Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2012

Όλιβ, ένας έρωτας παρολίγον κομικ -ος

Η αισθητική των comics έχει αποτελέσει στο παρελθόν μεγάλο δέλεαρ για σκηνοθέτες του θεάτρου, καθώς προσφέρεται για δοκιμές πάνω σε θέματα ύφους και αισθητικής, κυρίως στην όψη και την υποκριτική έκφραση. Αυτό θεωρούμε ότι ήταν και το πρωταρχικό ερέθισμα για τους συντελεστές της παράστασης Όλιβ, ένας έρωτας παρολίγον κομικ-ός, που συνέθεσαν και ανεβάσαν επί σκηνής μία δική τους εκδοχή πάνω στην τύχη της Όλιβ, της συντρόφου του Ποπάυ.


Παράλληλα –και αυτονόητα, ως νέοι καλλιτέχνες–, θέλησαν να καταγράψουν τους προβληματισμούς τους γύρω από τον έρωτα και την καλλιτεχνική δημιουργία. (O έρωτας δεν έπαψε ποτέ να απασχολεί την τέχνη, ακόμη και σε οριακές, κοινωνικά και πολιτικά, εποχές όπως η σημερινή, όμως είναι θέμα μιας άλλης συζήτησης το ότι η επιλογή αυτή δεν –θεωρούμε ότι– συμβαίνει ερήμην της κρίσης που βιώνουμε αλλά ακριβώς εξαιτίας της: πρόκειται για μία στροφή προς τα έσω, εκεί όπου ψάχνουμε τις σταθερές βάσεις που θα μας στηρίξουν μέσα σε έναν ετοιμόρροπο κόσμο.) 



Στο έργο (κολλάζ μονολογικών κυρίως επεισοδίων) των Δημήτρη Τσεκούρα, Ζωής Ξανθοπούλου και Αννίτας Καπουσίζη, η Όλιβ αποκτάει σάρκα και οστά και μας ανοίγει την ψυχή της. Έρχεται στο επίκεντρο και μας κοινωνεί τη δική της οπτική για την πολυκύμαντη σχέση της με τον Ποπάυ, κλαίει, γελάει, απογοητεύεται, θυμώνει, ξεσπάει, σαρκάζει, αλλά κυρίως περιμένει και ελπίζει για το happy end. 


Οι συγγραφείς επικεντρώνονται κατά κύριο λόγο στις νευρώσεις που αναπτύσσουν οι γυναίκες για τον έρωτα και τις σχέσεις και η οπτική τους είναι ξεκάθαρα κωμική. Αυτό όμως που λείπει από το εγχείρημά τους είναι μία στέρεη δραματουργική τεχνική. Το κείμενο αποδεικνύεται, ως επί το πλείστον, αδύναμο. Έτσι, το θέμα του έργου μένει μετέωρο και ποντάρει στο «τυχαίο» της όποιας πρόσληψής του από τους θεατές.


Αυτή η δραματουργική αδυναμία καλύφθηκε κατά το δυνατό από τη σκηνοθεσία της Ζωής Ξανθοπούλου, που χρησιμοποίησε κυρίως τον σαρκασμό, την υπονόμευση και την υπερβολή. Η σκηνοθετική πρόθεση, μαζί με την ενεργητικότητα των ηθοποιών και τη συμβολή της όψης, οδηγεί την παράσταση στο στόχο του κωμικού και του κωμικού. 


Ειδικά για την όψη θα πρέπει να γίνει επαινετική αναφορά: τα κοστούμια, τα δισδιάστατα σκηνικά αντικείμενα, οι χρωματικές αντιθέσεις του σκηνικού (που αποτελούνται από κατακόκκινα τελάρα μπακάλικου γεμάτα με (πράσινο) σπανάκι)υπηρετούν τη ζητούμενη αισθητική ενός «ζωντανού» comic, μεταξύ απλότητας και παιχνιδιάρικης διάθεσης. 



Προς τον ίδιο στόχο προφανώς κινούνται η υπερβολή στην υποκριτική έκφραση, το κάποιο στυλιζάρισμα στις κινήσεις και η δομή της παράστασης: η αποσπασματικότητα της επεισοδιακής φόρμας του έργου και οι παρεμβολές παιχνιδιών και κουίζ τής προσδίδουν τη μορφή ενός περιοδικού με comics.


Επιπρόσθετα, τα δημοφιλή τραγούδια που δίνουν ηχηρό παρόν και η άμεση επικοινωνία με το κοινό, ειδικά στο κλείσιμο της παράστασης όπου γίνεται η σύνδεση με την σύγχρονη (θεατρική) πραγματικότητα, με τρόπο που ενισχύει το κωμικό αίσθημα, είναι όλα τους στοιχεία που στοχεύουν στη δημιουργία ενός pop(ular) θεάματος (όπως επιθυμεί να είναι ένα comic)!




Η παράσταση «Όλιβ, ένας έρωτας παρολίγον κομικ-ός» παρουσιάζεται στο Θέατρο Φούρνος, κάθε Τετάρτη και Πέμπτη έως 17 Ιανουαρίου 2013.

