Κυριακή, 31 Μαρτίου 2013

Ώρα Μεσαίωνα

Παλιά είχα την εξωφρενική συνήθεια να τοποθετώ τα βιβλία στα ράφια κατά εκδοτικό οίκο. Η αρχειοθέτηση, κατά είδος πρώτα και στη συνέχεια κατά συγγραφέα είχε πέσει θύμα της υψηλής αισθητικής. Και ήταν όντως πιο ωραία έτσι: βιβλία του ιδίου ύψους, με ράχες ομοιόμορφες, που είχαν αρμονικές αποχρώσεις, βρισκόταν εν σειρά στα ράφια. Το είχα συνηθίσει αυτό, το έξω από κάθε λογική σύστημα και μπορούσα άνετα να βρω αν πάσα στιγμή το βιβλίο που έψαχνα. Ακόμα και βιβλία συγγραφέων που είχαν μετοικίσει πολλές φορές από τον ένα εκδοτικό οίκο σε άλλους.

Μετά από  μετακόμιση κι ενώ ακόμα τα βιβλία ήταν σε κούτες αποφάσισα να σοβαρευτώ. Βγάζοντάς τα, άρχισα πρώτα να τα ξεχωρίζω κατά είδος σε στοίβες. Ιστορία, λογοτεχνία, ποίηση, τέχνη. Καθώς ψήλωναν οι στοίβες, κατάλαβα ότι έπρεπε να προχωρήσω και σε άλλες διακρίσεις. Έτσι η λογοτεχνία χωρίστηκε σε ελληνική και ξένη. Η ξένη στη συνέχεια, χωρίστηκε σε ευρωπαϊκή -οι μεγάλοι Ρώσοι μπήκαν στη δική τους στοίβα- σε ισπανόφωνη -με Μάρκες και Γιόσα να διεκδικούν την μερίδα του λέοντος σε μήκος ραφιών- και σε αμερικάνικη. Μετά, η τέχνη διαχωρίστηκε σε θέατρο, ζωγραφική, κινηματογράφο, θέατρο, φωτογραφία. Πήρε αρκετές μέρες αυτή η διαδικασία, ήταν εξαιρετικά κουραστική αλλά τελικά τα κατάφερα.

Μόνο μια σειρά από μικρά βιβλιαράκια ακολούθησε το παλιό σύστημα “αρχειοθέτησης”. Ήταν της Εστίας, από τη “Σειρά εκλεκτών έργων της νεοελληνικής λογοτεχνίας” που δημιούργησε ο Κωνσταντίνος Σαραντόπουλος και συγκέντρωσε στους μικρούς τόμους της την περίφημη γενιά του `30. Τα βιβλία αυτά τοποθετήθηκαν μαζί αναγκαστικά γιατί στην καινούρια βιβλιοθήκη που μόλις είχα αποκτήσει, υπήρχε ένα χαμηλό σε ύψος και μικρό σε έκταση ράφι που τα έπαιρνε μια χαρά.

Από χθες που έμαθα ότι το βιβλιοπωλείο της Εστίας έκλεισε μετά από 128 συνεχή έτη λειτουργίας, παρ` όλο που και σε άλλα ράφια υπάρχουν σκόρπια βιβλία της Εστίας, το μάτι μου συνέχεια πάει σε αυτό το ράφι. Σήμερα έβγαλα τη φωτογραφία και στρώθηκα να ετοιμάσω ποστ. Θα έγραφα τα αυτονόητα: για τα βιβλιοπωλεία που κλείνουν ενώ την ίδια στιγμή πολλαπλασιάζονται με ρυθμούς αμοιβάδας τα ενεχυροδανειστήρια. Για το κενό που θα αφήσει αυτό το λουκέτο, για τους υπαλλήλους του εκδοτικού οίκου που προστίθενται στην ατέλειωτη στρατιά των ανέργων. Ίσως μάλιστα να έφτανα στο ακραίο σημείο να γράψω διάφορα λαϊκίστικα όπως: “τη στιγμή που διασώζονται πάση θυσία τράπεζες, ιστορικοί εκδοτικοί οίκοι αφήνονται να σβήσουν στη δύνη της κρίσης.”

Αν τελικά δεν το έκανα ήταν γιατί τελευταία στιγμή έπεσε το μάτι μου σε μια άλλη, σημερινή είδηση που έλεγε: “Σοκαρισμένοι από το θέαμα ακόμα και οι αστυνομικοί της Αστυνομικής Διεύθυνσης Ηλείας που βρήκαν έναν 22χρονο δεμένο με αλυσίδα από το πόδι, σε μεταλλικό πάσσαλο θερμοκηπίου, για να μην το σκάσει. Η επιχείρηση των αστυνομικών εκτυλίχθηκε το απόγευμα του Σαββάτου, όταν ενημερώθηκαν οι Αρχές από ομοεθνείς 22χρονου Μπαγκλαντέζου πως κρατείται όμηρος σε θερμοκήπιο..."*

Μετά και από αυτή την είδηση, με ασήκωτη την αλυσίδα στο πόδι του ανέστιου και πένητος τάλανος δίπλα και πάνω από το βαρύ λουκέτο στην πόρτα της Εστίας, το μόνο που μπορούσα να κάνω, ήταν να δημοσιεύσω βιαστικά, σχεδόν διεκπεραιωτικά  το ποστ και να αρχίσω να γυρίζω τα ρολόγια. Όχι μια ώρα πίσω, στη θερινή, μα σε ώρα μεσαίωνα.




Σάββατο, 30 Μαρτίου 2013

Buena vista

Τα απόγευμα θα ανηφορίσω στον Υμηττό. Από τα τελευταία σπίτια μέχρι ψηλά, είναι σχεδόν μια ώρα δρόμος, αλλά αξίζει τον κόπο. Όχι γιατί υπάρχει περίπτωση να ανακαλύψει κανείς το κρυμμένο από τα τέλη της δεκαετίας του `50, μυστικό του Μάνου, αλλά για τη θέα. Buena vista από κει πάνω. Όσο απομακρύνεσαι από την πόλη και εισχωρείς στο περιαστικό πράσινο, όσο ανεβαίνεις, τόσο μακραίνουν οι ήχοι της πόλης και μικραίνουν τα κτίσματα. Ανεπαίσθητα όλα αρχίζουν να μπαίνουν στις σωστές τους διαστάσεις.

