Τετάρτη, 31 Ιουλίου 2013

Ψ. #71


Άργησα σου λέω. Άργησα πολύ. Έπρεπε να είχα στείλει πρώτος κι έστειλα τελευταίος. Μού πήρε καιρό να διαλέξω από τα βιβλία μου αυτό που θα πήγαινε ταχυδρομικώς για μοναδική κι ιδανική ανακύκλωση στο ποιητικό εργαστήρι του Σαμσών Ρακά για να επιστρέψει χθες, μαγικά μεταμορφωμένο στο Μονότυπο #71 της Ψυττάλειας του.

Έχω την εντύπωση ότι κανείς άλλος από τους κατόχους των Μονοτύπων που δημιούργησε αυτούς τους μήνες ο Σαμσών, δεν έχει πατήσει το πόδι του στην πλατφόρμα που κάποτε ήταν νησί. Για αυτό λέω ότι έπρεπε να είχα στείλει πρώτος, την πρώτη ύλη. Γιατί εγώ βρέθηκα για μια μέρα στην Ψυττάλεια. Μερικά χρόνια πριν γίνει πλατφόρμα στον Σαρωνικό και αιώνες μετά την άγρια σφαγή των ηττημένων της Ναυμαχίας του 480 π.Χ.

Όταν τυχαία έμαθα για τα γυρίσματα που θα γινόταν στο νησί, έκανα τα αδύνατα δυνατά για να πάω. Τα κατάφερα. Σήμερα, πολλά χρόνια αργότερα, γράφοντας αυτές τις γραμμές, αναρωτιέμαι αν η επιθυμία να βρεθώ τότε εκεί ήταν γιατί ήθελα να παρακολουθήσω από κοντά τα γυρίσματα εκείνης της τηλεταινίας που ούτε τον τίτλο της θυμάμαι, ή για το ίδιο το νησί. Νομίζω ότι ήταν κυρίως για το δεύτερο. Για το μικρό του μέγεθος, για τη γεωγραφική του θέση και την ιστορία του.

Αποπλεύσαμε από Πειραιά και είδα από μακριά τη σκοτεινή φιγούρα της. Καθώς πλησιάζαμε ξεχώρισα το φάρο που βρίσκεται στα νοτιοανατολικά. Όταν δέσαμε, δεν είχε ακόμα ξημερώσει. Ήταν άνοιξη και το πρωί, το κρύο κι η υγρασία σε τρυπούσαν μέχρι το κόκαλο. Αποβιβάστηκαν πρώτα οι κομπάρσοι και οι ηθοποιοί -κανέναν ανάμεσά τους δεν είχα αναγνωρίσει- μετά οι τεχνικοί κουβαλώντας τα μηχανήματα. Βγήκα τελευταίος.

νησίον ἓρημον πετρώδες...” την περιγράφει ο Στράβωνας στα Γεωγραφικά του κι έτσι ήταν. Με δυσκολία ανηφόριζαν μπροστά μου οι τεχνικοί με το φορτίο τους. Με δυσκολία κι εγώ καταφέρνω να ανασύρω σήμερα κάποιες σκόρπιες, θολές εικόνες από εκείνη τη μοναδική μου επίσκεψη. Από το περπάτημα που έκανα διασχίζοντας το νησί δυο φορές. Τα χίλια πεντακόσια μέτρα του μήκους του. Αυτό που μού έμεινε όμως δεν είναι τόσο εικόνες όσο η αίσθηση της Ιστορίας. Όχι την κύριας, της ηρωικής, των σχολικών εγχειριδίων μα των αθέατων παρασκηνίων της. Των γοητευτικών παραλειπόμενών της. Πριν την ναυμαχία της Σαλαμίνας, οι Πέρσες είχαν εγκαταστήσει φρουρά στο νησί. Μετά την ήττα, ο Περσικός στόλος φεύγοντας προς το Φάληρο την εγκατέλειψε στη μοίρα της. Κι ύστερα έφτασε εκεί ο Αριστείδης ο δίκαιος και τους εξόντωσε όλους, έναν προς έναν.

