκουγε τους ψαλμούς από την εκκλησία και προσπαθούσε να διακρίνει μέσα στην κίνηση τους δικούς της που κουτσά στραβά συνέχιζαν τη ζωή τους αλλά με το μάτι τους πάντα στραμμένο στο καΐκι που ήταν η μικρή. Κι εδώ που τα λέμε, ίσως βαθιά μέσα τους, ανομολόγητα να παρακαλούσαν να πέσει ο καιρός, να σαλπάρει επιτέλους ο Ταξιάρχης, να φύγει η "νύφη", για μπορέσουν να τη λογαριάζουν  οριστικά πια με τους άλλους ξενιτεμένους. Γιατί αυτό το “ούτε μαζί, μα ούτε και μακριά” είναι βάσανο που δεν το αντέχει ο άνθρωπος.

Όσο για τον μικρό, όλες εκείνες τις μέρες της αναμονής του απόπλου, τον έχαναν. Όλο στο μώλο βρισκόταν ή πιο πέρα σε ένα βράχο. Σκαρφάλωνε και καθόταν εκεί με τις ώρες ίσα- ίσα για να την βλέπει, έστω κι από μακριά. Άμα τον έπαιρνε είδηση, τον χαιρετούσε. Της απαντούσε αμέσως κι εκείνος σαν τρελός. Κουνούσε χέρια, χοροπηδούσε κι ήταν σωστό γλαροπούλι πάνω στο βράχο έτοιμο να πετάξει ως καΐκι και την αδελφή του.

Τη μέρα της Λαμπρής πάλι τον έχασαν. Μα εκτός από αυτόν, από το σπίτι έλειπε και το λαμπρόψωμο που είχε ζυμώσει η μάνα τους, που μύριζε μαχλέπι, μαστίχα και γλυκάνισο κι ήταν ωραία στολισμένο με ένα μεγάλο σταυρό, μπόλικο σουσάμι και με ένα κόκκινο αυγό στη μέση. 


Πρώτα πήγαν στον βράχο μα δεν ήταν εκεί. Μετά έτρεξαν στο μώλο. Είδαν τα ρούχα του πεταμένα χάμω κι ύστερα τον ίδιο μεσ` τη θάλασσα να κολυμπάει αργά προς το καΐκι. Με το ένα χέρι έκανε απλωτές και με το άλλο κρατούσε στο κεφάλι το λαμπρόψωμο προσεκτικά να μη βραχεί. Μέσα στα κύματα πότε χανόταν το κεφάλι του – λες και τον κατάπινε η θάλασσα- και πότε φαινόταν ψηλά. Η μικρή τον περίμενε· είχε σκύψει από την κουπαστή, του άπλωνε τα χέρια να του δώσει κουράγιο και κάποιες στιγμές νόμιζαν πως κι εκείνη θα βουτήξει στα νερά για να τον συναντήσει.

Με τα πολλά έφτασε στον Ταξιάρχη. Κάποιος από το πλήρωμα έριξε ένα μπουγέλο κι ο μικρός έβαλε μέσα το λαμπρόψωμο. Το τράβηξε πάνω ο ναύτης και της το έδωσε. Ο μικρός λαχανιασμένος της φώναξε από τη θάλασσα “Χριστός Ανέστη” και την αποχαιρέτισε για μια ακόμα φορά. Εκείνη από την κουπαστή, με το λαμπρόψωμο σφιχτά στην αγκαλιά της,  του είπε “Αληθώς ο Κύριος” κι ύστερα έβαλε τα κλάματα που ο μικρός την σκέφτηκε κι έκανε τόσο δρόμο μέσα στα κύματα για να της πάει το πεσκέσι. Μόνο τα δάκρυά του δεν μπορούσε να ξεχωρίσει έτσι όπως γινόταν ένα με τη θάλασσα.

Η άλλη μέρα ξημέρωσε γαλήνη. Όταν σηκώθηκαν το πρωί, το καΐκι ήδη ήταν φευγάτο. Μετά από μέρες έφτασε Πειραιά κι ύστερα από μήνα και βάλε με μεγάλο καράβι, πάτησε το πόδι της στο Μπουένος Άιρες. Παντρεύτηκε, έκανε παιδιά, τα ανάστησε. Μεγάλωσαν  και με τη σειρά τους παντρεύτηκαν κι έκαναν  κι αυτά παιδιά. Γέρασε και δεν ξαναγύρισε ποτέ στο νησί κι ούτε ξανάδε  τον αδελφό της.

Όταν πλησίαζε πια στο τέλος, έχοντας περάσει τα 80, ζήτησε από τους δικούς της, να της βάλουν μέσα στην κάσα, όταν θα ερχόταν εκείνη η ώρα, το κόκκινο αυγό. Εκείνο το μοναδικό κόκκινο αυγό που στόλιζε το λαμπρόψωμο που της έφερε κολυμπώντας ο αδελφός της μέχρι τον Ταξιάρχη. Το έβγαζε πότε- πότε από το κουτί που το είχε φυλαγμένο εβδομήντα τόσα χρόνια και το κρατούσε στα χέρια της. Το έβρισκε ελαφρύ. Το κουνούσε και μέσα του ηχούσε ο κρόκος, κεχριμπάρι πια. Ύστερα καθόταν με τις ώρες και κοίταζε το ξεθωριασμένο κόκκινο με τα στίγματα. Τα ακουμπούσε ένα ένα με το δάχτυλο και τα ονομάτιζε  με τη σειρά: “αυτό είναι το δάκρυ του μικρού, αυτό από τα νερά του νησιού, αυτό από το δάκρυ του αδελφού, αυτό...”