Παρασκευή, 29 Νοεμβρίου 2013

Matilda y los Marineros


Ήλιος με δόντια πάνω, και κάτω, μέσα στο βαγόνι, συννεφιά. Πρωινό Σαββάτου και το Α train της μπλε γραμμής βιαστικό, στην αντίστροφη διαδρομή από αυτή που διαφήμιζε κάποτε η Ella, κατηφόριζε στο Μανχάταν με ελάχιστους επιβάτες, νυσταγμένους και ράθυμους.

Στο Columbus Circle, άνοιξαν οι πόρτες και μπήκε η Άνοιξη αυτοπροσώπως: λατίνα γύρω στα δεκαοκτώ. Όλα τα κλισέ να έβαζες κάτω για να την περιγράψεις, πάλι δε θα ήταν αρκετά. Τα νυσταγμένα μάτια άνοιξαν, κάποιοι από τους επιβάτες μάλιστα ανακάθισαν στις θέσεις τους όσο εκείνη δίσταζε να αποφασίσει πού θα καθόταν. Στοιχημάτιζα ότι θα επέλεγε τις άδειες θέσεις απέναντι, μα ήρθε και κάθισε ακριβώς δίπλα μου.

Τουρίστας ε;” με ρώτησε μόλις βολεύτηκε και σταύρωσε αυτάρεσκα τα πόδια της. Με το χάρτη ανοιγμένο στα χέρια μου και τη φωτογραφική μηχανή ζωσμένη σταυρωτά, ήταν φως φανάρι. Έγνεψα "ναι" και μόλις πρόσθεσα: “Από την Ελλάδα”,  με μια ανάσα μού είπε ενθουσιασμένη: “Ω τί εξωτική χώρα! Δε φαντάζεσαι πόσο θέλω να πάω! Μόλις τελειώσω το σχολείο νομίζω ότι θα ταξιδέψω στην Ελλάδα, ξέρεις, κάνουμε Όμηρο στο σχολείο και μού αρέσει πολύ, ειδικά ο Οδυσσέας, που ταξιδεύει στη θάλασσα με τους marineros του και γυρίζει, γυρίζει αλλά ποτέ δεν φτάνει στην...έχεις αδέλφια;”

Πολύ σύντομα κατάλαβα ότι στις συνεχείς ερωτήσεις της αρκούσε μια σύντομη απάντηση που ούτε καν προλάβαινα να ολοκληρώσω γιατί με διέκοπτε για να ξεκινήσει τα δικά της. Έτσι μέσα σε λίγα λεπτά, έμαθα ότι την έλεγαν Ματίλντα, ότι γεννήθηκε στο Πουέρτο Ρίκο και όταν ήταν έξι χρόνων ήρθε με τους γονείς και τα τέσσερα αδέλφια της στην Νέα Υόρκη. Έμαθα ακόμα τις δουλειές των γονιών της, τα ονόματα και τις ηλικίες των αδελφών της , ότι σε δύο χρόνια θα τελείωνε το σχολείο, ότι ήθελε πολύ να σπουδάσει αλλά ακόμα δεν είχε αποφασίσει τί, ότι ήθελε να ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο, ότι σε λίγο θα συναντούσε τις φίλες της για να πάνε για ψώνια...

Η αφέλεια ενός παιδιού που δε σταματάει να τιτιβίζει και το ταμπεραμέντο μιας  λατίνας που ξέρει να γοητεύει. Εκρηκτικός συνδυασμός. Απολάμβανα την τραγουδιστή προφορά της Ματίλντας, τις χορευτικές κινήσεις των χεριών της, τις υπέροχες εκφράσεις του προσώπου της, το πλατύ της χαμόγελο και τις μικρές παιδιάστικες γκριμάτσες της. Απολάμβανα, μέχρι τη στιγμή που το βαγόνι μας γέμισε ναύτες -λες και επιβιβάστηκε το μισό πολεμικό ναυτικό των Η.Π.Α. Τέσσερις από αυτούς κάθισαν στις κενές θέσεις απέναντί μας.