Περπατούσα καθώς ξημέρωνε και προσπαθούσα να φανταστώ τους Πέρσες ευγενείς της φρουράς εκείνο το μακρινό Σεπτέμβρη του 480 π.Χ, βέβαιους για την υπεροχή της στρατιάς τους να εγκαθίστανται στην Ψυττάλεια και λίγο αργότερα να παρακολουθούν την ναυμαχία από το θεωρείο τους, ανάλογο του βασιλιά τους στο Ποικίλο όρος. Πότε η βεβαιότητα για τη νίκη τους άρχισε να μετατρέπεται σε ανησυχία και πότε η ανησυχία έγινε απόγνωση; Ποιά στιγμή ένιωσαν πανικό καθώς έβλεπαν από κει ψηλά τον ηττημένο τους στόλο να τρέπεται σε φυγή. Κι ύστερα η αποβίβαση των δικών μας, τους άφησε την παραμικρή ελπίδα σωτηρίας; Πολέμησαν άραγε; Έτρεξαν να σωθούν ή παραδόθηκαν αμαχητί ικετεύοντας τους άντρες του Αριστείδη; Κοκκίνιζε ο ήλιος στα βράχια κι ήταν σαν να έβλεπα τους Πέρσες της γενιάς του Ξέρξη να ξεκληρίζονται. Κραυγές, αίμα, ρόγχος και το τέλος.

Σίγουρα την επόμενη άνοιξη, του 479 π.Χ, τα κυκλάμινα στα βράχια του νησιού θα ήταν πιο κόκκινα από ποτέ. 

Οι κομπάρσοι και οι ηθοποιοί είχαν αλλάξει ήδη και περιφερόταν με τα κοστούμια τους. Οι τεχνικοί είχαν στήσει τις κάμερες και τα μηχανήματα και φρόντιζαν για τις τελευταίες λεπτομέρειες. Η καρέκλα του σκηνοθέτη δεν ήταν χολιγουντιανή όπως την περίμενα, μα ένα απλό σκαμνί. Το σκηνικό, περίμενε έτοιμο από το χρόνο. Ερειπωμένα κτίσματα. Μικρά δωμάτια στη σειρά. “Κελιά” μού είπε κάποιος. “Κελιά, ναυτικής φυλακής” διευκρίνισε. Πότε έγινε, πόσο καιρό λειτούργησε, πόσοι ήταν οι κρατούμενοι, πόσοι οι δεσμοφύλακες, ποιες οι συνθήκες κράτησης· κανείς δεν ήξερε να μού απαντήσει. Κι είχαν πιο σοβαρές δουλειές να κάνουν. Η κλακέτα είχε ήδη χτυπήσει και το “πάμε γύρισμα” είχε ακουστεί.

Πάλι έπρεπε να αναρωτηθώ για τα παραλειπόμενα αυτής της πολύ μεταγενέστερης των Περσικών ιστορίας. Βασισμένος σε δυο λέξεις μόνο: “Ναυτική φυλακή”. Αλλά θαρρείς και τα μικρά κελιά, οι φαγωμένοι αρμοί των κονιαμάτων στις πέτρες των τοίχων, τα αλλεπάλληλα στρώματα του ασβέστη που ξεφλούδιζε είχαν κρατήσει από τους έγκλειστους σε αυτά τα άχρονα μπουντρούμια κάτι. Κάτι από μοναξιά, από εγκατάλειψη, από απελπισία. Και ίσως λαχτάρα για απόδραση. Γιατί δεν μπορεί, ανθρώπινο είναι αν στέκεσαι δέσμιος πάνω στο βράχο, πού πύρωνε -όπως ακριβώς κι εκείνη τη μέρα καθώς ο ήλιος είχε ανέβει ψηλά- να σκέφτεσαι τους πιο απίθανους τρόπους να ξεφύγεις από τους δεσμοφύλακες, να βρεθείς στην απόκρημνη ακτή της φυλακής σου και από κει, σαν άλλος Edmond Dantes να κολυμπήσεις μέχρι την πιο κοντινή ακτή της ελευθερίας σου.

