Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2012

Hurricane Sandy, η πορεία

Λεωφόρος Μαλεκόν Αβάνα, Κούβα 25/10
φωτο:Ramon Espinosa/AP Photo


.Σαντιάγο, Κούβα φωτο: Desmond Boylan/REUTERS

Kingston, Τζαμάικα, φωτο: Collin Reid/AP 


Άγιος Δομίνικος, 27/10, φωτο από εδώ 


Άγιος Δομίνικος, 26/10 φωτό: Roberto Guzman/Xinhua


Nags Head, N.C., Saturday, 27/10 φωτο: Gerry Broome / AP 

Ατλάντικ Σίτι, N.J. 28/10 φωτο:Mario Tama, Getty Images 


Nags Head, N.C. 28 Οκτωβρίου φωτο: Gerry Broome/AP 

Ατλάντικ Σίτι, NJ φωτο: AP / SL 


Μπαράκ Ομπάμα βαδίζοντας προς τον Λευκό Οίκο, 29/10 
φωτο:Jacquelyn Martin/AP Photo

Brooklyn Bridge Νέα Υόρκη, 29/10 
φωτο:Spencer Platt, Getty Images  

Το εργοτάξιο στο Ground Zero, Νέα Υόρκη 29/10 
φωτο:John Minchillo, AP

Manhattan Bridge, Μπρούκλιν, Νέα Υόρκη 
29/10 φωτο: Bebeto Matthews, AP  

Κατάρρευση όψης κτιρίου 14ης οδού και 8ης Λεωφόρου,
29/10 στην Νέα Υόρκη φωτο: AP 

Η βύθιση του HMS Bounty στις ακτές τις βόρειας Καρολίνας 
φωτο:Tim Kukl/EPA

Peggoty Beach, Scituate, Μασαχουσέτη 29/10 φωτο:Elise Amendola, AP  

Pennsylvania Avenue,Ουάσινγκτον 29/10 
φωτο:J. Scott Applewhite /AP



Queens, Νέα Υόρκη 30/10  φωτο: Xinhua /Landov / Barcroft Media 

Brooklyn, Νέα Υόρκη 30/10 
φωτο: KIRSTEN LUCE, THE NEW YORK TIMES 

Μπαλκ Άουτ, Νέα Υόρκη 30/10 φωτό: Reuters








Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012

Πάνω από όλα...

.

...έχει ένα ωραίο φεγγάρι απόψε. 

(κάποιοι βέβαια θα πουν μετά ότι  η υγρασία 
ήταν υπεύθυνη για τους ομόκεντρους κύκλους)

Αpres un reve, Faure, Joshua Bell


Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2012

Ο Σοφοκλής...

.
«Δεν θεωρούμε ότι ο Σχορτσιανίτης, σύμφωνα με τα πρότυπα της ελληνικής φυλής, είναι Ελληνας. Δεν είναι Ελληνας. Πρέπει να είναι και οι δύο γονείς του Ελληνες και να ανήκουν στην ευρωπαϊκή φυλή. Αυτό θεωρούμε εμείς. Αν θεωρείτε εσείς τον Σχορτσιανίτη Ελληνα, πάρτε τον στο δικό σας κόμμα».


Την εικόνα του πρακτορείου www.intime.gr , πρώτη ύλη για το photoshop, τη βρήκα εδώΤο κείμενο, από εδώ
Διαβάστε επίσης: Έχει η Ευρώπη Μεξικό; 



update:Αν ακόμα και ο ρατσιστής έχει μέσα στην τρικυμία του εγκεφάλου του το όριό του, αν ακόμα και ο ρατσιστής δεν βλέπει τον σταρ σαν μαύρο, αλλά σαν σταρ, ο βουλευτής της Χρυσής Αυγής δεν καταλαβαίνει από τέτοια και βρίσκεται πέντε σκαλιά πιο πέρα, στο δικό του ιδεοληπτικό σύμπαν. Και αν κάνουμε την οδυνηρή παραδοχή πως στο θέμα της μετανάστευσης η Χρυσή Αυγή βρήκε προνομιακό πεδίο και χτύπησε ρατσιστική φλέβα καθώς η εχθρική ρητορική προς τον εξαθλιωμένο ξένο βρίσκει απήχηση, η ρητορική κατά του Σχορτσανίτη αποτελεί αυτογκόλ”...του Old Boy  δημοσιευμένο στο unfollow

Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2012

Το CD (εικονογραφημένο)

Έψαξε ο ίδιος  


παντού.