(Το κείμενο που διαβάσατε είναι της Τώνιας Καράογλου 
και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ελculture.gr)






Οι συντελεστές της παράστασης

Κείμενo: Δημήτρης Τσεκούρας, Ζωή Ξανθοπούλου, Αννίτα Καπουσίζη
Σκηνοθεσία: Ζωή Ξανθοπούλου

Φωτισμοί: Σοφία Αλεξιάδου
Σκηνικά- Κοστούμια: Τίνα Τζόκα
Κίνηση – Χορογραφίες: Έλενα Γεροδήμου
Φωτογραφίες: Σαλίνα Καρπούζη
Σχεδιασμός μουσικών θεμάτων: Σάκης Βαργεμιτζίδης
Το τραγούδι της παράστασης «Πού πάει ο Ποπάυ», το ερμηνεύει ο Σταύρος Δάλκος(μουσική: Σταύρος Δάλκος, στίχοι: Δημήτρης Τσεκούρας)
Βοηθός Σκηνοθέτη: Έφη Χαστά
Παίζουν: Αννίτα Καπουσίζη, Βασίλης Ζαϊφίδης 

Φούρνος, Κέντρο για τον Ψηφιακό Πολιτισμό

Μαυρομιχάλη 168, Αθήνα (Εξάρχεια) τηλ 210-6460748, 6420451

Κάθε Τετάρτη & Πέμπτη: 21.15
Είσοδος 8 - 12 ευρώ


Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2012

Στο κέντρο


Ο συρμός σταματάει, οι πόρτες ανοίγουν. Βγαίνουν αρκετοί, μπαίνουν περισσότεροι. Τελευταίος, ένας άντρας γύρω στα 60. με λευκό μπαστούνι. Η άκρη του με επαναλαμβανόμενα τικ -τικ στο δάπεδο του βαγονιού, ανιχνεύει το χώρο. Τρεις επιβάτες τινάζονται για να του παραχωρήσουν τη θέση τους. Ο πιο γρήγορος, ο πιο αποφασισμένος τα καταφέρνει. Φτάνει μπροστά του, “θέλετε να καθίσετε;” τον ρωτάει και μετά το καταφατικό του νεύμα, βάζει τον πήχη του κάτω από το απλωμένο χέρι του τυφλού άντρα και τον οδηγεί στη θέση που καθόταν. Οι άλλοι κοιτάζουν ανέκφραστοι. Σχεδόν υπνωτισμένοι. Ή δεν κοιτάζουν καθόλου. Ο συρμός ξεκινά για τον επόμενο σταθμό.

Αποβίβαση στο Σύνταγμα. Λιακάδα παράταιρη για Δεκέμβρη, αλλά απολαυστική. Με μπερδεύει ακόμα περισσότερο μια κουβέντα που ακούω τυχαία:”Πότε πέφτει το Πάσχα;” Χάνω την απάντηση που σκεπάζει θορυβώδης εξάτμιση διερχόμενης μηχανής μα αλλάζοντας για λίγο πορεία, ακολουθώ το προπορευόμενο ζευγάρι που λίγες μέρες πριν την Πρωτοχρονιά ονειρεύεται κι αρχίζει να σχεδιάζει ένα ταξίδι για το Πάσχα. Παράταιρο κι αυτό, εκτός Εποχής, όπως τα χριστουγεννιάτικα στολίδια στους δρόμους. Βέβαια τη μέρα, περπατώντας στο κέντρο δεν προσέχεις και τόσο τα σβηστά λαμπιόνια. Τη νύχτα  αποφεύγω συστηματικά τους στολισμένους δρόμους. Γι αυτό εκτιμώ ιδιαίτερα μια βιτρίνα στη Σταδίου. Μοναδική της διακόσμηση μια τεράστια φωτογραφία ενός χριστουγεννιάτικου δέντρου. Ασπρόμαυρη, με ελάχιστο κοντράστ.

Η κίνηση στους δρόμους είναι αυξημένη, στα μαγαζιά ελάχιστη. Μόνο το κεντρικό βιβλιοπωλείο παρηγορητικά γεμάτο. Χαζεύω τα βιβλία στους  πάγκους. Το μάτι σκαλώνει λίγο περισσότερο σε ένα γνωστό τίτλο τυπωμένο πάνω όμως σε διαφορετικό εξώφυλλο. “Είναι επανέκδοση διευκρινίζει πωλητής που έπιασε στον αέρα το βλέμμα μου και συνεχίζει με λεπτομέρειες για την πορεία του βιβλίου. “Το `χω” τού λέω και απομακρύνομαι αφηρημένος, μα σταματάω γιατί σκέφτομαι ότι αυτή η κουβέντα μπορεί να ακούστηκε διαφορετικά. Σχεδόν αγενής. “Το έχω αυτό το βιβλίο” ξαναλέω τονίζοντας “το βιβλίο”. “Την παλιά έκδοση. Είναι πολύ καλό. Σας ευχαριστώ.” Χαμογελάει και μού εύχεται “Καλή χρονιά”.


Όσο σε περιμένω στην Κοραή με πλησιάζει τσιγγάνα. Φρεγάδα σωστή, μεγάλη, πουλάει φορτικά χαρτομάντηλα. Τη στιγμή που της δίνω το πενηντάλεπτο πιάνει τα δάχτυλά μου και γυρίζει την παλάμη μου. “Εσύ περνάς μεγάλα ζόρια” μού λέει. Κουνάω το κεφάλι -τάχα ότι το πέτυχε- και πριν προλάβει να συνεχίσει, γυρίζω με τη σειρά μου την παλάμη της. Την κοιτάζω για λίγο και έπειτα της λέω με λυπημένο ύφος: “Εσύ καλό κάνεις και καλό δε βρίσκεις”. Παλιό δοκιμασμένο κόλπο. Αιφνιδιάζεται και με ρωτάει πώς το ξέρω. “ Είδα κι άλλα, αλλά άμα θες να σου τα πω, ασήμωσε”. Προχωρώ και την αφήνω να κοιτάζει έκπληκτη τις γραμμές στο χέρι της.