Σε ένα σημείο ψηλά, θα αφήσω το δρόμο και θα πάρω ένα μονοπάτι. Μόλις που διακρίνεται κατειλημμένο από την νέα βλάστηση· θρασύς και παράφορος ο ανοιξιάτικος επεκτατισμός της φύσης. Σε μια στροφή του μονοπατιού, υπάρχει ένας βράχος -κάθισμα. Εκεί θα αράξω. Θρόνος σωστός που αν ήξερε την ύπαρξή του ο Ξέρξης Σεπτέμβρη του 480π.Χ, εδώ θα καθόταν κι όχι από την άλλη μεριά. Μα γι αυτόν το αποτέλεσμα πάλι το ίδιο θα ήταν. Τότε βλέπεις ήμασταν αποφασισμένοι να νικήσουμε. 

Σήμερα είναι καθαρή η ατμόσφαιρα. Πιάτο θα βρεθεί το λεκανοπέδιο μπροστά μου. Στην αρχή θα κοιτάζω τα κοντινά. Θα προσπαθώ με μπούσουλα τα φυσικά εξάρματα να εντοπίσω, τις συνοικίες, τις λεωφόρους, τους δρόμους, τα μεγάλα κτίρια. Ύστερα καθώς το φως θα λιγοστεύει θα δω το σύνολο. Θα ξεθαρρέψει το μάτι και θα αλωνίσει στην απλωσιά. Από την Πεντέλη μέχρι τη Σαλαμίνα και από το -αθέατο από αυτό το σημείο- μοναστήρι της Καισαριανής μέχρι απέναντι, τα αχνά βουνά της Πελοποννήσου.

Θα μείνω εκεί ψηλά αδειάζοντας από τα μικρά του κάτω κόσμου.  Περιμένοντας τη μεγάλη ώρα: εκείνο το ελάχιστο διάστημα που συνυπάρχει το τελευταίο φως της μέρας, με τα φώτα της πόλης που αρχίζουν να ανάβουν σιγά-σιγά το ένα μετά το άλλο. Τη στιγμή που θα προβάλει η Ακρόπολη στο φως των προβολέων, θα πιάσω στο αέρα ριπές από θυμάρι και πεύκο. Πίσω τους θα ακολουθήσει η ψευδαίσθηση ότι έφτασε μέχρι εκεί πάνω, μια μυρωδιά θάλασσας. Όταν ακουστεί κελάηδημα αηδονιού μέσα στην απόλυτη ησυχία, θα αρχίζω να κατηφορίζω με τους τελευταίους περιπατητές. 




Πέμπτη, 28 Μαρτίου 2013

Μάτια, μάθια και ματιές

1.Δυο πράσινα μάτια 
Στίχοι: Κώστα Κιούσης  Μουσική: Μίμης Κατριβάνος 




2.Γλυκά μου μάτια
Στίχοι: Σπύρος Χρώνης  Μουσική: Νίκος Γούναρης
Ερμηνεία: Νίκος Γούναρης 


Στίχοι: Λεωνίδα Κατσουρόπουλου. Μουσική :Eldo di Lazzaro 
Ερμηνεία: Δανάη 

Στίχοι:Κώστα Κοφινιώτη Μουσική: Μιχάλη Σουγιούλ 
Ερμηνεία: Μαρίνα Δεμερτζή. 

5.Ξέρω δυο μάτια γαλανά
Στίχοι: Γ. Γιαννακόπουλος Μουσική: Γ. Μουζάκης
Ερμηνεία: Τζένη Βάνου, Γιάννης Βογιατζής

6.Μάτια καστανά
Στίχοι: Νίκος Φατσέας
Μουσική, Ερμηνεία: Τώνης Μαρούδας

7.Αυτά τα μάτια κάπου τα `χω ξαναδεί
Στίχοι: Αλέκος Σακελλάριος Μουσική:Μιχάλης Σουγιούλ
Ερμηνεία: Τώνης Μαρούδας

8.Μάτια μου
Στίχοι: Κώστας Κιούσης Μουσική:Μιχάλης Σουγιούλ
Ερμηνεία: Τώνης Μαρούδας

9.Τέτοια μάτια γαλανά
Στίχοι:Σακελλαρίου-Γιαννακόπουλου Μουσική:Μιχάλη Σουγιούλ
Ερμηνεία: Πάολα Νικολέσκο



Στίχοι Μουσική: Μάρκος Βαμβακάρης, 
Ερμηνεία: Γρηγόρης Μπιθικώτσης, Φλερύ Νταντωνάκη

Στίχοι, Μουσική: Μάρκος Βαμβακάρης 
Ερμηνεία: Μάρκος Βαμβακάρης -Στράτος Παγιουμτζής 

Στίχοι, Μουσική: Μάρκος Βαμβακάρης 
Ερμηνεία: Μάρκος Βαμβακάρης, 
Κώστας Ρούκουνας και Στράτος Παγιουμτζής 

Μουσική: Στελλάκης Περπινιάδης 
Ερμηνεία: Ρίτα Αμπατζή 

Μουσική: Π. Τούντας 
Ερμηνεία: Γ. Βιδάλης 

Στίχοι-Μουσική: Κώστα Σκαρβέλης 
Ερμηνεία: Γιώργος Κάβουρας 

16.Τα ματάκια σου τα μαύρα
Μουσική στίχοι: Περπινιάδης Σέμσης
Ερμηνεία: Στελλάκης Περπινιάδης

17.Τα ματάκια σου τα δυο
παραδοσιακό
Ερμηνεία: Ρόζα Εσκενάζι

18. Μάτια γλυκά και γαλανά
Μουσική, Στίχοι ερμηνεία: Μπαγιαντέρας


Στίχοι ,Μουσική: Απόστολος Καλδάρας
Ερμηνεία: Βίκυ Μοσχολιού 

20.Τι γλυκό να σ` αγαπούν (Μάτια μου μεγάλα) 
Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος  Μουσική: Γιώργος Ζαμπέτα 
Ερμηνεία: Χαρούλα Αλεξίου 

Στίχοι- Μουσική:Άκης Πάνου. 
Ερμηνεία: Βίκυ Μοσχολιού 

Στίχοι:Μανώλη Ρασούλη Μουσική: Χρίστου Νικολόπουλου 
Ερμηνεία: Γλυκερία 

Στίχοι: Νίκος Γκάτσος Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος 
Ερμηνεία: Γρηγόρης Μπιθικώτσης

24.Η Κατερίνα (Μάτια μου μεγάλα)
Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος Μουσική: Γ. Μαρκόπουλος
Εκτέλεση: Α. Βουγιουκλάκη, Λαβρέντης Διανέλλος


25.Πρώτη φορά (τα μάτια σου στα μάτια μου) 
Συνθέτης: Μίμης Πλέσσας Στιχουργός: Λ. Παπαδόπουλος
Ερμηνεία: Ρένα Κουμιώτη 

Στίχοι:Κώστας Μάνεσης  Μουσική: Θόδωρος Δερβενιώτης 
Ερμηνεία: Πόλυ Πάνου 

Στίχοι: Χρίστος Κολοκοτρώνης- Σταύρος Παντελίδης 
Μουσική: Στέλιος Χρυσίνης 
Ερμηνεία: Καίτη Γκρέυ 

Στίχοι Μουσική: Άκης Πάνου 
Ερμηνεία: Στράτος Διονυσίου, Βούλα Γκίκα. 