Σε κάθε πιθανό 

 κι απίθανο σημείο.

Συντετριμμένος προσευχήθηκε να το βρει,

Πέρασε νύχτες άυπνος, αλλά το πρωί,

 συνέχιζε ακάθεκτος την έρευνα. 

Έψαχνε όχι μόνο εκείνος, 

μα κι όλοι οι άνθρωποι γύρω του.


Το CD της Χριστίνας...

 ...ήταν άφαντο. Τότε απελπισμένος φώναξε:


και ήταν η αλήθεια. 



Διαβάστε: Χρέη και λίστες, από το Ερυθρό Καγκουρώ 

Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2012

O Captain! My Captain!

.

"...Και δεν θέλω καν να σκεφθώ τι θα συμβεί, αν αυτήν την ώρα δεν κρατήσω σταθερά το τιμόνι. Κοιτάζω μόνο μπροστά ζητώντας τη μεγαλύτερη δυνατή ενότητα. Θα σώσουμε την Ελλάδα όσοι τολμήσουμε."



-το κείμενο από εδώ
-η εικόνα, προ photoshop, από εδώ
-ο τίτλος, από εδώ

Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

Ο... που γεννήθηκε σε βενζινάδικο


Ήταν τζιν. Με τιράντες, πολλές τσέπες και μεταλλικά κουμπιά στα πλάγια. Κλασσική φόρμα εργασίας, φαρδιά και άνετη. Μπροστά, πάνω από τη μεγάλη τσέπη στο στήθος είχε το λογότυπο γνωστής εταιρείας πετρελαιοειδών. Μόλις την είδα άρχισα να σκέφτομαι τί θα μπορούσα να περικόψω από τα έξοδά μου ώστε να μπορέσω να την αγοράσω με το περιορισμένο χαρτζιλίκι μου. Οι  υπολογισμοί που έκανα κατέληξαν σε αίσιο αποτέλεσμα: αν έκοβα  καφέδες, το ένα θερινό σινεμά τη βδομάδα και αν μερικές φορές, αντί να παίρνω  λεωφορείο, επέστρεφα στο σπίτι της θείας που με φιλοξενούσε με τα πόδια, ναι, θα μπορούσα να την αγοράσω.

Είχα έρθει στην Αθήνα καλοκαίρι για φροντιστήριο ώστε να ξεκινήσω από Σεπτέμβρη πανέτοιμος τη δευτέρα Λυκείου κι από την αρχή η οδηγία των γονιών ήταν λιτή και σαφής: “Διάβασμα, διάβασμα κι όχι περιττά έξοδα”. Την επανάλαμβαναν δε, σε κάθε ένα από τα τακτικά τους τηλεφωνήματα. “Αιματηρές οικονομίες λοιπόν”, σκέφτηκα και μετά από λίγο έβγαινα από το μαγαζί με τη φόρμα διπλωμένη στη σακούλα.

Την επόμενη της αγοράς, αλλά και όλες τις μέρες μέχρι να τελειώσουν τα μαθήματα και να επιστρέψω στη μικρή μας πόλη, φυσικά φορούσα την καινούρια μου φόρμα που αμέσως πρόσεξαν οι Αθηναίοι συμμαθητές μου. Κάποιος μάλιστα με πλησίασε την πρώτη μέρα και αφού μού είπε ότι του άρεσε πολύ -εκείνη την εποχή ακόμα δε λέγαμε ούτε “άπαιχτη” ούτε “γάματη”- με ρώτησε από πού την αγόρασα.

Αντί να δώσω τη διεύθυνση του καταστήματος -ήταν ένα μικρό μαγαζί στους Αμπελόκηπους, πολύ κοντά στο φροντιστήριο- γύρισα και του είπα αναστενάζοντας: “Αχ...αυτή η φόρμα...μεγάλη ιστορία” έχοντας κατά νου, πρώτα να εκθέσω τις περικοπές που είχα επιβάλει στον εαυτό μου ώστε να την αποκτήσω και μετά να απαντήσω στην ερώτησή του.

Θες γιατί το ύφος του ήταν έκπληκτο μόλις ξεστόμισα το “μεγάλη ιστορία”, θες γιατί ντράπηκα τελικά να μιλήσω για περικοπές και στερήσεις σε μια εποχή που δεν ήταν και τόσο συνηθισμένες και που σίγουρα δεν θα συμμεριζόταν, άρχισα να λέω -κάπως διστακτικά στην αρχή- το παραμύθι που μού κατέβηκε εκείνη τη στιγμή.