Φεύγοντας αργά το απόγεμα εκείνης της μέρας από την Ψυττάλεια και κοιτάζοντας την να μικραίνει καθώς απομακρυνόμασταν, έδωσα υπόσχεση στον εαυτό μου να επιστρέψω. Όχι ανέτοιμος όπως την πρώτη φορά, μα έχοντας αναζητήσει πριν, όλες σκόρπιες αναφορές του άγνωστου, λησμονημένου πλέον απ` όλους νησιού στον  Αισχύλο, τον Ηρόδοτο, τον Πλούταρχο, τον Στράβωνα, τον Παυσανία. Έστω εκείνες τις λίγες λέξεις που της χάρισαν. Το ανέβαλα. Πέρασε καιρός κι έπειτα το νησί έγινε πλατφόρμα Επεξεργασίας Λυμάτων. Ήταν φυσικό να πιστέψω ότι η επίσκεψη-προσκύνημα που ονειρευόμουν να ξανακάνω, προετοιμασμένος κατάλληλα, περνούσε με αυτή την οδυνηρή εξέλιξη, οριστικά στον κατάλογο των ανέφικτων. Όμως η τύχη τα έφερε αλλιώς. Από χθες που έλαβα το δικό μου Μονότυπο, με αριθμό #71, νιώθω ότι επιτέλους πραγματοποιώ εκείνο το ταξίδι που είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου. Με άλλο τρόπο βέβαια, εξ ίσου όμως δυνατό και μοναδικά ποιητικό. Για αυτό το λόγο πρέπει να  ευχαριστήσω τον δημιουργό του διπλά. 






















Παρασκευή, 26 Ιουλίου 2013

Αττικό Αρχιπέλαγος


...ναι, σπούδασε ναυπηγός, Αθήνα στο Μετσόβιο και ύστερα σκάρωσε μόνος του στην ταράτσα ολόκληρο ιστιοπλοϊκό. Ξύλινο. Με κατάρτια, πανιά, τα πάντα. Τού πήρε καιρό μα τα κατάφερε. Το τελείωσε. Αλλά δεν είχε σκεφτεί πώς θα το κατέβαζε από κει, ούτε πώς θα το πήγαινε μέχρι τη θάλασσα. Μια μέρα, έπιασε δυνατός αέρας, πολλά μποφόρ, παρ` το κάτω το σκάφος. Όχι στην ταράτσα. Κάτω, κάτω. Στην Ιπποκράτους. Περνούσε ο κόσμος και δεν πίστευε στα μάτια του. Ιστιοπλοϊκό στη μέση της Ιπποκράτους...”

Είχαμε σταματήσει να τρώμε κι ακούγαμε τον Γιώργο. Οι άπιστοι Θωμάδες της παρέας ήταν έτοιμοι να πουν ότι η ιστορία του ναυπηγού ήταν ένας ακόμα αστικός μύθος. Εγώ πάλι από την αρχή της διήγησης είχα γουρλώσει τα μάτια. Το πρόσεξε κι είπε τάχα απειλητικά κουνώντας το πιρούνι του: “Μην τολμήσεις να το κάνεις ποστ!”. Είπα ένα “Καλά, καλά...” αλλά ήδη ήμουν στη φάση της καθέλκυσης, ενώ η παρέα περνούσε ως συνήθως, σε άλλο θέμα· κι από τους μεζέδες της Ροζαλίας, στο κύριο πιάτο.

Πώς χώρισε τη θάλασσα στα δυο ο Μωυσής και γλίτωσε το λαό του Ισραήλ από τους Αιγύπτιους του Φαραώ που τους καταδίωκαν; ἐξέτεινε δὲ Μωυσῆς τὴν χεῖρα ἐπὶ τὴν θάλασσαν, καὶ ὑπήγαγε Κύριος τὴν θάλασσαν ἐν ἀνέμῳ νότῳ βιαίῳ ὅλην τὴν νύκτα καὶ ἐποίησε τὴν θάλασσαν ξηράν, καὶ ἐσχίσθη τὸ ὕδωρ”*.

Ε λοιπόν, ακριβώς το ανάποδο μας χρειάζεται. Ένας Μωυσής να βρεθεί, να σηκώσει τα χέρια ψηλά να χωρίσει την ξηρά στα δύο. Να ανοίξουν όλα μέσα στην πόλη· δρόμοι, λεωφόροι και πλατείες. Να έρθει αμέσως μετά τσουνάμι μέγα και να κατακλυστεί το κενό με θαλασσινό νερό για να μας σώσει από τους διώκτες μας.