Στίχοι, Μουσική: Απόστολος Καλδάρας 
Ερμηνεία: Στράτος Διονυσίου 

Στίχοι- Μουσική: Μανώλης Χιώτης 
Ερμηνεία: Σωτηρία Μπέλου 

31.Δε θέλω τα ματάκια σου
Στίχοι μουσική: Βασίλη Τσιτσάνη
Ερμηνεία: Νταίζη Σταυροπούλου

32.Γαλάζια Μάτια
Μουσική: Μανώλης Χιώτης
Ερμηνεία: Μαίρη Λίντα

33.Μάτια μου, μάτια μου
Στίχοι: Λευτ. Παπαδόπουλος Μουσική: Στ. Κουγιουμτζής
Ερμηνεία: Χαρούλα Αλεξίου

Στίχοι: Γιάννης Κακουλίδης Μουσική: Γιώργος Κοντογιώργος 
Ερμηνεία: Μιχάλης Βιολάρης 

Στίχοι: Δημήτρης Ιατρόπουλος Μουσική: Λάκης Παπάς 
Ερμηνεία: Λάκης Παπάς 

Στίχοι: Λευτ. Παπαδόπουλος Μουσική: Μίμης Πλέσσας
Εκτέλεση: Γιάννης Πουλόπουλος 

Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος Μουσική: Γιάννης Σπανός 
Ερμηνεία: Γιάννης Πουλόπουλος 

Στίχοι: Λευτ. Παπαδόπουλος Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος 
Ερμηνεία: Γιάννης Πάριος 

Στίχοι:Μιχ. Γκανάς Μουσική: Παπαδημητρίου Δημήτρης 
Ερμηνεία: Ανδρεάτος Γεράσιμος 

Στίχοι: Κώστα Τριπολίτη Μουσική: Διονύσης Τσακνής 
Ερμηνεία: Διονύσης Τσακνής 

Στίχοι: Άκος Δασκαλόπουλος. Μουσική: Μάνος Λοΐζος.
Ερμηνεία: Δήμητρα Γαλάνη 

Στίχοι: Ισαάκ Σούσης Μουσική :Λαυρέντης Μαχαιρίτσας 
Πρώτη εκτέλεση: Λαυρέντης Μαχαιρίτσας 

Στίχοι: Γιάννης Κακουλίδης  Μουσική: Γ. Κοντογιώργος 
Ερμηνεία: Μιχάλης Βιολάρης 

Στίχοι -Μουσική: Δημήτρης Αποστολάκης
Εκτέλεση: Χαΐνηδες 

Στίχοι, Μουσική: Ορφέας Περίδης
Ερμηνεία: Νίκος Παπάζογλου 

Στίχοι: Αλ. Παπαδιαμάντη Μουσική: Μανώλης Λιαπάκης 
Ερμηνεία: Σωκράτης Μάλαμας 

47.Τα σκούρα μάτια
Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος Μουσική: Κουγιουμτζής
Ερμηνεία: Χαρούλα Αλεξίου

48.Για κοίτα με στα μάτια
Στίχοι- Μουσική: Άκης Πάνου
Ερμηνεία:Μαρινέλλα 
δημοτικό, ερμηνεία: Νίκος Γιαννακος 

Δημοτικό, Ερμηνεία Θ. Μουστάκας 

Νησιώτικο, ερμηνεία: Λέτα Κορρέ. 

Νησιώτικο, Ερμηνεία: Ειρήνη Κονιτοπούλου 

53.Κάθε δέκαπέντε (συνα- ντιόμαι με τα μάτια εκείνα) 
Κοτσάτος Α Νάξου  ερμηνεία: Κούλα Κληρονόμου Σιδέρη 

Στίχοι, Μουσική, Ερμηνεία: Θανάσης Σκορδαλός 

Ερμηνεία: Μενέλαος και Γιώργης Νταγιάντας 

Στίχοι:Γιώργης Σταυρακάκης 
Μουσική: Βασίλης Ξυλούρης, Ψαραντώνης 
Ερμηνεία:Ψαραντώνης 

57.Τα μάθια σου μ` αρέσουν
Ερμηνεία: Βασίλης Σκουλάς 

ερμηνεία: Γιώργης Βρέντζος (Κατής) 

59. Βασίλη μ` τα ματάκια σου
Αλέκος Κιτσάκης






"Κι ας έρθουν τώρα να μας κρίνουν οι κάτοικοι οδών, συνοικιών
και πόλεων. Ας έρθουν τώρα να μας κρίνουν οι νομοταγείς
πολίτες της ανυπαρξίας. Ας έρθουν οι ακατοίκητοι άνθρωποι."*



οι εικόνες από εδώ

*Αργύρη Χιόνη,  Σαν τον τυφλό μπροστά στον καθρέφτη,  Θ`






Τρίτη, 26 Μαρτίου 2013

You must believe



Κάποιος έβγαζε γλώσσα στην Άνοιξη
μέχρι που πάνω της κάθισε μια πασχαλίτσα. 
~*~

Δευτέρα, 25 Μαρτίου 2013

"αὐτὸς ὁ πόλεμος ἔτσι ἔγινε"


Πόλεμος της Τριπολιτσάς και των πέριξ αυτής χωρίων.

Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης αφού έμαθε γράμματα σε ηλικία τριανταδύο χρόνων, άρχισε να γράφει τα Απομνημονεύματά του στο Άργος το Φεβρουάριο του 1829. Εικοσιένα χρόνια αργότερα το χειρόγραφό του ολοκληρωμένο, ήταν στην τυπωμένη του μορφή, περισσότερες από 460 σελίδες μεγάλου σχήματος.

Το 1836 ο Μακρυγιάννης βρέθηκε στη Δυτική Ρούμελη σε στρατιωτική αποστολή. Αντικρίζοντας μετά από χρόνια τον σκηνικό χώρο των μαχών της Επανάστασης σκέφτηκε ότι θα ήταν χρήσιμο, αν όχι απαραίτητο -με δεδομένο ότι η πλειονότητα των Ελλήνων ήταν αναλφάβητοι- το κείμενό του να συνοδεύεται από εικόνες που θα περιέγραφαν με το δικό τους, απλό τρόπο την Ιστορία που εκείνος κατέγραφε. Έτσι, επιστρέφοντας στην Αθήνα, όπως λέει ο ίδιος: «Πῆρα ἕνα ζωγράφο Φράγκο καὶ τὸν εἶχα νὰ μοῦ φκιάσει σὲ εἰκονογραφίες αὐτοὺς τοὺς πολέμους. Δὲ γνώριζα τὴ γλῶσσα του. Ἔφκιασε δυὸ τρεῖς, δὲν ἦταν καλές· τὸν πλέρωσα κι ἔφυγε. “ (1)


Μάχη της Γραβιάς. Το Χάνι.