Ξέρεις...είναι πολύ παλιά. Είναι δώρο. Για την ακρίβεια το πρώτο δώρο που πήρα στη ζωή μου”. Είδα ότι το ενδιαφέρον του μεγάλωσε, οπότε συνέχισα απτόητος. “Όταν έφτασε η ώρα να γεννήσει η μητέρα μου, στο δρόμο για το μαιευτήριο, το αυτοκίνητο του πατέρα μου κόντευε να μείνει από βενζίνη. Κι ενώ η μητέρα μου πονούσε στο πίσω κάθισμα εκείνος άρχισε με τη ψυχή στο στόμα να ψάχνει για βενζινάδικο. Ήταν τυχερός, γιατί μετά από λίγο βρήκε αλλά καθώς εγώ ήμουν βιαστικός, την ώρα που  ξεκλείδωνε το καπάκι του ρεζερβουάρ, άκουσε τη μητέρα μου να φωνάξει: "Γρήγορα! Γεννάωωω”.

Στο σημείο αυτό ο συμμαθητής μου είχε πια γουρλώσει τα μάτια και άλλοι δυο -τρεις που μας είχαν πλησιάσει άκουγαν την ιστορία με ομολογουμένως μεγάλο ενδιαφέρον. Θεώρησα ότι ήταν η κατάλληλη στιγμή να κάνω μια παύση. Η παύση λειτούργησε και το κατάλαβα γιατί, πριν τελειώσει ο χρόνος της που είχα αποφασίσει να της δώσω, ένας είπε ανυπόμονα:”Και μετά; Τί έγινε μετά;”

Πήρα ανάσα και συνέχισα: “Τότε ο πατέρας μου και ο βενζινάς, άφησαν ο ένας τα κλειδιά κι ο άλλος την αντλία και έτρεξαν προς το μέρος της. Λίγο μετά, εκεί στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου μας, με λίγη βοήθεια, ήρθα στον κόσμο. Κι ενώ ο πατέρας μου είχε αγκαλιάσει τη μητέρα μου, εμένα με κρατούσε στα χέρια του, που ήταν λερωμένα με λάδια, ο βενζινάς. Ήταν πολύ συγκινημένος γιατί όπως είπε στους γονείς μου, ήταν μεγάλη τύχη γι αυτόν και την επιχείρησή του να γεννηθεί ένα παιδί στο βενζινάδικό του. Τους πρότεινε μάλιστα να με βαφτίσει και ίσως τελικά να είχαν δεχτεί, αν δεν είχαν ήδη δώσει υπόσχεση στον άνθρωπο που έγινε αργότερα νονός μου.”

Κι η φόρμα που κολλάει;” με διέκοψε τότε ο συμμαθητής μου. Καταλαβαίνοντας ότι το είχα παρακάνει με λεπτομέρειες, συνέχισα ρωτώντας τον κάπως αυστηρά: “Δεν ξέρεις ότι στα μωρά όταν γεννιούνται όλοι κάνουν δώρα;” Περίμενα να γνέψει καταφατικά και τότε κατέληξα: “ Ο βενζινάς λοιπόν που εκείνη τη στιγμή δεν είχε τίποτα να μού χαρίσει, έδωσε στους γονείς μου αυτή τη διαφημιστική φόρμα που την είχε από την εταιρεία καυσίμων και ευχήθηκε να μεγαλώσω γρήγορα και να τη φορέσω.”

Όπως ήταν φυσικό, η ιστορία διαδόθηκε αμέσως στο φροντιστήριο. Πολύ σύντομα δεν υπήρχε μαθητής, όχι μόνο στο τμήμα μου αλλά και στα άλλα, που να μην ήξερε ότι εγώ είδα το φως της μέρας, στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου μας που κόντευε να μείνει από βενζίνη, δίπλα σε μια αντλία και ότι αυτή η φόρμα που φορούσα συνέχεια, ήταν δώρο του βενζινά που με πρωτοκράτησε νεογέννητο στα λερωμένα από λάδια χέρια του.