Να γίνουν  όλα τα κτίσματα νησιά διάσπαρτα στο Αττικό Αρχιπέλαγος και εμείς, έναντι μικρού αντιτίμου να κυκλοφορούμε με τα βαποράκια της γραμμής. Αμπελόκηποι-Κεραμεικός με μπλε φουγάρο, Κηφισιά- Καλλιθέα με πράσινο και με ολοκόκκινο τα βαπόρια της γραμμής Σεπόλια -Δάφνη.

Όταν βιαζόμαστε να μισθώνουμε ταχύπλοα, με εξωλέμβιες. Μαγκιόροι καπετάνιοι, απόγονοι του Ζέπου στο τιμόνι να μας περνούν από το μπουγάζι της Συγγρού με τέρμα τα γκάζια. Κι όσοι πλέουν εκεί αργά σαν τις θαλάσσιες χελώνες, να τρώνε τα απόνερά μας και να τραμπαλίζονται μέχρι ναυτίας.

Να φτιάχνουν τα παιδιά σχεδίες από πεταμένες παλέτες, να ανοίγουν όρτσα πανιά ιδρωμένα σεντόνια. Να μην έχουν άγκυρα· χωρίς πυξίδα να πηγαίνουν. Χωρίς πορτολάνους. Μόνο πότε πότε να ρίχνουν μια ματιά στα αστέρια.

Στα κοντινά, στο περίπτερο ή στην ΕΒΓΑ της γειτονιάς να πηγαίνουμε κολυμπώντας, δυο- τρεις απλωτές θα χρειάζονται το πολύ και ύστερα να γυρίζουμε με πρόσθιο με τη σακούλα στο στόμα γεμάτη παγωτά,  τσιγάρα, άντε και μερικές παγωμένες μπύρες. Μουσκεμένοι ως το κόκκαλο. Από χαρά. 

Να κάνουμε μακροβούτια στην Ασκληπιού να βρισκόμαστε με κομμένη την ανάσα στο υπόγειο της Πολιτείας -θαλάμι σωστό με θησαυρούς- και ύστερα να βγαίνουμε στον αφρό με βιβλία αντί για σφουγγάρια και κοχύλια.

Να καθόμαστε στα βράχια του Λυκαβηττού, να διαβάζουμε και να ρίχνουμε πότε- πότε ματιές στο καθρέφτισμα της Ακρόπολης στα νερά. Τις μέρες με μπουνάτσα. Να διαβάζουμε, να διαβάζουμε, παραλυμένοι από την ομορφιά κι ας ονομάσουν αργότερα οι ειδικοί αυτή την παράλυση, νόσο των αναγνωστών. Κι όταν θα σταματάμε, να βάζουμε φύκια ξερά στα βιβλία μας για να μη χάσουμε τη σελίδα.


Να δολώνουμε πετονιές και να τις πετάμε από τα μπαλκόνια μας, να πιάνουμε καλές ψαριές, ζαργάνες, σκορπίνες, μπαρμπούνια και σαργούς. Στα κάγκελα να ξεραίνουμε απλωμένα χταπόδια δίπλα σε μπουκαμβίλιες σε οίστρο καλοκαιρινό. Και στο τραπεζάκι,  στο ουζάκι μας -θολό από τον πάγο-να παραστέκεται αχινοσαλάτα, μαζεμένη με υπομονή και τρυπημένα δάχτυλα.

Να βουτάμε όλα τα απογεύματα του καλοκαιριού· από τις ταράτσες οι Βαϊσμίλερ, όλοι οι άλλοι από πρώτο και δεύτερο όροφο και τα μωρά με τα μπρατσάκια, από το χέρι με τις γιαγιάδες τους, με λουλουδάτες σκούφιες να μπαίνουν σιγά- σιγά από την αμμουδιά των εισόδων των πολυκατοικιών. Μέχρι εκεί που πατώνουν.

Τα Σαββατοκύριακα να το κάνουμε Λούτσα το Σύνταγμα. Να αράζουμε γυμνοί στα άσπρα βότσαλα μπροστά στον Άγνωστο στρατιώτη, με την πλάτη μας γυρισμένη στη Βουλή και με μισόκλειστα μάτια να βλέπουμε μπροστά το ηλιοβασίλεμα να βάφει πρώτα πορτοκαλιά κι ύστερα μαβιά τα νερά της Ερμού.