Η μικρή μου λατίνα αμέσως έχασε κάθε ενδιαφέρον για τον Έλληνα και την εξωτική του χώρα και στράφηκε στους ένστολους. Μέσα στον ενθουσιασμό της ξέχασε και τα αγγλικά της: Que guapos!” έλεγε και ξανάλεγε στη μητρική της γλώσσα σε μένα αλλά και στους ίδιους τους marineros” που αιφνιδιάστηκαν από την πρωινή επίθεση θαυμασμού. Ύστερα η Ματίλντα έβγαλε το κινητό της και τους φωτογράφησε. Είδε την οθόνη, δεν έμεινε ικανοποιημένη και μού ζήτησε να τους βγάλω  με τη μηχανή μου και να της στείλω την εικόνα.

Δεν είχα άλλη επιλογή. Έβγαλα το κάλυμμα του φακού, έκανα βιαστικά τις απαραίτητες ρυθμίσεις και πριν σηκώσω τη μηχανή έκανα νόημα στους ναύτες “τί να κάνουμε, δεν μπορούμε να της χαλάσουμε χατίρι...”. Όμως ούτε και η δική μου εικόνα της άρεσε. Μού ζήτησε να τη σβήσω και αφού σηκώθηκε, τους πλησίασε και τους είπε να καθίσουν πιο κοντά ο ένας στον άλλον, να κοιτάζουν στο φακό και να είναι σοβαροί. Οι ναύτες υπάκουσαν πειθήνια στις σκηνοθετικές της οδηγίες λες και ήταν εντολή πλωτάρχη κι εγώ δεν τόλμησα να βγάλω πριν ακούσω το “οκ” της.


Que guapos!” επανέλαβε βλέποντας τις δυο -τρεις εικόνες που τράβηξα. Κάθισε πάλι δίπλα μου,  έβγαλε από την τσάντα της ένα μαύρο  μολύβι ματιών, πήρε το χάρτη μου και έγραψε πάνω στο γαλάζιο του Ατλαντικού, δεξιά από το Brooklyn με στρογγυλά παιδικά γράμματα την ηλεκτρονική της διεύθυνση. Ύστερα σηκώθηκε,  χαιρέτησε τους ναύτες κι εμένα, αποβιβάστηκε τρέχοντας και χάθηκε μέσα στο πλήθος. Λίγο πριν ξεκινήσει και πάλι το Α train, πρόσεξα ότι ήταν ο σταθμός της Spring St. Ήδη στο μυαλό μου έπαιζε η εισαγωγή εκείνου του παλιού τραγουδιού του Harry Belafonte. 

Σάββατο, 23 Νοεμβρίου 2013

“with what pleasure, what joy”


Μα πού είναι το τέλος της ουράς;” με ρώτησε ο ηλικιωμένος Αμερικάνος που για ώρα κοίταζε σαν χαμένος. Παρά την έντονη συγκίνηση που ένιωθα γιατί βρισκόμουν ανάμεσα στο πλήθος εκείνη τη στιγμή, ή ίσως εξ αιτίας της συγκίνησης, τού απάντησα χαριτολογώντας: “Ποτέ δε σχηματίζεται κανονική ουρά, εκεί που υπάρχουν πολλοί Έλληνες”. Ξαφνιάστηκε για μια στιγμή, όμως αμέσως μετά, χαμογέλασε και μού έδωσε πληρωμένη απάντηση: “Γι αυτό ήταν οι Έλληνες που ευφηύραν τη λέξη chaos...” 
 
Χάος, το απόγευμα της περασμένης Δευτέρας 18 Νοεμβρίου στο πεζοδρόμιο έξω από το περίφημο Town Hall, μόλις μερικές δεκάδες μέτρα από την Times Square, την ατίθαση καρδιά της Νέας Υόρκης, αρκετή ώρα πριν αρχίσει η πολυαναμενόμενη εκδήλωση για τα 150 χρόνια από τη γέννηση του Κ. Καβάφη, που διοργάνωσε το Pen America Center, με τη χρηματοδότηση του Ιδρύματος Νιάρχου και του Ιδρύματος Ωνάση. 