“Μέσα στα απλόχωρα τοπία που ξετυλίγονται μπροστά του, ο ζωγράφος όφειλε να εγγράψει τους πολέμους, να κινήσει τα πλήθη, να προσδιορίσει την αριθμητική δύναμη των αντιπάλων, να δείξει την διάταξη των ομάδων, να επισημάνει τους αρχηγούς, ακόμα και να παρεμβάλει ανεκδοτικά επεισόδια. Η χαρτογραφική ερμηνεία του χώρου και οι μικρογραφικές απεικονίσεις των εμψύχων και των αψύχων ήταν κιόλας δοσμένες από την ίδια τη σύλληψη του έργου. Μ` άλλα λόγια ο ζωγράφος έπρεπε να διαθέτει μια ζωγραφική γλώσσα που θα ήταν το ισοδύναμο του αφηγηματικού λόγου του Στρατηγού. Μια γλώσσα λαϊκή, απροσποίητη και δραστική, με σύνταξη απλή, παρατακτική και λαγαρή. Όπως ο Μακρυγιάννης, έτσι κι εκείνος θα ήταν ελεύθερος να μεταπηδά από τη γενική εποπτεία στο ανέκδοτο, να παραβιάζει την ενότητα του τόπου και του χρόνου και να ιεραρχεί τα πράγματα ηθικά και συναισθηματικά, όχι λογικά και φυσιοκρατικά. Να γιατί ο Μακρυγιάννης σχόλασε το Φράγκο ζωγράφο. Δε γνώριζε τη γλώσσα του δηλώνει· και φυσικά κυριολεκτεί. Είναι όμως θεμιτό να ευρύνουμε το νόημα της δήλωσης. Ο Μακρυγιάννης δε γνώριζε ούτε τη γλώσσα ούτε το ζωγραφικό ιδίωμα του Φράγκου.” (2)

Η μάχη των Μύλων της Ναυπλίας


Κι ο Μακρυγιάννης συνεχίζει: Ἀφοῦ ἔδιωξα αὐτὸν τὸν ζωγράφο, ἔστειλα κι ἔφεραν ἀπὸ τὴ Σπάρτη ἕναν ἀγωνιστή, Παναγιώτη Ζωγράφο τὸν ἔλεγαν [...] ἤφερε καὶ δυό του παιδιά· καὶ τοὺς εἶχα στὸ σπίτι μου ὅταν ἐργάζονταν. Κι αὐτὸ ἄρχισε ἀπὸ τὰ 1836 καὶ τελείωσε τὰ 1839. Ἔπαιρνα τὸ ζωγράφο καὶ βγαίναμε στοὺς λόφους καὶ τὄλεγα: ῾Ἔτσι εἶναι ἐκείνη ἡ θέση, ἔτσι ἐκείνη· αὐτὸς ὁ πόλεμος ἔτσι ἔγινε· ἀρχηγὸς ἦταν τῶν Ἑλλήνων ἐκεῖνος, τῶν Τούρκων ἐκεῖνος...᾿» (1)

 
Μάχαι Άργους Αγιονορίου Κορίνθου

« Λαϊκός ζωγράφος, αγιογράφος της μεταβυζαντινής λαϊκής παράδοσης, αγωνιστής και ο ίδιος, ο Παναγιώτης Ζωγράφος ήταν ιδανικά προικισμένος για να αισθητοποιήσει τα οράματα του Στρατηγού. Οι αρχέτυπες εικόνες που είχαν στο πνεύμα τους κατάγονταν απ’ τον ίδιο πολιτισμό˙ έναν πολιτισμό λαϊκό αλλά αυτάρκη, ζωογονημένο από ένα πλούσιο παρελθόν που είχε περάσει μέσα στους φορείς του, όχι σαν ξηρή ιστορική μνήμη, αλλά σαν ύφος ζωής, σαν παραδομένη τεχνική και καλαισθησία»(2)


Α. Μάχη των Ελλήνων κατά των Τούρκων εις την γέφυραν της Αλαμάνας.Β. Εις την Αγίαν Μαρίνα εις Στυλίδα. Γ. Εις το Πατρακήτσι.

"Οἱ εἰκόνες αὐτές, ποὺ ἔγιναν μὲ τὸ χέρι τοῦ Παναγιώτη Ζωγράφου, καὶ μὲ τὸ «στοχασμὸ» τοῦ Μακρυγιάννη, εἶναι ἀπὸ τὰ πιὸ πολύτιμα κι ἀπὸ τὰ πιὸ ζωντανὰ μνημεῖα ποὺ ἔχομε τῆς λαϊκῆς μας ζωγραφικῆς -θέλω νὰ πῶ ἀπὸ τὰ μνημεῖα ἐκεῖνα ποὺ ξεσκεπάζουν ξαφνικὰ ἐκθαμβωτικὲς περιοχὲς τῆς ψυχῆς τοῦ λαοῦ μας. 

Οἱ ζωγραφιὲς αὐτὲς ποὺ παρασταίνουν μ᾿ ἐξαιρετικὴ ἀκρίβεια τὶς μάχες ποὺ θέλουν ν᾿ ἀποδώσουν -πολλὲς φορὲς σὰν ἕνα στρατιωτικὸ ντοκουμέντο- εἶναι συνάμα μία χαρὰ τῶν ματιῶν. Εἶδα ἄνθρωπο νὰ δακρύζει τὴν πρώτη φορὰ ποὺ τὶς ἀντίκρυσε. Κάποτε σοῦ θυμίζουν λαϊκὰ κεντήματα, ὅπως λ.χ. ἡ ἔξοχη πολιορκία τοῦ κάστρου τῆς Ἀθήνας· κάποτε σὲ ξαναφέρνουν σὲ περιβόλια ποὺ ἔμειναν χλωρὰ ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ τὰ πρωτοεῖδε ὁ τεχνίτης· κάποτε σὲ κάνουν ν᾿ ἀνασαίνεις τὴν ἀτμόσφαιρα μαγείας καὶ φόβου τοῦ παραμυθιοῦ τῶν παιδικῶν χρόνων· εἶναι μία πρωτάκουστη καὶ συνάμα μία πολὺ παλιὰ ραψῳδία." (3)


Μάχη της Λαγκάδος Κομπότι και Πέτα.