Κι όταν νυχτώνει να πηγαίνουμε βαρκάδα με κουπιά, έγια μόλα, στο ΒΟΞ κι από εκεί ψηλά από την ταράτσα, να μη βλέπουμε μπροστά την οθόνη, μα να κοιτάζουμε ψηλά στον ουρανό το φεγγάρι και κάτω, πάνω στα νερά της λιμνοθάλασσας των Εξαρχείων, τα ασήμια του απλωμένα.

Και τα παιδιά της πλατείας, Τρίτωνες και Σειρήνες, πλάσματα του νερού και ξωτικά της νύχτας να...

-”Πού τρέχει όλο το βράδυ ο λογισμός σου”, διέκοψε τις σκέψεις μου ο Γιώργος καθώς κατηφορίζαμε τη Βαλτετσίου προς τη λιμνοθάλασσα που γέμιζε γοργόνες.
-Στο ποστ, πού αλλού; Να σου πω πώς αρχίζει;”
- Ξέρω πώς αρχίζει. Πώς τελειώνει να μού πεις.
-Να, στο τέλος θα λέει: “Μέσα Σεπτέμβρη πια, σήκωσε πάλι ο Μωυσής τα χέρια ψηλά. Τα νερά τραβήχτηκαν και πήραν μαζί τους τους διώκτες μας καὶ οὐ κατελήφθη ἐξ αὐτῶν οὐδὲ εἷς." Και χάθηκε με μιας το Αττικό Αρχιπέλαγος, αλλά άφησε πίσω του τη Γη της Επαγγελίας.” Κάπως έτσι θα τελειώνει.
-Δεν καταλαβαίνω! Ποιό Αττικό Αρχιπέλαγος; Κι ο Μωυσής τί δουλειά έχει;
-Αν περάσεις Παρασκευή μεσημέρι από το μπλογκ θα καταλάβεις.



*Παλαιά Διαθήκη, Έξοδος ΙΔ 21
Εικόνες:  Florian Muller

*To ποστ αναδημοσιεύτηκε στο tvxs

Σάββατο, 20 Ιουλίου 2013

Τετάρτη, 17 Ιουλίου 2013

Από το αχ

Τα παιδιά, καλά. Η ίδια κι ο άντρας της, το ίδιο. Η δουλειά τους, κουτσά στραβά, πηγαίνει. Σαφώς λιγότερη -“πάνε οι καλές εποχές”- αλλά τα φέρνουν βόλτα. Ενώ χαμογελούσε, της ξέφευγαν αναστεναγμοί. Καταλάβαινα ότι υπήρχε κάτι που τη βάραινε. Όχι το βάρος που κουβαλάμε όλοι μας πλην των αναίσθητων· κάτι άλλο. Είχα το θάρρος -φίλοι από παιδιά βλέπεις- να τη ρωτήσω στα ίσια.

-“Ο αδελφός του πατέρα μου έκανε απόπειρα πριν μερικούς μήνες” είπε με μια ανάσα κοιτώντας με στα μάτια και ύστερα κατέβασε το κεφάλι.

Δέκα λέξεις όλες κι όλες, να σε φέρνουν αντιμέτωπο με μια άγρια πλευρά της κρίσης που δεν είχες καν σκεφτεί ότι υπάρχει. Ακούς, διαβάζεις κάθε μέρα, τρία χρόνια τώρα για αυτοκτονίες. Δε σου χρειάζονται στατιστικά. Το ξέρεις καλά, το νιώθεις ότι υπάρχει μεγάλη αύξηση. Μόνο και μόνο επειδή τίποτα δεν αναφέρουν τα κανάλια, είσαι σίγουρος ότι το πρόβλημα είναι τεράστιο. Για τις απόπειρες όμως ποιός μιλάει; Ούτε οι επίσημες στατιστικές μπορούν να τις καταμετρήσουν και σπάνια μαθαίνεις για αυτές. Έτσι, δεν μπορείς να υπολογίσεις τον αριθμό αυτών των “περιστατικών” κι ούτε κατά διάνοια μπορείς να φανταστείς το  μετά” μιας απόπειρας.