Το έσκασες από τη δουλειά κι έρχεσαι με ένα ωραίο χαμόγελο -κάπως περιπαικτικό, κάπως συνωμοτικό, πάντως μοναδικό- που φωτίζει την Κοραή πιο πολύ κι από τη λιακάδα. Όπως και τις άλλες φορές έχουμε μόλις ένα τσιγάρο χρόνο. Χωράει ίσα ίσα δυο παρατεταμένες αγκαλιές – μια στην αρχή και μια στο τέλος- και πέντε βιαστικές κουβέντες. Όχι τα πιο σημαντικά, όχι τα καθημερινά και τα τρέχοντα, μα τα άλλα, τα δικά μας. Αυτά που όσο μηρυκάζω στη διάρκεια της μέρας τόσο πιο ωραία γεύση αφήνουν εντός μου. Καθώς απομακρύνεσαι, κοιτάζω κάτω τα πατημένα μας τσιγάρα κι ύστερα τη σκιά σου. Ευδιάκριτη κυλάει στη λευκή πλακόστρωση μέχρι που χάνεται μετά από σένα στη γωνία της Πανεπιστημίου.   


Στη φωτογραφία, Σταδίου  και Κοραή γωνία πριν την πεζοδρόμηση. 

Τρίτη, 25 Δεκεμβρίου 2012

Merry Christmas Baby



Καλά Χριστούγεννα! 

Go Tell It On The Mountain Odetta 

Mary Had A Baby The Nathaniel Dett Chorale

Christmas in New Orleans Louis Armstrong 

The First Noel Ella Fitzgerald

Silent Night, Holy Night Mahalia Jackson 

Merry Christmas Baby Charles Brown

Ole Santa Dinah Washington 

Have Yourself A Merry Little Christmas Judy Garland 

O Little Town Of Bethlehem Mahalia Jackson

The Christmas Song Doris Day

Rudolph The Red-Nosed Reindeer Bing Crosby

The Christmas Song Mel Torme  Judy Garland

Lonely This Christmas Elvis Presley

Amazing Grace Soweto Gospel Choir

The Little Drummer Boy The Jackson 5

Winter Wonderland Ray Charles 

You're all I want for ChristmasFrankie Laine








Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2012

Sunday`s guitars

Grant Green, φωτο από εδώ

Tico Tico, από το άλμπουμ The Latin Bit


Wes Montgomery φωτο από εδώ

Twisted Blues, live 

Charlie Christian φωτο από εδώ

Solo Flight από το άλπμουμ The Genius Of The Electric Guitar

Django Reinhardt και Édith Piaf, φωτο από εδώ

Jattendrai Swing live του 1939 με τον Stéphane Grappelli

George Benson φωτο από εδώ

California Dreamin', 1972

Charlie Byrd, φωτο από εδώ



Ο Al Di Meola με τον GonzaloRubalcaba, σήμερα στην Αθήνα στο Fuzz Club  

Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2012

Ντριν!


Ντριν! Καλησπέρα σας (με ενθουσιασμό) Τί μού κάνετε; (με προσποιητή οικειότητα) Και μετά, αν κάνεις την αποκοτιά κι απαντήσεις χαλαρά, αν βρουν μπόσικη τη φωνή σου, ένα κατεβατό  κασέτας που θέλει να σου πουλήσει κάτι. Κάτι που στην αυστηρά αξιολογημένη λίστα των αναγκών σου καταλαμβάνει την εκατοστή και βάλε θέση. Ευγενικά τις περισσότερες φορές εξηγείς ότι "αυτό" δε σου χρειάζεται, ή ότι δεν έχεις τη δυνατότητα να το αγοράσεις και τότε η φωνή  αντιτείνει έτοιμα επιχειρήματα, προσαρμοσμένα στα δεδομένα της κρίσης για να σε πείσει για το αντίθετο. Τότε αγριεύεις, γίνεσαι απότομος κι αγενής, το κλείνεις στα μούτρα του επίμονου, του αναίσθητου που δεν καταλαβαίνει. Το κλείνεις με ένα γελοίο "χαίρετε!" που ηχεί για ώρα στα αυτιά σου. Στο λεπτό όμως μετανιώνεις για τον τρόπο σου. Μετανιώνεις γιατί σκέφτεσαι τον άλλον καθηλωμένο σε ένα τηλεφωνικό κέντρο με ψίχουλα, να αγωνίζεται να κρατηθεί σε αυτό το κάτεργο που ονομάζουν δουλειά.

Ντριν! Όλο και λιγότερο πια από φίλους. Ο καθένας στο καβούκι του μηρυκάζει το πανελλήνιο ως προσωπικό του δράμα· ίσα που τα καταφέρνει με το βάρος, οπότε ούτε όρεξη ούτε αντοχές έχει να ακούσει των άλλων. Αν κάνεις εσύ την κίνηση, θα χαρεί -το νιώθεις ξεκάθαρα στη φωνή του- θα σου πει με το που θα ακούσει το δικό σου "τί γίνεται;", πρώτα για τη θέρμανση κι ύστερα για τους απλήρωτους λογαριασμούς. Θα ακολουθήσουν τα χαράτσια,  το ενδεχόμενο της απόλυσης και θα κλείσει το μονόλογο με ένα, πέρα από την απελπισία,   "τα χειρότερα δεν έχουν έρθει ακόμα". Στον αναστεναγμό του θα αρπάξεις την ευκαιρία να πεις τα δικά σου . Μόνο και μόνο για να κρατήσεις τις ισορροπίες, δε θα επαναλάβεις τα ίδια μα θα πεις τάχα ανέμελα αλλά γεμάτος  ενοχές, για τις τρεις εξόδους των τελευταίων πενήντα ημερών: ένα σινεμά, απόγευμα Τετάρτης, με μισό εισιτήριο και δείπνο στη συνέχεια -δυο πιτόγυρα στα όρθια στην Αλεξάνδρας- μια διαδήλωση, ναι ρε και την διαδήλωση έξοδο τη λογαριάζω πια και τέλος τη χλιδή μιας παράστασης που ήθελες -γιατί είχε όλο το έργο- μα δεν τόλμησες να αγοράσεις το πρόγραμμα.

Κι ύστερα εκεί που απελπίζεσαι τρία Ντριν! στη σειρά. Το ένα μετά το άλλο. Για να πάρεις ανάσα. Τη μια μετά την άλλη. 