Από τη μια στιγμή στην άλλη και σε αντίθεση με την αρχή που περνούσα απαρατήρητος, άρχισαν να δείχνουν όλοι -και κυρίως όλες- ενδιαφέρον για τον επαρχιώτη συμμαθητή τους. Έτσι δε με συνέφερε, και φυσικά δεν αποκάλυψα την αλήθεια παρά μόνο την τελευταία μέρα των μαθημάτων όταν πλέον τους αποχαιρετούσα. Αρνήθηκαν  να με πιστέψουν. Προτιμούσαν να κρατήσουν την πιο ενδιαφέρουσα  εκδοχή της προέλευσης της φόρμας που τους διηγήθηκα από την αληθινή, πλην όμως πεζή· την αγορά της από ένα μικρό κατάστημα των Αμπελοκήπων. Πιστεύω μάλιστα ότι αν κάποιος από αυτούς με θυμάται ακόμα μετά από τόσα χρόνια, σίγουρα θα του διαφεύγει το όνομά μου και θα με ανακαλεί στη μνήμη του ως "ο ...που γεννήθηκε σε βενζινάδικο".




Θυμήθηκα αυτή την ιστορία διαβάζοντας ότι πριν από λίγες μέρες ένα αγοράκι 
γεννήθηκε στο μετρό στη Φιλαδέλφεια. 

Η εικόνα, από εδώ.

Σάββατο, 20 Οκτωβρίου 2012

(Λίγοι ακόμα) Επιβάτες

Ξέρω! Κοιτάζεις την εικόνα και σκέφτεσαι κάτι που έχει αφετηρία τον ύπνο και καταλήγει στο θάνατο. Δικαιολογημένα. Φταίει βλέπεις το crop που επίτηδες έδιωξε τους άλλους επιβάτες γύρω της και την άφησε μόνη, να κοιμάται στα σκληρά τραπεζοκαθίσματα, σταβέντο, πλαισιωμένη από τις λευκές τους επιφάνειες. Εγώ πάλι στάθηκα πιο πολύ στην άγρια ουλή στο αριστερό της πόδι. Σκέφτηκα ότι κάποια στιγμή βρέθηκε ξαπλωμένη σε χειρουργικό τραπέζι επαρχιακού νοσοκομείου, με την ίδια γαλήνια έκφραση μετά από ολική αναισθησία, για εγχείρηση χιαστών συνδέσμων. Ή μηνίσκου. Φταίει βλέπεις που στα δώδεκα είχα διαβάσει σε  σύντομο βιογραφικό σημείωμα για τον Ernest Hemingway μια φράση που έλεγε: “Είχε τόσες ουλές που μπορούσες να διαβάσεις πάνω στο σώμα του την ιστορία της ζωής του”.

Καραδοκούσα επί ώρες να αλλάξει θέση. Εκεί που καθόταν αρχικά, στον ήλιο, ήταν εξαϋλωμένος από το φως και τις αντανακλάσεις του. Δεν τον άκουσα να μιλάει, δεν τον είδα να διαβάζει κάτι ώστε να έχω ένδειξη για την εθνικότητά του. Ούτε εικασίες κατάφερα να κάνω. Κάποια στιγμή, προς το τέλος του ταξιδιού πια, μεταφέρθηκε κάτω από το στέγαστρο του καταστρώματος, στη σκιά. Τότε -με ένα μυστήριο τρόπο- κατάλαβα ότι ήρθε για πρώτη φορά στην Ελλάδα, νεαρός στα τέλη της δεκαετίας του `60 κι από τότε συνέχισε να έρχεται κάθε καλοκαίρι.  

Η Jackie!”, σκέφτηκα μόλις έστριψα το βλέμμα και την πρόσεξα, ανεβαίνοντας την καραβίσια σκάλα για το τελευταίο κατάστρωμα. Ύστερα, στο σπίτι πια, είδα δεκάδες φωτογραφίες της Jackie, σε νεαρή ηλικία, σε κάπως πιο προχωρημένη, φωτογραφίες επίσημων περιστάσεων, άλλες πιο χαλαρές, προσωπικών στιγμών ή στα λιγοστά αυθόρμητα στιγμιότυπα που εντόπισα. Δεν υπήρχαν εμφανείς ομοιότητες. Πρώτο και κύριο: η αληθινή Jackie, δεν εμφανίστηκε παρά μία και μοναδική φορά με ανάκατα μαλλιά -σε όλες τις άλλες φωτογραφίες, ακόμα κι όταν είναι χαλαρό το χτένισμά της, ήταν απόλυτα τιθασευμένο. Επομένως, ή έκανα λάθος, ή η στάση της γυναίκας στο τελευταίο κατάστρωμα -η στροφή του κορμού, τα χέρια ανέμελα στις τσέπες του τζιν, τα μεγάλα γυαλιά και το χαμόγελο- είχαν μια απροσδιόριστη γεύση από την δεκαετία του `60. 