Δε ρώτησα ούτε πώς, ούτε γιατί. Μόνη της μού μίλησε για τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει ο άνθρωπος. Τον πρόλαβαν στο παρά πέντε κι από τότε, ζουν με την αγωνία. Γιατί το πρόβλημα συνεχίζει να υπάρχει. Έτσι, είναι στην τσίτα όλη η οικογένεια. Τον προσέχουν με βάρδιες. Όσο γίνεται πιο διακριτικά. Τρέμουν στην ιδέα ότι μπορεί να το επαναλάβει και την ίδια στιγμή προσπαθούν να το παίξουν άνετοι. Ό,τι τάχα ήταν μια κακιά στιγμή που πάει, πέρασε. Η γυναίκα του δεν κλείνει μάτι τα βράδια. Μουσκεύει το μαξιλάρι, πνίγει το αχ της και μετράει άυπνη τις ανάσες του μέχρι το πρωί. Εκείνος πάλι ντρέπεται. Γιατί απέτυχε; Γιατί νιώθει ότι τους φόρτωσε τόσο μεγάλο βάρος; Ποιός μπορεί να απαντήσει με σιγουριά;

Την ακούω χωρίς να λέω κουβέντα και στην ξαφνική της ερώτηση “Πιστεύεις ότι υπάρχει κόλαση;” δεν ξέρω αν και τί πρέπει να απαντήσω. Μα έχει έτοιμη την απάντηση: “Υπάρχει, κι εκεί θα πάνε από το “αχ” αυτής της γυναίκας που πλαγιάζει κάθε βράδυ με τον άντρα της και είναι σαν να πλαγιάζει με νεκρό.”



το σκίτσο του Henry Moore από εδώ   


το ποστ αναδημοσιεύτηκε στο tvxs


Δευτέρα, 15 Ιουλίου 2013

Liqueur de Géranium Rosat

 “Η κρίση είναι ευκαιρία”. Το άκουσα μια, το άκουσα δύο, το άκουσα τρεις. Μετά την χιλιοστή επανάληψη της καραμέλας σταμάτησα να μετράω κι αναρωτήθηκα: “Ρε, μπας και είναι τελικά; Λες να μην πρόκειται για το εκατομμυριοστό ψέμα που ακούμε;” Η επόμενη σκέψη ήταν η αμετάκλητη απόφαση: Αρπάζουμε την ευκαιρία! Όχι όμως πια υπηρεσίες· ήρθε η ώρα της παραγωγής. Κάτι. Κάτι, που είτε λείπει από την αγορά και είναι τόσο απαραίτητο που ο άλλος θα κάνει το σκατό του παξιμάδι για να το προμηθευτεί, είτε κάτι εξαιρετικής ποιότητας που και πάλι ο άλλος θα κάνει τα αδύνατα δυνατά για να το αποκτήσει.

Μετά από εμπεριστατωμένη έρευνα μηνών, σκέψεις και υπολογισμούς που με κράτησαν άυπνο σαν υπουργό Διοικητικής Μεταρρύθμισης, κατέληξα σε ένα προϊόν που συνδυάζει και τα δύο: ηδύποτο με το μοναδικό άρωμα της αμπαρόριζας- προϊόν που δεν υπάρχει στην παγκόσμια αγορά- με αγνά υλικά, σε υπερσύγχρονες εγκαταστάσεις, ώστε να εξασφαλιστεί η άριστη ποιότητα, καλύτερη των ανωτέρων ευρωπαϊκών.

Σήμερα βρίσκομαι στην ευχάριστη θέση να σας ξεναγήσω στη μονάδα παραγωγής και να σας αποκαλύψω την επτασφράγιστη συνταγή που προέκυψε μετά από πολλούς πειραματισμούς, επίπονες προσπάθειες και εξαντλητικές δοκιμές επί δοκιμών. 

Εδώ βλέπετε το πρώτο στάδιο της παραγωγής. Τα χιλιάδες φύλλα αμπερόριζας που συνέλεξα από τη δική μου παραγωγή -είναι σημαντικό να είναι εξασφαλισμένη η πρώτη ύλη ώστε η τελική τιμή του προϊόντος να μην εξαρτάται από τα καπρίτσια της αγοράς και τους μεσάζοντες- σε τεράστια βάζα, εμβαπτισμένα σε ρετσίνα, εκτίθεται στον καλοκαιρινό ήλιο επί σαράντα ημέρες. 