Ντριν!Με το "εμπρός" ούτε "γειά", ούτε "τί γίνεται" αλλά: Τί κάνεις στις 28; Δεν ξέρεις ακόμα. Λέμε να μαζευτούμε σπίτι, ναι, ανάμεσα Χριστούγεννα -Πρωτοχρονιά. Όχι, όχι, τίποτα σπουδαίο, μόνο μερικοί φίλοι. Εμείς κι εμείς. Μπορείς να το πεις και πάρτι. Να βρεθούμε επιτέλους βρε παιδί μου. Χαθήκαμε πολύ καιρό και δε λέει τώρα ο καθένας μόνος του. Ναι βέβαια, αν είσαι εδώ. Θα σε περιμένουμε. Όχι μη φέρεις κρασί, έχουμε μπόλικο, μας έστειλαν από το χωριό. Αν θες, ετοίμασε καμιά σαλάτα. Σουφλέ; Αυτό με τα ξερά βερίκοκα; Ωραία! Ξέχνα τη σαλάτα, σουφλέ καλύτερα. Αν είσαι εδώ.

Ντριν! Έτοιμοι οι λωτοί! Γέμισε ο τόπος. Πέφτουν και δεν προλαβαίνω να μαζεύω. Χιόνι και λωτούς. Λέω να βάλω σ` ένα κιβώτιο και να σού στείλω με το λεωφορείο. Αφού ξέρω πόσο σου αρέσουν. Να κάνεις πάλι μαρμελάδα να βάλεις και στην κατάψυξη. Ένα χρόνο κρατάνε αρκεί όμως να τους βάλεις ώριμους. Αν κάνεις μαρμελάδα να μού στείλεις ένα βαζάκι. Να δω πώς είναι. Κανόνισε ποια μέρα σε βολεύει να πας στον Κηφισό στο πρακτορείο να το παραλάβεις. Θα σου βάλω και ένα μπουκάλι τσίπουρο από το φετινό -σε πλαστικό να μη σπάσει- και ένα βάζο σάλτσα, από τις ντομάτες του μπαχτσέ. Χωρίς λίπασμα. Κοπριά μόνο.Τρελάθηκαν φέτος. 

Ντριν!...τον έβλεπαν που κοιμόταν στη Σβώλου. Γύρω στα πενήντα. Στο πεζοδρόμιο.  Από ένα φούρνο στη γειτονιά έπαιρνε ψωμί από τις σακούλες που αφήνουν την ώρα που κλείνουν το βράδυ. Δεμένες στα κιπέγκια, γεμάτες με αυτό που περισσεύει κάθε μέρα. Πάντα κρυφά, με προφυλάξεις να μην τον δούνε πλησίαζε το φούρνο, σαν να ντρεπόταν. Πήγαν τα παιδιά, μικροί, ζευγάρι φοιτητών σου λέω-σε ένα δυάρι εδώ πιο πάνω μένουν- και τον κάλεσαν σπίτι τους. Έτσι απλά. Δίστασε λίγο μα έκανε κρύο εκείνο το βράδυ και τελικά πήγε. Έκανε μπάνιο πρώτα κι ύστερα ήθελε να πέσει κατάχαμα στο χολ. Του έστρωσαν στον καναπέ. Με το ζόρι τον κατάφεραν. Κοντεύει μήνας τώρα. Μια χαρά τα πάνε. Αξιοπρεπής. Θα μείνει μαζί τους. Για όσο...



Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2012

Passages -Ravi Shankar



Πρώτη φορά άκουσα τον Ravi Shankar σε ένα παλιό λεωφορείο που αγκομαχούσε στα ατέλειωτα χιλιόμετρα από τη Τζαϊπούρ στο Βαρανάσι, την πόλη που γεννήθηκε ο Ινδός μουσικός τον Απρίλη του 1920. Η επιλογή του μέσου ήταν αναγκαστική: μια απεργία είχε καθηλώσει τα αεροπλάνα στο έδαφος, οπότε ο μόνος τρόπος να συνεχιστεί το ταξίδι μας ήταν τα επίγεια μέσα· πρώτα τραίνο και στη συνέχεια λεωφορείο. Το δεύτερο για περισσότερες από δεκαοκτώ ώρες.

Υπήρχε μεγάλος εκνευρισμός. Δυτικός εκνευρισμός. Των ανθρώπων που έχουν μάθει όλα να γίνονται γρήγορα και απολύτως προγραμματισμένα. Που δεν μπορούν να προσαρμοστούν στο αναπάντεχο. Στις λίγες μέρες που βρισκόμασταν στην Ινδία, η Ανατολή δεν είχε προλάβει να μας δώσει μαθήματα υπομονής και καρτερίας. Ή μάλλον μας τα έδωσε από την πρώτη μέρα αλλά εμείς, είτε δεν τα είχαμε καν αντιληφθεί είτε δεν είχαμε προλάβει να τα εμπεδώσουμε. Μέχρι που έτυχε αυτή η απεργία.

Έκανε αφόρητη ζέστη,  το λεωφορείο δεν είχε κλιματισμό και πήγαινε βασανιστικά αργά σε έναν ευθύ δρόμο που λες και δεν είχε τέλος. Το τοπίο ήταν μονότονο, αμετάβλητο· μια σαβάνα, επίπεδη με λιγοστά δέντρα. Το βράδυ σε αυτά τα μέρη θα μπορούσε κανείς να συναντήσει τίγρεις, όπως μας είπε ο οδηγός. Που και που διασχίζαμε μικρά χωριά με πλινθόκτιστα σπίτια. Σε αυτά, το λεωφορείο έκοβε την ήδη λιγοστή του ταχύτητα και προλάβαινες να δεις γυναίκες να μαγειρεύουν στο ύπαιθρο μέσα σε σύννεφα από μύγες ή να πλέουν ρούχα μέσα σε τσίγκινες λεκάνες. Άντρες να μας κοιτάνε μάλλον απαθείς. Καπνίζοντας. Και παιδιά, με μάτια κάρβουνα και απίστευτα χαμόγελα να αγωνίζονται να αρπαχτούν, να σκαρφαλώσουν μέχρι τα ανοιχτά παράθυρα. Και μετά πάλι ο ατέλειωτος δρόμος.