Δεν έμαθα το όνομα του καλοκάγαθου γίγαντα που τράβηξε την προσοχή όλων και δέχτηκε τα χάδια των περισσότερων. Χωρίς βαρελάκι με κονιάκ κρεμασμένο στο λαιμό του, χωρίς αποστολή να σώσει ταξιδιώτες χαμένους σε χιονισμένες πλαγιές, πολύ μακριά από το μοναστήρι του Αγίου Βερνάρδου στις Ελβετικές Άλπεις όπου δημιουργήθηκε η φυλή του από μοναχούς. Αραχτός στο κατάστρωμα σε όλη τη διάρκεια του ταξιδιού, ανάσανε κοφτά στη ζέστη του Οκτώβρη κι ανέμενε υπομονετικά  τον κατάπλου. Κατά την αποβίβαση στο λιμάνι του Πειραιά όμως έχασε την στωικότητά του· κάποιος αναιδής μικρός σκύλος του όρμηξε ξαφνικά γαβγίζοντας απερίσκεπτα. Για μια στιγμή μόνο. Μέχρι να ορθωθεί ο Γολιάθ να τού απαντήσει ανάλογα και να δείξει τα δόντια του. 

Όταν είδα αυτή τη σκηνή, την ώρα που έβγαζα τη φωτογραφία, αμέσως μετά που την είδα στην οθόνη της μηχανής, αλλά κι όταν την ξαναείδα στην οθόνη του υπολογιστή ήξερα ότι έκρυβε μια ιστορία. Μια ιστορία που εγώ δεν θα τολμούσα  να γράψω γιατί από την πρώτη στιγμή ήξερα ότι αυτή ήταν μια ιστορία που θα μπορούσε να διηγηθεί πολύ καλύτερα κάποιος άλλος. Όχι οποιοσδήποτε άλλος, μα αποκλειστικά και μόνο ο gasireu. Έτσι θα μού επιτρέψετε να καταθέσω εδώ την εικόνα κι αν (κι όταν) εκείνος θέλει να μπει στον κόπο, ας κάνει ανάληψη. 


 Το έχω παρατηρήσει, όχι μόνο στα θαλάσσια αλλά και στα αεροπορικά ταξίδια: όταν εμφανίζεται ένα νησί στον ορίζοντα ή κάτω από τα σύννεφα, σχεδόν πάντα κάποιος επιβάτης αναφωνεί με σιγουριά το όνομά του. Τις περισσότερες από τις φορές που μπορούσα να το τσεκάρω -γιατί ήμουν απόλυτα σίγουρος για το νησί- ο επιβάτης έκανε λάθος. Και σε αυτή την περίπτωση ήμουν βέβαιος ότι είχε πέσει έξω. Όχι γιατί άκουσα τί είπε -ήμουν άλλωστε αρκετά μακριά- αλλά γιατί είδα ότι η μικρή δίπλα του, όχι μόνο δεν έδωσε καμία απολύτως σημασία αλλά συνέχισε να κοιτάζει προς την αντίθετη κατεύθυνση. Εμπιστεύομαι βλέπεις περισσότερο τα παιδιά από τους μεγάλους.

Μεγάλα φτερά, ένα αστέρι κεντρικά, από πάνω μια κορώνα κι από κάτω η λέξη "ζωή". Με κεφαλαία και στα αγγλικά. Α! Και δυσδιάκριτα αρχικά δεξιά κι αριστερά της κορώνας. Πάμε πάλι. Φτερούγες, αστέρι, κορώνα, life και αρχικά... Δεν έβγαζα άκρη. Έστειλα την εικόνα σε ένα φίλο μπας και βρει εκείνος και με διαφωτίσει, αλλά μου απάντησε: Το τατού δε μου μοιάζει κάποιο αναγνωρίσιμο σύμβολο, μάλλον ιδέα του ήταν να συνδυάσει διάφορα πράγματα”. “Μα τότε δε βγαίνει ιστορία ούτε με 30 λέξεις...”, σκέφτηκα και αποφάσισα να αφήσω εκτός ποστ αυτή την εικόνα. Αν τελικά τη βλέπετε εδώ είναι γιατί έστω και χωρίς ιστορία της προκοπής, νομίζω ότι  δείχνει ξεκάθαρα πόση ζέστη έκανε τη μέρα της επιστροφής. Οκτώβρη μήνα... 