Ο Παναγιώτης Ζωγράφος “ Χαρτογραφεί ανεπιτήδευτα, χωρίς να προσφέρει μιαν ακόμα προσωπική ανάγνωση, μακριά από το métier μιας ψευδαισθησιακής ζωγραφικής, αλλά με αυτό που προσιδιάζει σε έναν λαϊκό τεχνίτη με συγκεκριμένες προσλαμβάνουσες και φορέα μιας ορισμένης βυζαντινότροπης παράδοσης, η οποία προκρίνει, μεταξύ άλλων, την επιπεδότητα του πίνακα, την «ισότητα» των μορφών ή την απέριττη -ίσως αφελή- και «άδολη» εξιστόρηση. Τούτο το τελευταίο, ήταν μέλημα του Μακρυγιάννη και ο Ζωγράφος ταυτίστηκε μαζί του.” (4)


Μάχη και πρώτη πολιορκία των Αθηνών

Από τους 24 πρωτότυπους πίνακες, κατασκευάστηκαν 4 πλήρεις σειρές αντιγράφων σε χαρτί στράτζο, διαστάσεων 0,64 x0,50 με την τεχνική της υδατογραφίας.Τους πίνακες αυτούς ο Μακρυγιάννης τους έδειξε για πρώτη φορά σε επίσημο γεύμα στο σπίτι του. Από τις 4 σειρές των αντιγράφων ο Μακρυγιάννης χάρισε τις τρεις στους Πρέσβεις της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας ενώ μία σειρά πρόσφερε στον βασιλιά Όθωνα. Οι καλές κριτικές που δέχτηκε και ο ενθουσιασμός των συναγωνιστών του και των άλλων ομοτράπεζων, ενίσχυσαν την σκέψη του Στρατηγού για την έκδοση ενός λευκώματος προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα της απόκτησής του από πολλούς. (5)

Η Γέφυρα της Αλαμάνας και ο θάνατος του Αθανασίου Διάκου


«Μέρος των πολέμων της Ελλάδος, σχεδιασθέντων κατά στοχασμόν, υπαγόρευσιν και δι' ιδίων εξόδων του Συνταγματάρχου Μακρυγιάννη πρός ευχαρίστησιν των Ελλήνων και ευεργετών μας Φιλελλήνων». Με αυτή τη στερεότυπη επιγραφή ο Μακρυγιάννης συνόδευσε τις εικόνες που ο νους του είχε συλλάβει για να ιστορήσει τονΑγώνα.(6)


πηγές:

1.Στρατηγού Μακρυγιάννη, Απομνημονεύματα

2.Μαρίνα Λαμπράκη Πλάκα, “Εικονογραφία του Αγώνα” από το αφιέρωμα “Ιωάννης Μακρυγιάννης 200 χρόνια από τη γέννησή του” που δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ της 8ης Ιουνίου του 1997. 

3.Γιῶργος Σεφέρης: Ἕνας Ἕλληνας - ὁ Μακρυγιάννης«Δοκιμές», ἔκδ. Ἴκαρος, Ἀθῆναι 1981

5.Μακρυγιάννη Ιωάννη – Ζωγράφου Παναγιώτη (Εικόνες του Αγώνος)




οι εικόνες από εδώ 


Σάββατο, 23 Μαρτίου 2013

Who`s next?

.
Μουσική: The Lanes of Limerick
απο την ταινία Angela's Ashes, σύνθεση του John Williams.


Το σκιτσάκι αναδημοσιεύτηκε στο site  της Αυγής 


Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2013

Στη βιτρίνα


Μέρα μουντή με ψιλόβροχο και ξεθυμασμένο βοριά. Τέλος του χειμώνα και των εκπτώσεων στο Ηράκλειο. Μια ηλικιωμένη γυναίκα περπατούσε αργά στον πεζόδρομο της Χάνδακος ανηφορίζοντας προς τα Λιοντάρια. Μπροστά στο μαγαζί με υφάσματα έκοψε κι άλλο ταχύτητα κοιτάζοντας αφηρημένα. Στο τέλος της βιτρίνας δίστασε για λίγο, αλλά τελικά σταμάτησε. 

Πλησίασε το πρόσωπο στο τζάμι και κοίταξε προσεκτικά όλα τα υφάσματα ένα-ένα με τη σειρά. Υπολόγισε το ποσοστό της έκπτωσης. Υπέθεσε με έμπειρο βλέμμα την υφή τους. Φαινόταν βέβαιη για τις ποιότητες, σαν να  είχε ήδη ψαχουλέψει τα υφάσματα, ανιχνεύοντας με ακρίβεια, μετάξι, ρεγιόν, καθαρό μαλλί, βελούδο, κασμίρι. 

Πιθανόν να λογάριασε, πόσα μέτρα θα έπρεπε να αγοράσει για το καινούριο φόρεμα που χρειαζόταν για το γάμο της εγγονής της. Πόσο θα στοίχιζε, συν τα ραφτικά βέβαια, τις φόδρες τα κουμπιά και το φερμουάρ. Τα δάχτυλά στο ένα χέρι που έκλειναν διαδοχικά, ίσως υπολόγιζαν τις πρόβες θα της έκανε η μοδίστρα. Αναρωτήθηκε αν θα το είχε έτοιμο εγκαίρως. 

Ύστερα, τραβήχτηκε λίγο, άλλαξε γωνία και το τζάμι της βιτρίνας έγινε καθρέφτης. Και τότε, με το άλλο χέρι, χάιδεψε το πρόσωπό της. 


Η φωτογραφία δημοσιεύτηκε στο τέταρτο τεύχος του μπαχάρ 

(βυτίο, ευχαριστώ για την πρόσκληση)


Μουσική: Amapola, του José María Lacalle García με τον Tito Schipa

Κυριακή, 17 Μαρτίου 2013

Η Παλιαπούλια


-Θα μας φάει ο Τεπές! φώναξε λαχανιασμένος ο Γιώργος, φρενάροντας απότομα. Η πίσω ρόδα μπλοκαρισμένη σύρθηκε στο έδαφος σηκώνοντας σύννεφο σκόνης. Πέταξε με τσαντίλα το ποδήλατο χάμω σφίγγοντας τα χείλη του για να μη βάλει τα κλάματα. Σέρτικος από μικρός ο Γιώργος -νευρόσπαστο τον έλεγαν οι δάσκαλοι στο δημοτικό- άμα νευρίαζε ή άμα ζορίζονταν πολύ, για να μην τού ξεφύγουν δάκρυα, σφιγγόταν ολόκληρος.