Δε θυμάμαι ούτε ποια στιγμή άλλαξε η μουσική, ούτε ποιος το είχε κάνει. Οι πρώτες νότες του σιτάρ μας ξάφνιασαν. Ίσως μάλιστα, το ξένο, το μη οικείο, αρχικά να ενέτεινε  τον εκνευρισμό μας. Σιγά-σιγά όμως αρχίσαμε να διακρίνουμε την συνάφεια αυτής της αλλόκοτης- μακριά από αναγνωρίσιμες φόρμες, μέτρα και κανόνες- μουσικής με το τοπίο. Η μουσική του Ravi Shankar έγινε το αδιαμφισβήτητο soundtrack  της διαδρομής. Βυθιστήκαμε χωρίς να το καταλάβουμε μέσα της. Θαρρείς και μικρύναμε για να χωρέσουμε σε αυτό το σύμπαν. Το σύμπαν μιας πρωτόγνωρης αρμονίας που αντίθετα με το τοπίο που περιέγραφε ερμηνεύοντάς το, σε αιφνιδίαζε κάθε τόσο με τους αυτοσχεδιασμούς της.

Ο χρόνος άρχισε να μετράει διαφορετικά. Όχι πιο αργά, μα διαφορετικά. Σχεδόν έπαψε να υφίσταται. Μέχρι το τέλος μείναμε αμίλητοι, με το βλέμμα έξω να αφουγκράζεται το τοπίο που άλλαζε αργά καθώς το φως λιγόστευε, μέχρι που σκοτείνιασε πια τόσο που λογικά είχε φτάσει η ώρα που θα έβγαιναν οι τίγρεις. Μέχρι να φτάσουμε περασμένα μεσάνυχτα στο Βαρανάσι, μείναμε αμίλητοι, με το βλέμμα στραμμένο εντός μας, να αφουγκραζόμαστε γαληνεμένοι τα δικά μας τοπία. Λες κι αυτή η μουσική είχε τον τρόπο να δείχνει το δρόμο. Και τον τρόπο.


 εικόνα από εδώ

Ο Ravi Shankar, ο μεγάλος συνθέτης και δεξιοτέχνης το σιτάρ, πατέρας της Norah Jones  και της Anoushka Shankar  πέθανε χθες σε ηλικία 92 χρονών στο San Diego. Από όσα διάβασα γι αυτόν σήμερα, ξεχώρισα και αντιγράφω το κείμενο του Γιώργου Πίττα στο face book.



"Ένας σπουδαίος μουσικός που πριν καν υπάρξει ο ορισμός της World Music άπλωσε γέφυρες μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Γέφυρες, πάνω στις οποίες τα μουσικά ιδιώματα της Ευρώπης συναντήθηκαν με εκείνα της Ινδίας. Η συνάντηση αυτή, υπήρξε κάτι πολύ περισσότερο από γόνιμη. Άνοιξε δρόμους στη μουσική, μα κυρίως άνοιξε τις συνειδήσεις των ανθρώπων ώστε αυτή, η συνείδηση, να δεχτεί ευφρόσυνα το «πάντρεμα» των διαφορετικοτήτων. Ένα πάντρεμα που δεν είναι διόλου αναγκαίο να δρα επιζήμια στο ένα ή στο άλλο ιδίωμα, αλλά απλά, να παράγει ένα καινούργιο με πανανθρώπινη και ταυτόχρονα συμπαντική διάσταση. Ένα από τα σπουδαία δείγματα της προσφοράς του είναι το αριστουργηματικό «West meets East», μία τολμώ να πω «θεϊκή» συνεργασία του Shankar με τον Εβραϊκής καταγωγής κορυφαίο βιολονίστα Yehudi Menuhin. Μια άλλη γνωστή πτυχή της ζωής του, ήταν η βαθιά αγάπη που είχε για τον George Harrison. 

Υπήρξε, ο δια βίου διδάσκαλος και μέντορας του, ενώ ο Harrison, ήταν εκείνος που του «άνοιξε τις πόρτες» προς την δύση και τον βοήθησε να γίνει γνωστός. Έτσι, ο Ravi Shankar βρέθηκε το 1969 να μετέχει στο Woodstock με αποτέλεσμα να γίνει αμέσως σύμβολο μιας εποχής που πείτε με αφέλεια, πείτε με σοφία που ακόμα δεν έχει εκτιμηθεί, πίστεψε πως μπορεί να αλλάξει τον κόσμο μέσα από την Μουσική, δηλαδή την Αρμονία και την Αγάπη που προκύπτει από αυτήν. Ravi Shankar, σε ευχαριστούμε για τα δώρα που μας έφερες. Είθε, αυτή να ήταν η κατά την θρησκεία σου έσχατη ενσάρκωση σου και τώρα πια, να είσαι μέρος της Συμπαντικής Αρμονίας στην οποία τόσο πίστευες."


Ακούστε:

Offering και Meeting Along The Edge από το άλμπουμ Passages,   Ravi Shankar- Philip Glass

Raga Majh Khamaj (Live at The Woodstock Festival 1969)

Ravi Shankar and Yehudi Menuhin.