"Θα πάω να πάρω τη βαλίτσα από το χώρο των αποσκευών... θα περιμένω να κατέβουν όλοι και θα βγω τελευταία... Θα πάρω το μετρό για Σύνταγμα, μετά θα περπατήσω... το ξενοδοχείο είναι κοντά, αρκεί να το βρω αμέσως. Τη μέρα που ήρθα παιδεύτηκα αρκετά...σήμερα όμως θα τα καταφέρω...Θα αφήσω εκεί τα πράγματα και θα βγω για μια βόλτα στην Πλάκα...Θα φάω το τελευταίο μου σουβλάκι. “Ena gyro me pita parakalo” θα τους πω και θα ζητήσω να βάλουν παραπάνω tzatziki... Αύριο θα ξυπνήσω νωρίς για να προλάβω να πάω στο καινούριο Μουσείο της Ακρόπολης πριν το αεροδρόμιο... Το βράδυ, μόλις φτάσω στο σπίτι και πριν κατεβάσω τις φωτογραφίες, θα ψάξω για εισιτήρια...Είναι κάπως νωρίς για το καλοκαίρι του 2013... καλύτερα όμως να το κάνω αμέσως..."



Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2012

Επιβάτες


Δεν πρόλαβε να την ανοίξει την Κυριακή, το έκανε Δευτέρα. Έπιασε πρώτα την εφημερίδα και διάβαζε για ώρες. Δε σήκωσε κεφάλι ούτε για να δει τα λιμάνια που έπιασε το καράβι. Λογικά πρέπει να διάβασε μέχρι και τα διανυκτερεύοντα φαρμακεία. Ύστερα έπιασε τα ένθετα έντυπα, ένα -ένα με τη σειρά και τα διάβασε με τον ίδιο ζήλο. Μόνο όταν φάνηκε ο Πειραιάς, τα μάζεψε όλα -εφημερίδα και ένθετα- και τα έβαλε στην τσάντα του. Ίσως γιατί ήθελε να τα πετάξει στην ανακύκλωση. Μπορεί όμως να τα κράτησε για να κάνει στο σπίτι πια, μια επανάληψη.

 Νησιώτισσα που έφυγε μικρή για την Αθήνα -λέω εγώ τώρα μα μπορεί να πέφτω κι έξω. Πάντα τα καλοκαίρια πήγαινε στο νησί της, στο πατρικό, για ένα μήνα, μα τα τελευταία χρόνια που έφυγαν πια από πάνω της οι βαριές υποχρεώσεις, μένει εκεί από την αρχή του καλοκαιριού μέχρι τέλη Σεπτέμβρη. Φέτος που κράτησε ο καιρός, παρέτεινε κι άλλο τη διαμονή της. Χθες, στο κατάστρωμα δεν το πίστευε ότι μέσα Οκτώβρη θα έκανε τόση ζέστη που θα της χρειαζόταν η βεντάλια.  

Οι επιβάτες των πλοίων  μπορεί να πει κανείς ότι χοντρικά ανήκουν σε δύο κατηγορίες: αυτοί που σε όλη τη διάρκεια του ταξιδιού δε σταματούν τις βόλτες-από αεροπορικές θέσεις, κατάστρωμα, μετά στα εστιατόρια και πάλι κατάστρωμα κι ύστερα στις αεροπορικές- κι οι άλλοι που με την επιβίβαση κάθονται σε μια θέση απ` όπου σηκώνονται μόνο για να αποβιβαστούν. Αυτός ο άντρας, ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Πέρασε όλες τις ώρες του ταξιδιού στο πρυμναίο κατάστρωμα, κοιτάζοντας χωρίς γυαλιά ηλίου τη θάλασσα. Σκεφτικός. 