Με το που τον είδαμε να φτάνει σπινταριστός εκείνο το πρωί της Αποκριάς στην αλάνα με το μεγάλο πλάτανο, ο Άκης, ο Ηρακλής κι εγώ, φίλοι αχώριστοι, συμμαθητές και γείτονες, αφήσαμε το κουβάλημα και τρέξαμε κοντά του· τον περιμέναμε πώς και πώς να γυρίσει από την πάνω γειτονιά για να μας δώσει ραπόρτο. Το κλάμα μπορεί για την ώρα να το είχε γλιτώσει, μα ο κατάσκοπός μας ήταν κατακόκκινος κι η ανάσα του κομμένη.

Έτσι λαχανιασμένος και μούσκεμα από την ορθοπεταλιά μας είπε: “Έχουν τρεις ντάνες αγκάθια και δεν έχουν φέρει ακόμα της μεγάλης αποθήκης… τα είδα από το μπαλκόνι της θειάς μου...είναι πολλά, πάρα πολλά… είδα κι αυτά που μας τσόρεψαν…θα μας φάει ο Τεπές”. Λέγοντας αυτό το τελευταίο, αναγνωρίζοντας την πιθανή ήττα μας από την πάνω γειτονιά, τελικά δεν μπόρεσε να κρατήσει ένα δάκρυ. Σκύψαμε τα κεφάλια, όχι τόσο για να του δώσουμε την ευκαιρία να σκουπίσει το μάγουλό του, όσο γιατί σκεφτόμασταν, τί θα μπορούσαμε να κάνουμε έστω και εκείνη την στιγμή για να κερδίσουμε.

Το να είναι η Παλιαπούλια μας η πρώτη, ψηλότερη και μεγαλύτερη της μικρής μας πόλης ήταν για μας ζήτημα τιμής. Όπως οι πατεράδες μας κι οι παππούδες μας πριν από μας, έτσι και εμείς, αμέσως μετά τις γιορτές των Χριστουγέννων, κάθε απόγευμα και τα Σαββατοκύριακα όλη μέρα, βγαίναμε για να μαζέψουμε τσάκνα κι αγκάθια για την Παλιαπούλια, τη μεγάλη φωτιά, που θα ανάβαμε το βράδυ της τελευταίας Κυριακής της Αποκριάς. Με δρεπάνια, κλαδευτήρια, κόσες και τσουγκράνες γυρίζαμε στον κάμπο και κόβαμε τις βατσινιές που φούντωναν στα όρια των χωραφιών.

Ούτε οι βροχές ούτε τα χιόνια μας σταματούσαν. Μαζεύαμε και τα κρύβαμε σε αποθήκες στην γειτονιά, που όχι μόνο διπλοκλειδώναμε, μα φυλάγαμε οι μισοί από μας απ` έξω καραούλι τις νύχτες για να μη μας τα κλέψουν, ειδικά τις τελευταίες μέρες που ήταν πολλά. Οι άλλοι μισοί, πήγαιναν στις άλλες γειτονιές αργά, λίγο πριν το ξημέρωμα, όταν πια οι δικοί τους σκοποί είχαν αποκάμει κι είχαν πάει για ύπνο. Έσπαγαν ακόμα και λουκέτα αν χρειαζόταν κι έκλεβαν τα δικά τους. Έτσι ήθελε το έθιμο. Κι αν ήταν κανένας μεγάλος μαζί τους με αγροτικό, τα φόρτωναν γρήγορα-γρήγορα στην καρότσα και τα έφερναν στις δικές μας αποθήκες. Αν όχι, τα έσερναν σε όλη τη διαδρομή με καμιά κλεμμένη τσουγκράνα ή ακόμα και με τα χέρια που δεν χαμπάριαζαν από τρυπήματα. Κι έβλεπες την άλλη μέρα τους δρόμους της μικρή μας πόλης γεμάτους με  μικρά  ξυλάκια που ξέφευγαν από τις ντάνες, αδιάψευστα  ίχνη της κλεψιάς που ήταν καμάρι και απόδειξη παλικαριάς.

Εκείνη τη χρονιά είχαμε καταφέρει να κλέψουμε αγκάθια δυο φορές από την Πατσούρα και μια από το Ντολτσό, μα την προηγούμενη Τετάρτη, μόλις τρεις μέρες πριν την Αποκριά, ήρθαν από τον Τεπέ και μας άδειασαν μια αποθήκη· την πιο μεγάλη. Όπως κάθε βράδυ, έτσι και εκείνο είχαμε μαζευτεί μεγάλη παρέα γύρω από τη φωτιά που ανάψαμε – Μάρτη μήνα θερίζει το κρύο εκεί πάνω τα βράδια. Οι πατεράδες μας έψηναν λουκάνικα και θυμόταν ιστορίες από τα παλιά. 

Μπάμπουσκιες οι ιστορίες, η μια έβγαινε μέσα από την άλλη, το κρασί σε πλαστικά ποτήρια έλυνε τη μνήμη και το τσίπουρο στη συνέχεια, έφερνε τραγούδια. Γιορτή σωστή. Κι ας έβγαιναν οι μανάδες μας με τις νυχτικιές στα παράθυρα να φωνάζουν πρώτα στους μεγάλους “καλά τα παιδιά, εσείς δεν έχετε στάλα μυαλό;” κι ύστερα σε μας ”θα κρυώσετε, άντε μαζευτείτε κι έχετε να πάτε σχολείο αύριο”. Εμείς εκεί, μισομεθυσμένοι· οι μεγάλοι από νοσταλγία κι εμείς από τις κλεφτές γουλιές που πίναμε από τα ποτήρια των πατεράδων μας. Μισομεθυσμενοί γύρω από τη μικρή φωτιά  ονειρευόμασταν την άλλη, τη μεγάλη που θα στήναμε στην αλάνα με τον μεγάλο πλάτανο τη νύχτα της Αποκριάς. 

Νυστάξαμε όμως όλοι νωρίς εκείνο το βράδυ κι φύγαμε αφήνοντας κλειδωμένη μα αφύλαχτη την αποθήκη. Το πρωί, βλέποντας μισάνοιχτη τη πόρτα καταλάβαμε το κακό που μας βρήκε· μας έπιασαν στον ύπνο κυριολεκτικά και την άδειασαν. Από ποια γειτονιά ήταν οι δράστες, το μάθαμε λίγο αργότερα στο σχολείο όταν οι συμμαθητές μας από τον Τεπέ μας υποδέχτηκαν φωνάζοντας ρυθμικά: “Σας- τσο-ρέ-ψα-με! Σας- τσο-ρέ-ψα-με!” σπάζοντας για τα καλά τα νεύρα μας.