 Raga Anandi Kalyan, Ravi & Anoushka Shankar

Το soundtrack της ταινίας Gandhi 


Ravi Shankar teaches George Harrison how to play sitar 1968 



Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2012

"ὡς οὐκ ἀπ` ἀνδρός ἀνασταίη"

Έργο της Angelica Kauffmann,1794

“...Στα θέλγητρα της Φρύνης κανένας δεν μπόρεσε να αντισταθεί, εκτός από το φιλόσοφο Ξενοκράτη. Σύμφωνα με τον Διογένη τον Λαέρτιο, επειδή ο φιλόσοφος είχε φήμη ανθρώπου με μεγάλη αυτοκυριαρχία, θέλησε να τον βάλει σε πειρασμό. Κατέφυγε στο φτωχικό του σπίτι προφασιζόμενη ότι την κυνηγούν και ζήτησε να την κρύψει για μια βραδιά. Εκείνος από ανθρωπισμό δέχτηκε και επειδή δεν υπήρχε παρά μόνο ένα μικρό κρεβάτι, της επέτρεψε να πλαγιάσει μαζί του. Όλο το βράδυ εκείνη προσπάθησε να κάμψει την αυτοκυριαρχία του για να κάνουν έρωτα, αλλά παρ` όλες τις φιλότιμες προσπάθειες, τελικά δεν τα κατάφερε κι έφυγε άπρακτη. Σ` εκείνους δε που την ρωτούσαν έλεγε, κάνοντας ένα λογοπαίγνιο, ότι δεν έρχεται από άνδρα αλλά από αδριάντα. ( ὡς οὐκ ἀπ` ἀνδρός, ἀλλ` ἀπ` ἀδριάντος ἀνασταίη*) 



Την ίδια ιστορία μας παραδίδει ελαφρώς παραλλαγμένη και ο Βαλέριος Μάξιμος, ο οποίος γράφει ότι κάποτε σ` ένα οργιαστικό ολονύκτιο συμπόσιο η Φρύνη, που είδε ότι ο φιλόσοφος είχε πει πολύ κρασί, θεώρησε ότι ήταν η κατάλληλη ευκαιρία να τον κάμψει, αφού οι αμυντικοί του μηχανισμοί θα ήταν χαλαρωμένοι και το ποτό θα τον είχε φέρει σε αφροδισιακή διέγερση. Προηγουμένως είχε μιλήσει με μερικούς νέους που παρευρίσκονταν στο συμπόσιο και τους είχε πει ότι θα κατανικούσε την εγκράτεια του Ξενοκράτη. Πήγε και ξάπλωσε δίπλα του και σφίχτηκε πάνω του προσπαθώντας να τον διεγείρει. Ο φιλόσοφος δεν την έδιωξε, ούτε την απέτρεψε με λόγια, αλλά εξακολούθησε να πίνει και να συζητά σαν να μη συνέβαινε τίποτε. Απηυδισμένη εκείνη, κάποια στιγμή αποχώρησε άπρακτη και στα πειράγματα των νεαρών ότι με τέτοια ομορφιά και τόση τέχνη δεν μπόρεσε να συγκινήσει την καρδιά ενός γερο-μέθυσου εκείνη τους απάντησε: Σας είπα πως θα συγκινήσω έναν άνδρα, όχι έναν αδριάντα. (de homine se cum iis, non de statua, pignus possuisse) 


Ο Έρωτας στην Αρχαία Ελλάδα, τόμος 4, Οι εταίρες, Αντρέα Λεντάκη, εκδόσεις Καστανιώτη Αθήνα 1999. (Τα δυο παραπάνω αποσπάσματα από τις σελίδες 233 και 234.) 


*ἀνασταίη, τρίτο πρόσωπο ενικού, ευκτικής του ρήματος ἀνίστημι (ἀνά + ἵστημι): εγείρω, σηκώνω, διεγείρω, αναγείρω, παροτρύνω, προκαλώ 

Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2012

Oscar Niemeyer, Η ποιητική του οπλισμένου σκυροδέματος

φωτογραφία Ludovic Lent


  “Όταν ήμουν μικρός μού άρεσε να ζωγραφίζω. Θυμάμαι ότι στα δέκα μου ήμουν πάντα έτσι, με τα χέρια στον αέρα, σχεδιάζοντας εικόνες στο χώρο. Ζωγράφιζα, ζωγράφιζα, ζωγράφιζα δεν έκανα τίποτα άλλο. Το σχέδιο με οδήγησε στην αρχιτεκτονική” (1)



Η Βραζιλία έχασε μια από τις ιδιοφυίες της. Ελάχιστοι ονειρεύτηκαν τόσο έντονα και κατάφεραν τόσο πολλά όσο εκείνος” είπε η πρόεδρος της Βραζιλίας Dilma Rousseff για τον Oscar Niemeyer, έναν από τους σημαντικότερους αρχιτέκτονες του 20ου αιώνα, και τον τελευταίο μεγάλο του μοντέρνου κινήματος που πέθανε την Τετάρτη 5/12 στη γενέτειρά του, το Rio De Janeiro, σε ηλικία 104 ετών από λοίμωξη του αναπνευστικού.

Ο Niemeyer έζησε μια άκρως ενδιαφέρουσα και πολύ δημιουργική ζωή. Περισσότερα από 800 κτίρια σε όλον τον κόσμο φέρουν την υπογραφή του και το ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό του στίγμα. Η El Pais τον αποχαιρέτησε με τον τίτλο: “Niemeyer, μια ζωή στην υπηρεσία του δημόσιου χώρου” αλλά ο Niemeyer δεν περιορίστηκε στην μεγάλη κλίμακα. Σχεδίασε από έπιπλα μέχρι και παπούτσια.

Στο γραφείο του, φωτο από εδώ
Μέχρι και τις αρχές του 2012 οπότε και αρρώστησε, πήγαινε καθημερινά στο γραφείο του, στον δωδέκατο όροφο ενός art déco κτιρίου που βρίσκεται στην περίφημη παραλία Copacabana του Rio και έχει θέα στον ωκεανό. Εκεί από το πρωί μέχρι το βράδυ ο Niemeyer, σχεδίαζε, εργαζόταν με τους συνεργάτες του, διάβαζε, συναντούσε και κουβέντιαζε με φίλους, δημοσιογράφους και νέους αρχιτέκτονες καπνίζοντας τα πούρα που του έστελνε ο Φιντέλ Κάστρο. Εξέδιδε μάλιστα και το αρχιτεκτονικό περιοδικό Nosso Caminho.