Στις τρεις διαδοχικές εικόνες -όλες από τις υπερσύγχρονες εγκαταστάσεις της ποτοποιίας “Ἒποψ ὁ Ἀττικός”- το φιλτράρισμα, ο βρασμός σε τεράστιο καζάνι Made in Yugoslavia  και η εμφιάλωση του μοναδικού λικέρ. Αξίζει να σημειωθεί ότι η αλυσίδα παραγωγής είναι πλήρως αυτοματοποιημένη και ότι σε κανένα στάδιο της παραγωγής δε μεσολαβεί ανθρώπινο χέρι, εξασφαλίζοντας έτσι υψηλότατα στάνταρ ποιότητας και υγιεινής.   

Τέλος, σας παρουσιάζω με ασυγκράτητη υπερηφάνεια την ετικέτα που αυτή τη στιγμή είναι στο δρόμο για το τυπογραφείο. Τα βραβεία και οι διακρίσεις που εικονίζονται εκατέρωθεν του ονόματος Liqueur de Géranium Rosat, είναι αυτά που θεωρείται βέβαιο ότι πρόκειται να αποσπάσει άμεσα το εν λόγω προϊόν. 

Τα υλικά

3 Μπουκάλια ρετσίνα Μαλαματίνα 0,5 lt
1 κιλό ζάχαρη (αφαιρούμε μια κούπα)
70 φύλλα αμπαρόριζας

Η συνταγή

Όλα τα υλικά, 40 μέρες στον ήλιο -σούρωμα- μια βράση- έτοιμο! Σερβίρεται παγωμένο. 

Σάββατο, 13 Ιουλίου 2013

Sleepless Minister

.

Τις δραματικές ώρες που περνάει ως ο υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης που θα πρέπει να υπογράψει απολύσεις και να οδηγήσει ανθρώπους στον εφιάλτη της ανεργίας, περιέγραψε σε εκτενή συνέντευξή του στο δίκτυο Bloomberg ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

«Δεν κοιμάμαι καλά τη νύχτα όταν ξέρω ότι θα χάσουν τη δουλειά τους τόσοι. Δεν είναι εύκολο, ακόμα και από συναισθηματικής απόψεως. Αν πρέπει ωστόσο να υπογράψω απολύσεις, το καλύτερο που μπορώ τουλάχιστον είναι να κάνω την καλύτερη επιλογή ως προς το ποιος πρέπει να χάσει τη δουλειά του», τόνισε μεταξύ άλλων ο Κυρ. Μητσοτάκης...ΤΑ ΝΕΑ

Τρίτη, 2 Ιουλίου 2013

Άρης Αλεξάνδρου, Ποιητική



Ποιητική

1
Αξίζει δεν αξίζει
στέλνω τις εκθέσεις μου σε χώρες που δε γίνανε ακόμα
προδίνω τις κινήσεις ενός ήλιου
που πέφτει την αυγή δίπλα στις μάντρες
επικυρώνοντας με φως
τις εκτελέσεις

2
Η κάθε μου λέξη
αν την αγγίξεις με τη γλώσσα
θυμίζει πικραμύγδαλο.
Απ’ την κάθε μου λέξη
λείπει ένα μεσημέρι με τα χέρια της μητέρας δίπλα στο ψωμί
και το φως που έσταζε απ’ το παιδικό κουτάλι στην πετσέτα.

3
Η μόνη ξιφολόγχη μου
ήταν το κρυφοκοίταγμα του φεγγαριού απ’ τα σύννεφα.
Ίσως γι’ αυτό δεν έγραψα ποτέ
στίχους τελεσίδικους σαν άντερα χυμένα
ίσως γι’ αυτό εγκαταλείπουν ένας-ένας τα χαρτιά μου
και τους ακούω στις κουβέντες όσων δε μ’ έχουνε διαβάσει.

Άη-Στράτης 1951

Aπό τη συλλογή «Άγονος γραμμή» (1952)

Ο Άρης Αλεξάνδρου  πέθανε στο Παρίσι στις 2 Ιουλίου του 1978.





Δευτέρα, 1 Ιουλίου 2013

Νυφούλα πενήντα κυβικών


 Είχε μόλις τελειώσει η εξεταστική και κανονίζαμε να βγούμε για να συζητήσουμε τα των διακοπών μας. Ο Σταύρος άφαντος. Πήγαμε τελικά για φαγητό στον Μπάρμπα Γιάννη και κάθε λίγο και λιγάκι κάποιος σηκωνόταν, πήγαινε λίγο πιο κάτω στη Μπενάκη  και τηλεφωνούσε στο σπίτι του. Κάποια στιγμή πέτυχε την αδελφή του κι έτσι μάθαμε ότι ο Σταύρος είχε πάει στην τελευταία προβολή του ΒΟΞ. 