Ήταν με κάποιον. Καθόταν μαζί ψηλά, στο τελευταίο κατάστρωμα, δίπλα στο φουγάρο. Φυσούσε. Όχι κρύος αέρας. Νοτιάς, σε όλη τη διαδρομή. Όταν από τα μεγάφωνα ακούστηκε ότι σε λίγα λεπτά το πλοίο θα έφτανε στο τρίτο λιμάνι του δρομολογίου, πήγε μόνη της στην πρύμνη, παρακολούθησε όλες τις μανούβρες  του πλοίου, το κατέβασμα του καταπέλτη κι ύστερα, πίσω από τα γυαλιά είδα το βλέμμα της χαμένο, όχι στα ασβεστωμένα σπίτια μα σε ένα παρελθόν κάπως μακρινό, όπου υποψιάστηκα ότι ήταν θαμμένος ένας παλιός έρωτας. Ύστερα από ώρα κι ενώ είχαμε πια απομακρυνθεί από το νησί, γύρισε πίσω στη θέση της δίπλα σε εκείνον που  μάλλον δεν είχε αντιληφθεί την απουσία της.

Her name is Bonnie μού είπε με έντονη Αμερικάνικη προφορά η ηλικιωμένη κυρία που κρατούσε το λουράκι. Ήμουν σίγουρος ότι δεν είχε προσέξει τον τηλεφακό που σημάδεψε το κάτασπρο σκυλάκι της και ξαφνιάστηκα όταν με πλησίασε και μού μίλησε. Την ευχαρίστησα, μού χαμογέλασε και πρόσθεσε “...για τα αρχείο σου, το λέω. Να ξέρεις πώς θα αποθηκεύσεις την εικόνα της.” 


 Ήταν αφοσιωμένη  στο "Bares to Υou" της Sylvia Day. Μάλλον μόλις το είχε αρχίσει γιατί πρόσεξα ότι ήταν στις πρώτες σελίδες. Ίσως τη στιγμή που την φωτογράφησα να διάβαζε: “I pushed through the revolving door of the Crossfire into the lobby ten minutes before nine the next morning. Wanting to make the best impression on my first day, I'd gone with a simple sheath dress paired with black pumps that I slid on in replacement of my walking shoes on the elevator ride up. My blond hair was twisted up in an artful chignon that resembled a figure eight, courtesy of Cary. I was hair-inept, but he could create styles that were glamorous masterpieces. I wore the small pearl studs my dad had given me as a graduation gift and the Rolex from Stanton and my mother.”

Ήθελα να πιστεύω ότι κοίταζε τη θάλασσα και περίμενε την εμφάνιση δελφινιών. Στεκόταν εκεί υπομονετικά  με τα μαλλιά να ανεμίζουν στον νοτιά. Δελφίνια δε φάνηκαν και μόνο όταν γύρισε διαπίστωσα -ομολογώ με κάποια απογοήτευση - ότι κρατούσε στο χέρι της κινητό. Λίγο μετά κι ενώ είχε πια καθίσει, άκουσα τον ήχο ενός εισερχόμενου μηνύματος. Την είδα να το βγάζει από την τσάντα της να το ανοίγει και να το διαβάζει. Ύστερα νομίζω ότι το διέγραψε κι άναψε τσιγάρο. 

Χτένιζε τα μαλλιά της μικρής για αρκετή ώρα, απαλά σαν να της χάιδευε το κεφάλι με τη χτένα. Εκείνη καθόταν ήσυχα, ακίνητη με τον αρκούδο αγκαλιά και μόνο όταν τελείωσε το περίτεχνο χτένισμα -αυτοί οι στριφογυριστοί σχηματισμοί στην κορυφή του κεφαλιού- σηκώθηκε προσεκτικά, έβγαλε από το τσεπάκι της δυο λαστιχάκια με χρωματιστά λουλούδια και τα έδωσε στη μητέρα για να της στερεώσει τα μαλλιά. Μετά η μικρή άφησε τον αρκούδο, πήρε τη χτένα και για αρκετή ώρα τη χτένιζε με τη σειρά της τη μητέρα με τον ίδιο τρυφερό τρόπο. Ύστερα, αφού χώρισε τα μαλλιά στα δύο άρχισε να τα πλέκει. Είναι αλήθεια ότι η μικρή παιδεύτηκε κάπως. Στο τελείωμα της κάθε κοτσίδας έβαλε δυο απλά, μαύρα λαστιχάκια χωρίς κανένα στολίδι. Ύστερα κοίταξαν η μία την άλλη και από τα βλέμματα επιδοκιμασίας που ακολούθησαν κατάλαβα ότι ήταν περιττός ο καθρέφτης.