Το σχεδιαστήριό του δεν έβλεπε προς τη θάλασσα. Ίσως γιατί δεν χρειαζόταν. Ο Niemeyer δεν πίστευε στην έμπνευση, αλλά στην επινόηση. Συμβούλευε τους νέους αρχιτέκτονες που τον επισκέπτονταν να ενημερώνονται καθημερινά και να διαβάζουν, να διαβάζουν και να μελετούν τα πάντα δίνοντας έμφαση στον ουμανισμό. Να προσπαθούν επίσης να βρουν τον δικό τους αυθεντικό τρόπο έκφρασης, χωρίς να ξεχνούν όμως ότι  η ίδια η ζωή είναι πιο σημαντική. “Το να αισθάνεσαι, το να είσαι καλός με τους άλλους, το να είσαι χρήσιμος είναι πολύ πιο σημαντικά από την αρχιτεκτονική”(2)

Le Corbusier-Oscar Niemeyer

Ο Niemeyer γεννήθηκε στο Rio De Janeiro δίπλα στη θάλασσα”, στις 15 Δεκεμβρίου του 1907. Άρχισε να σχεδιάζει από παιδί και σπούδασε αρχιτεκτονική στην Escola Nacional de Belas Artes του Rio. Αποφοίτησε το 1934 και λίγο αργότερα άρχισε να εργάζεται αμισθί στο γραφείο του αρχιτέκτονα και πολεοδόμου  Lúcio Costa ο οποίος διέκρινε το ταλέντο του νεαρού Oscar και σύντομα από μέντοράς του έγινε συνεργάτης του αναθέτοντάς του να σχεδιάσει το περίπτερο της Βραζιλίας για τη Διεθνή έκθεση της Νέας Υόρκης το 1939. Το πρώτο μεγάλης κλίμακας έργο ήταν το Υπουργείο Παιδείας και Υγείας το 1945, στη μελετητική ομάδα του οποίου συμμετείχε ο Le Corbusier που όπως ήταν φυσικό επηρέασε τον Niemeyer. Δύο χρόνια αργότερα, το 1947 σχεδίασαν μαζί το project 23/32 που δεν ήταν άλλο από το επιβλητικό κτίριο του Οργανισμού Ηνωμένων εθνών στην Νέα Υόρκη.(6) Ακολούθησε κάτι πολύ μεγαλύτερο: η Brasilia.
το Κογκρέσο Brasilia

Η δημιουργία εκ του μηδενός μια ολόκληρης πόλης, της Brasilia το 1956 αποτέλεσε την υλοποίηση μιας ουτοπίας. Ήταν η ευτυχής συγκυρία καθώς η ισχυρή πολιτική βούληση του τότε προέδρου Juscelino Kubitschek συνδυάστηκε με το ριζοσπαστικό πολεοδομικό σχεδιασμό του Costa και την τολμηρή αρχιτεκτονική του Niemeyer που σχεδίασε τα επιβλητικά κτίρια του κέντρου της νέας πρωτεύουσας της Βραζιλίας. Ήταν ένα τεράστιο επίτευγμα που ολοκληρώθηκε σε μόλις 41 μήνες και που το 1987 ανακηρύχθηκε από την UNESCO μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς. Όμως η πόλη που σχεδιάστηκε με πρόβλεψη να εξυπηρετεί μισό εκατομμύριο κατοίκους, εξελίχθηκε σε μια μεγαλούπολη 2,2 εκατομμυρίων με συνέπεια να μην επαρκούν οι υποδομές της και σήμερα να παρουσιάζει μεγάλα κυκλοφοριακά προβλήματα και αυξημένη εγκληματικότητα. (3)

Ο Καθερδικός Ναός της Brasilia


Αυτός που θα επισκεφτεί την Brasilia μπορεί να του αρέσει, μπορεί και όχι. Σε καμία περίπτωση όμως δεν μπορεί να πει ότι έχει δει αλλού προηγουμένως κάτι παρόμοιο” έλεγε ο Niemeyer σε μια συνέντευξη το 2006 υπερασπιζόμενος το έργο του -αν κι εκείνος προτιμούσε να ζει στο Rio “δίπλα στη θάλασσα, στα βουνά και στο χάος του”- και τόνιζε ότι αν σχεδίαζε ξανά, 50 χρόνια αργότερα, προεδρικό μέγαρο, το κοινοβούλιο, το κογκρέσο και τον περίφημο καθεδρικό ναό δεν θα άλλαζε τίποτα από τον αρχικό σχεδιασμό. Επέμενε όμως και σε κάτι άλλο: ότι η πόλη αυτή δεν χτίστηκε από τον ίδιο και τον Costa, αλλά από τους candangos, τους χιλιάδες φτωχούς εργάτες που συνέρρευσαν εκεί από όλη τη Βραζιλία και “έκαναν με το μόχθο τους αυτό το όνειρο πραγματικότητα” (1)


Ο Niemeyer έγινε μέλος του Κομουνιστικού κόμματος της Βραζιλίας το 1945 -δύο χρόνια νωρίτερα είχε τιμηθεί μα το βραβείο Λένιν- και παρέμεινε σταθερός στην ιδεολογία του μέχρι το τέλος. Γιατί θέλετε να αλλάξω;” απάντησε σε σχετική ερώτηση δημοσιογράφου και συνέχισε: “ Ο κόσμος παραμένει άδικος. Απ' όσο ξέρω οι φτωχοί παραμένουν φτωχοί, ο αγώνας ενάντια στην πείνα παραμένει προτεραιότητα, ενώ η πάλη των τάξεων δεν μοιάζει να έχει μεταβληθεί στο ελάχιστο”. (4) Όσο για τον φίλο του τον Φιντέλ Κάστρο που μάλιστα τον είχε επισκεφτεί στο γραφείο του, όπως κι άλλοι ηγέτες, είπε κάποτε χαριτολογώντας: “Ο Niemeyer κι εγώ είμαστε οι τελευταίοι κομμουνιστές στον πλανήτη» (5)