Να πάμε τώρα να μαζέψουμε τα κλαδιά απ` τις μηλιές!” πέταξε ο Άκης, εκεί που είχαμε απελπιστεί με το ραπόρτο του Γιώργου. Η ιδέα ήταν καταπληκτική! Όλα τα κτήματα του κάμπου, έξω από τη μικρή μας πόλη, είχαν στη σειρά ντάνες από βέργες που είχαν κλαδέψει από τις μηλιές. Αν κι ο κάμπος απείχε μόλις μια τρεχάλα από την αλάνα, θα ήταν πολύ δύσκολο αν όχι αδύνατον να τα κουβαλήσουμε, έτσι βαριά που ήταν τα δεμάτια με τα χλωρά κλαδιά. Ρωτήσαμε αμέσως τους άλλους που συνέχιζαν να κουβαλάνε τα αγκάθια από τις αποθήκες, για κανένα τρακτέρ με καρότσα ή έστω ένα αγροτικό. Δεν υπήρχε τίποτα. Ο Ηρακλής σκέφτηκε τότε να χρησιμοποιήσουμε ένα παλιό κάρο που ήταν παρατημένο χρόνια και σάπιζε σε μια αυλή. Ο Άκης έτρεξε στον στάβλο του παππού του και χωρίς καν να τον ρωτήσει, επέστρεψε μετά από λίγο έφιππος.

Με όσες γνώσεις είχαμε αποκομίσει από καουμπόικες ταινίες ζέψαμε κουτσά στραβά το άλογο και ξεκινήσαμε οι τέσσερις μας για τον κάμπο και τη μεγάλη μπάζα. Σταματήσαμε στο πρώτο κτήμα, του θείου του Νάκου, κουβαλήσαμε κλαδιά μέχρι που γέμισε το κάρο ως απάνω και γυρίσαμε. Μόλις μας είδαν τα άλλα παιδιά της γειτονιάς, έτρεξαν να βοηθήσουν στο ξεφόρτωμα. Ύστερα έφυγαν σφαίρα με τα ποδήλατα, έμπαιναν στα κτήματα με τη σειρά, κουβαλούσαν στο δρόμο τα κλαδιά κι εμείς περνούσαμε και τα παίρναμε με το κάρο. Μέχρι το μεσημέρι κόντευε να αδειάσει ο κάμπος από τα δεμάτια κι είχε γεμίσει η αλάνα. Κι αν δεν είχε σπάσει ο ένας άξονας του κάρου – πάλι καλά  που άντεξε με τόσο φορτίο- νομίζω ότι θα συνεχίζαμε μέχρι να φέρουμε και το τελευταίο κλαδί.

Αργά το μεσημέρι, σκάψαμε μια τρύπα στο μέσον της αλάνας. Εκεί στερεώσαμε καλά το ντάλι -τον κεντρικό άξονα- καμωμένο από ένα πανύψηλο λευκάδι με πελεκημένα τα κλαδιά. Γύρω του αρχίσαμε να στοιβάζουμε με σειρά, πρώτα τα δεμάτια από τον κάμπο κι ύστερα, ψηλά, με σκάλα τα αγκάθια και τα τσάκνα. Δεν είχαμε καλά καλά τελειώσει όταν ΄έφτασε η επιτροπή του Δήμου που γύριζε από γειτονιά σε γειτονιά και μετρούσε τις παλιαπούλιες αναζητώντας τη μεγαλύτερη. Αυτή που θα έπαιρνε το βραβείο. Δεν θυμάμαι το ύψος της, μα στην περιφέρειά της η τριαντάμετρη μετροταινία κόντεψε να μη φτάσει.


Ανάψαμε την Παλιαπούλια μόλις νύχτωσε για τα καλά. Τα χλωρά της βάσης άργησαν λίγο να πάρουν, μα μετά από λίγο φούντωσαν. Φούντωσε κι ο χορός με τα αποκριάτικα τραγούδια γύρω από τη φωτιά. Όλοι οι γείτονες πιασμένοι στη σειρά  και στο τέλος του κύκλου όσοι είχαν έρθει από άλλες γειτονιές. Εμείς αφού ρίξαμε μερικές στράκα στρούκες, σταθήκαμε και την κοιτάζαμε. Ειδικά ψηλά, εκεί που έφταναν οι φλόγες στο σκοτάδι και της διπλασίαζαν το μπόι. Περήφανοι μα κουρασμένοι από το τρέξιμο και την ένταση όλης της μέρας. 

Ούτε συζήτηση όμως για να πηδήξουμε στο τέλος, για το καλό ή για να φύγουν οι ψύλλοι όπως έλεγαν  παλιά. Λογαριάζαμε από καιρό να το κάνουμε, μα εκείνη τη νύχτα που αφήσαμε αφύλαχτη την αποθήκη, είχαμε ακούσει από τους πατεράδες μας, μια φοβερή ιστορία που είχαν ακούσει κι αυτοί από τους δικούς τους, για δυο παλικάρια είκοσι χρονών που μια Αποκριά πριν από τον πόλεμο, πήδηξαν ταυτόχρονα, ο ένας από τη μια μεριά κι ο άλλος από την άλλη και συγκρούστηκαν στο μέσον της φωτιάς που έκαιγε ακόμα. Ούτε πρόλαβαν να τους βγάλουν.

Είχαμε τρομάξει με την ιστορία κι όταν είδαμε το μέγεθος της δικιάς μας φωτιάς -κοντά 10 μέτρα διάμετρο- είπαμε να αφήσουμε τα άλματα για το καλοκαίρι, πάνω από τις μικρότερες φωτιές του Κλήδονα. Μας έφτανε η χαρά που εκείνη τη χρονιά, τη χρονιά που πηγαίναμε πρώτη Γυμνασίου, παρά τα τσορεμένα αγκάθια μας από τα παιδιά του Τεπέ, έστω και την τελευταία στιγμή τα καταφέραμε: η Παλιαπούλια της γειτονιά μας, πήρε το πρώτο βραβείο.


Καλή Σαρακοστή!

Η εικόνα από εδώ

Ανταπόκριση από τα πάτρια εδάφη! 

Παρασκευή, 15 Μαρτίου 2013

BIA



Χθες αργά τ` απόγευμα μπαίνοντας στο σούπερ μάρκετ είδα μια κοπέλα να στέκει στην είσοδο. Γύρω στα είκοσι πρέπει να ήταν. Μπορεί και λιγότερο. Αδύνατη σα σπουργίτι. Μαζεμένη σαν να κρύωνε κι ας ήταν γλυκιά η βραδιά. Στεκόταν εκεί, μαζεμένη σαν να ντρεπόταν. Την προσπέρασα αλλά ντράπηκα να την κοιτάξω στα μάτια. 

Βγαίνοντας από το σούπερ μάρκετ με τρεις σακούλες κυρίως με σαρακοστιανά, είδα την κοπέλα ακουμπισμένη στο τοίχο έτοιμη να καταρρεύσει και μόλις που ακούστηκε το “πεινάω” της, απάντηση στην ερώτηση “είσαι καλά κορίτσι μου;” ενός ηλικιωμένου κυρίου που στεκόταν δίπλα της ανήσυχος. 