 Δώδεκα και, ήμασταν έξω από τον κινηματογράφο. Είδαμε το μηχανάκι του παρκαρισμένο ανάμεσα σε άλλα και σιγουρευτήκαμε ότι ήταν εκεί. Επειδή είχε εξαφανιστεί όλη μέρα, αποφασίσαμε για να τον εκδικηθούμε να τού κάνουμε πλάκα. Έπεσαν διάφορες ιδέες, όπως να μετακινήσουμε το μηχανάκι για να νομίσει ότι του κλέψαμε. Καταλήξαμε όμως στην καλύτερη. Ομόφωνα. 

 Κάποιος από μας έφυγε σφαίρα και μετά από λίγο γύρισε με τρία πακέτα χαρτοπετσέτες και σελοτέιπ. Πιάσαμε αμέσως δουλειά. Ανοίγαμε τις διπλωμένες χαρτοπετσέτες και κολλούσαμε τη μια γωνία τους με το σελοτέιπ στο μηχανάκι αφήνοντας την υπόλοιπη να κρέμεται. Μεθοδικά, πυκνά, μπήκε η μια χαρτοπετσέτα δίπλα στην άλλη: από τις ζάντες και την εξάτμιση μέχρι το τιμόνι και τους καθρέφτες. Έτσι όπως ήμασταν πέντε έξι, πολύ σύντομα, το καλύψαμε όλο. 

 Όταν τελειώσαμε, σταθήκαμε δυο βήματα παραπέρα για να καμαρώσουμε το έργο μας, προσπαθώντας να βρούμε με τί έμοιαζε. Σαν τούρτα, σαν μπάλα, σα γλυπτό... “Σαν νυφούλα είναι” είπε η Φανή και δεν είχε άδικο. Ήταν μια χοντρή νυφούλα πενήντα κυβικών με χαρτοπετσέτες αντί για φαρμπαλάδες και δε θύμιζε καθόλου πια μηχανάκι.

 Όταν άναψαν τα φώτα πάνω στην ταράτσα του ΒΟΞ τρέξαμε να κρυφτούμε στη γωνία προς την πλατεία κι από κει κρυφοκοιτάζαμε. Βγήκαν οι πρώτοι θεατές κουβεντιάζοντας για την ταινία. Πρόσεξαν την εικαστική μας παρέμβαση και γέλασαν. Ο Σταύρος, όπως το φανταζόμασταν άλλωστε, βγήκε με τους τελευταίους. Τα άλλα μηχανάκια είχαν ήδη φύγει κι έξω από τον κινηματογράφο ήταν μόνο το δικό του. 

 Το κοίταξε αφηρημένος και φυσικά  δεν το αναγνώρισε· ούτε καν γέλασε και στάθηκε απορημένος σαν να σκεφτόταν πού είχε παρκάρει. Πήγε λίγο πιο πάνω στη Θεμιστοκλέους, κοίταξε, τίποτα, μετά κατέβηκε προς την πλατεία- τότε υποχωρήσαμε για να μην μας δει- κι εκεί τίποτα. Τελικά πήγε και στάθηκε δίπλα στη νυφούλα. Την κοίταζε, την κοίταζε ώσπου μια στιγμή, αποφάσισε να σηκώσει τις χαρτοπετσέτες που ήταν στο πίσω μέρος κι έκρυβαν την πινακίδα κυκλοφορίας. Τότε εμφανιστήκαμε. 

 Την επόμενη μια ώρα, μάς έκανε βόλτες έναν -έναν τρέχοντας σαν παλαβός. Μάδησε σιγά σιγά το νυφικό και γέμισαν χαρτοπετσέτες η Στουρνάρη, η Τρικούπη, η Ανδρέα Μεταξά, η Μπενάκη κι η Αραχώβης. Έπειτα καθίσαμε στα παγκάκια της πλατείας με μπύρες από το περίπτερο και  το ξημέρωμα πια,  είχαμε αποφασίσει πού θα πηγαίναμε διακοπές εκείνο το καλοκαίρι.




Καλό μήνα!