Οι πολιτικές του πεποιθήσεις τον οδήγησαν στην εξορία το 1964 μετά το πραξικόπημα που έγινε στην πατρίδα του. Κατέφυγε στη Γαλλία όπου -με παρέμβαση του προέδρου Charles de Gaulle, που εκτιμούσε ιδιαίτερα το ήδη γνωστό έργο του- πήρε άμεσα άδεια εργασίας και άρχισε τη διεθνή του καριέρα σχεδιάζοντας το κτίριο του Γαλλικού Κομµουνιστικού Κόμµατος στο Παρίσι. Ακολούθησαν γραφεία του εκδοτικού οργανισµού Mondadori στο Μιλάνο και εκατοντάδες άλλα κτίρια στην Γερμανία, στο Βέλγιο, στην Ισπανία, στη Ρωσία, στην Νορβηγία, στην Σαουδική Αραβία, στη Σενεγάλη, στο Πράσινο Ακρωτήρι, στη Χιλή, στη Βενεζουέλα, στη Νικαράγουα και στη Κούβα. (7) Το αρχιτεκτονικό του γραφείο στο Rio με επικεφαλής τον ίδιο, συνέχιζε να εκπονεί περίπου 12 μελέτες κτιρίων κάθε χρόνο σε όλον τον κόσμο.

Μουσείο στην Curitiba

São Paulo, πάρκο Ibirapuera – Auditorium  από εδώ

Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης στο Rio, φωτο από εδώ

Ο Niemeyer που έλεγε “Εκτιμώ την ομορφιά περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Την ομορφιά που δηλώνεται με μια καμπύλη γραμμή ή μια δημιουργική πράξη”(9), γαλουχήθηκε με τις αρχές του μοντέρνου κινήματος. Ωστόσο το πηγαίο ταλέντο του ασφυκτιούσε* στην αυστηρότητα και στα καλβινιστικά προτάγματα του μοντερνισμού. Η βραζιλιάνικη ιδιοσυγκρασία τον οδήγησε στην έκφραση της αέναης χαράς της ζωής και του εξωτικού αισθησιασμού της πατρίδας του με μια ελευθερία χωρίς αναστολές. Όπως παρατήρησε άλλωστε κι ο Le Corbusier: «Από την αρχή ο Niemeyer ήξερε πώς να δώσει πλήρη ελευθερία στις ανακαλύψεις της σύγχρονης αρχιτεκτονικής." (8) Κράτησε τη βασική αρχή της λειτουργίας αλλά σύντομα οι συνθέσεις του απογειώθηκαν -κυριολεκτικά και μεταφορικά- δημιουργώντας απίστευτα κελύφη με δυναμικές φόρμες και ανάλαφρες καμπύλες. Μια μνημειακή γλυπτική που ανέδειξε την ποιητική του οπλισμένου σκυροδέματος. Γιατί ο Niemeyer κατάφερε να αρθρώσει ένα σαφές μοναδικό αρχιτεκτονικό ιδίωμα όπου το οπλισμένο σκυρόδεμα έχασε την ψυχρή του υπόσταση που υιοθέτησαν με πάθος οι ακραιφνείς του μοντέρνου κινήματος κι έγινε ο ποιητικός φορέας και της πιο εξωφρενικής μορφής που γεννούσε η οργιώδης φαντασία του. “Βραζιλιάνικος αισθησιακός μοντερνισμός”; Ίσως ναι, όσο κι αν φαίνεται αντιφατικός και αδόκιμος αυτός όρος.

το κτίριο Copan στο São Paulo

εκκλησία στο Belo Horizonte, φωτο από εδω


Niteroi, Μουσείο Σύγχρονης τέχνης από την Japuou Utopie 

*Κάποτε τον είχε επισκεφτεί ο Walter Gropius ιδρυτής της αρχιτεκτονικής σχολής του Bauhaus στο σπίτι του στο Κανόας, στο δάσος πάνω από το Rio. Ο Niemeyer έλεγε γι αυτή τη συνάντηση:“Είχα σχεδιάσει το σπίτι ώστε να αποτελεί φυσική συνέχεια στις καμπύλες του τοπίου. Ο Γκρόπιους είπε ότι το σπίτι ήταν θαυμάσιο αλλά ότι δεν μπορούσε να παραχθεί μαζικά. Λες και είχα τέτοια πρόθεση! Τι ηλίθιος”. (10)

φωτο από εδώ


Ο Niemeyer παντρεύτηκε την Annita Baldo το 1928 σε ηλικία μόλις 21 ετών. Απέκτησαν μια κόρη, πέντε εγγόνια, δεκατρία δισέγγονα και επτά τρισέγγονα. Η Annita Baldo πέθανε το 2004. Έζησαν μαζί 76 χρόνια. Λίγο πριν τα 99α γενέλθιά του ο Niemeyer, παντρεύτηκε για δεύτερη φορά την επί σειρά ετών γραμματέα του Vera Lucia Cabreira.(5)



In pictures: Brasilia celebrates 50 years 

Architectureby Oscar Niemeyer in Spain

Brasilia 50 years: Oscar Niemeyer αγγλικοί υπότιτλοι 1.24

"La vida es un soplo" ισπανικοί υποτιτλοι διάρκεια 1.29.18

el poema en la curva ισπανικοί υποτιτλοι διάρκεια 3.11


-Dave Brubeck και Oscar Niemeyer  από την Japuou Utopie