“Τί θέλεις να φας;” τη ρώτησε κι εκείνη μουρμούρισε “Γιαούρτι” και ύστερα πρόσθεσε διστακτικά: “...και λίγο ψωμάκι αν γίνεται”. Ο ηλικιωμένος την έβαλε να καθίσει σε ένα πεζούλι, γύρισε και μού είπε: “Μείνε εδώ να την προσέχεις” και μπήκε βιαστικά στο κατάστημα για να επιστρέψει αμέσως με μια σακούλα στο ένα του χέρι γεμάτη: ψωμί, γιαούρτι, γάλα κι ένα ψητό κοτόπουλο. Στο άλλο κρατούσε ένα πλαστικό κουταλάκι. 

Έβγαλε το γιαούρτι από τη σακούλα, το άνοιξε και άρχισε να την ταῒζει. Στην τρίτη κουταλιά –με δυο μπουκιές ψωμί ενδιάμεσα- η κοπέλα σαν να συνήλθε κάπως κι έκανε να σηκωθεί. Ήθελε φύγει για να πάει το φαγητό στους δικούς της. “Πού μένεις;” τη ρώτησε ο κύριος κι εκείνη έδειξε προς την αλάνα πίσω από το σούπερ μάρκετ. Στο σκοτάδι μόλις που διακρίναμε ένα αυτοκίνητο. Εκεί έμεναν. 

Χθες αργά το απόγευμα, οι τρεις σακούλες με τα σαρακοστιανά μού φάνηκαν ασήκωτες στο δρόμο της επιστροφής κι ας έφερνε ο νοτιάς ριπές ανθισμένης νεραντζιάς. Ασήκωτες μού φάνηκαν κι οι σκόρπιες φράσεις -“σύμφωνα με πηγές του οικονομικού επιτελείου...", "...έστειλε μήνυμα για τις επιπτώσεις των σκληρών μέτρων...", "1 δισ. δολλάρια σκοπεύει να επενδύσει..."- από το κεντρικό δελτίο, καθώς τακτοποιούσα τα τρόφιμα στο ψυγείο και στα ντουλάπια. 

Όταν έφτασε στα αυτιά μου η φράση “καταδικάζουμε τη βία...”,  δεν άντεξα κι έκλεισα την τηλεόραση. 


Πέμπτη, 14 Μαρτίου 2013

New Diaspora




Η New Diaspora είναι μία ανοιχτή επιστολή με πολλαπλούς αποστολείς κι ακόμα περισσότερους αποδέκτες, που εστιάζει στις προσωπικές ιστορίες Ελλήνων που αποφάσισαν να μετακομίσουν στο εξωτερικό. 

Γιατί φύγαμε; Ποια είναι η άποψη μας για την τρέχουσα κατάσταση στην Ελλάδα; Κατά πόσο έχουμε προσαρμοστεί στην καινούργια μας ζωή; 

Ο κύριος αφηγηματικός άξονας είναι μια σειρά διαδικτυακών ντοκιμαντέρ σε σκηνοθεσία Νίκου Σταμπουλόπουλου, που ζει κι εργάζεται στο Άμστερνταμ από τον Οκτώβριο του 2009. 

Παράλληλα, η New Diaspora είναι μια ανοιχτή κοινότητα, όπου οι Έλληνες του εξωτερικού μπορούν να μοιραστούν το δικό τους περιεχόμενο και τις απόψεις τους, από οπουδήποτε κι αν βρίσκονται. Καταγράφοντας τις μαρτυρίες τους σε βίντεο, στέλνοντας φωτογραφίες, γράφοντας άρθρα και προτείνοντας ιδέες που σχετίζονται με τη θεματολογία της πλατφόρμας. 

Έχοντας σαν αφετηρία αυτά που μας ενώνουν αντί γι’ αυτά που μας χωρίζουν, στόχος μας είναι να παρέμβουμε μαζικά και δυναμικά στο δημόσιο διάλογο σχετικά με όσα συμβαίνουν στην πατρίδα μας. Επίσης, στόχος μας είναι να επαναπροσδιορίσουμε τη συλλογική μας ταυτότητα, καθώς και να προσφέρουμε μια διαφορετική οπτική στη διεθνή εικόνα των Ελλήνων. 

Tο site New Diaspora , η σελίδα στο facebook και  Twitter  @newdiaspora 


Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2013

Η δύναμη της άνοιξης



 Οι μηχανές και οι ιδέες
δεν έχουν καμία αξία 
αν δεν μπουν σε κίνηση.
Μίλα Ρούζιτσκα

Όλα τα συνηθίζει ο άνθρωπος
ακόμα και την κρεμάλα-
άμα γίνει δήμιος.
Κάρελ Τρίνκεβιτς

Τα πιο έξυπνα πράγματα
τα σκέφτηκαν εκείνοι
που σκεφτόταν μέχρι αποβλάκωσης. 
Μίλα Ρούζιτσκα





Τού ρίξατε λάσπη και τώρα τον δεί-
χνετε και φωνάζετε: κοιτάχτε τί βρώ-
μικος που είναι!
Ίμρε Φόρμπατ


Αφού αρνιόμαστε τα θαύματα στα περασμένα
δεν μπορούμε να τα περιμένουμε και στα μελλούμενα
Μίροσλαβ Γιόντλ

Για χάρη του ρυθμού
δε χρειάζεται να γράφουμε ποιήματα.
Μπορούμε να τινάζουμε χαλιά
 Ίμρε Φόρμπατ




Είμαι αισιόδοξος: πιστεύω
πως τα πράγματα δεν είναι τόσο άσχημα
για να μην μπορούμε 
να λέμε στους ανθρώπους την αλήθεια.
Γκάμπριελ Λάουμπ


Η ανθρωπότητα δεν μπορεί να γυρίσει
πίσω στις σπηλιές. Είμαστε πάρα πολλοί
Στανισλαβ Γιέρζυ Λετς


Το να λαθεύεις είναι ανθρώπινο
Γι αυτό και οι τύραννοι είν` αλάνθαστοι 
Τόμας Γιάνοβιτς 


Η μάσκα είναι το μόνο πρόσωπο
που διαλέγει μοναχός του ο άνθρωπος.
Γκαμπριέλ Λάουμπ



(Δανεισμένο εδώ και χρόνια το βιβλιαράκι, το λογάριαζα χαμένο. 
Επέστρεψε όμως στη βάση του και είπα να το γιορτάσω με ένα ποστ)

-το σκίτσο στο εξώφυλλο είναι του Γίρζι Γίρασεκ