Το PEN American Center, είναι το μεγαλύτερο και πιο δραστήριο από τα 145 παραρτήματα που συνιστούν το International PEN, την παγκόσμια ένωση συγγραφέων που ιδρύθηκε το 1921 για την προώθηση της φιλίας και της συνεργασίας, την προαγωγή της λογοτεχνίας και της λογοτεχνικής μετάφρασης αλλά και την προστασία της ελευθερίας της έκφρασης και των υπό διωγμό συγγραφέων και δημοσιογράφων. 
 
Το κοινό που κατέκλυσε την πλατεία και τον εξώστη του Town Hall -χωρητικότητας περίπου 1.500 θεατών- άρχισε να χειροκροτεί ανυπόμονα καθώς η έναρξη της εκδήλωσης είχε καθυστερήσει αρκετά. Τότε, κι καθώς άρχισαν σιγά σιγά να χαμηλώνουν τα φώτα, ακούστηκαν οι πρώτες νότες της μουσικής του Βαγγέλη Παπαθανασίου που ολοένα και δυνάμωνε. Πριν η αίθουσα βυθιστεί στο σκοτάδι η ηχογραφημένη φωνή του Sean Connery με την σχεδόν ηδονική εκφορά, κατέκλυσε τον χώρο:

"As you set out for Ithaca
hope that your journey is a long one,
full of adventure, full of discovery"

Ήταν η ιδανική έναρξη του αφιερώματος στον Αλεξανδρινό την ιδέα του οποίου συνέλαβαν ο Daniel Mendelsohn και ο László Jakab Orsós και σκηνοθέτησε ο Rachel Chankin. Αμέσως μετά, η dream team της βραδιάς βρέθηκε επί σκηνής καθισμένη σε ένα διευρυμένο ημικύκλιο απέναντι στο κοινό. Ένας -ένας οι ομιλητές, σηκώνονταν, στέκονταν στο προσκήνιο και με φόντο το πορτραίτο του Καβάφη -ένα σκίτσο που σχεδίασε David Hockney τo 1966- γινόταν για λίγο οι προεξάρχοντες του “χορού” προσθέτοντας τη δική τους ιδιαίτερη ψηφίδα στο αφιέρωμα.

Μεστές, λιτές και συνοπτικές όλες οι ομιλίες, χωρίς αταίριαστες κορώνες, χωρίς καμία διάθεση εντυπωσιασμού, με ουσιαστικό σεβασμό και ειλικρινές δέος, που πήγαζαν από βαθιά γνώση του έργου του ποιητή των ποιητών”. Μικρά πολύτιμα κομμάτια που συντιθέμενα φώτιζαν σε εύρος ακόμα και για τους αδαείς, τόσο την Αλεξάνδρεια -τον σκηνικό χώρο που δημιούργησε ο Καβάφης- όσο και την ίδια του την ποίηση· όλοι οι ομιλητές, άμεσα ή έμμεσα βρέθηκαν κάποια στιγμή της ζωής τους, ή πέρασαν μεγάλο μέρος της, σε επαφή είτε με την πόλη, είτε με το έργο του Καβάφη. 

Εμβόλιμες στις ομιλίες, οι αναγνώσεις ποιημάτων του Καβάφη από την Kathleen Turner την Ολυμπία Δουκάκις και τον Χάρη Κεραμμυδα, σε μετάφραση του Daniel Mendelsohn, έδωσαν έναν ιδιαίτερο ρυθμό στην βραδιά με κορυφαία στιγμή εκείνη της  παράλληλης από τους τρεις ηθοποιούς, συγκλονιστικής απόδοσης των “Ημερών του 1908”. 
 
Cavafy before he was Cavafy” ήταν ο τίτλος της πρώτης ομιλίας του συγγραφέα Michael Cunningham. Ο Cunningham που απέσπασε εξαιρετικές κριτικές για το πρώτο του μυθιστόρημα Α Home at the End of the World το 1990, τιμήθηκε με το βραβείο Whiting Writer's το 1995 για το έργο του Flesh and Blood για να κερδίσει τέσσερα χρόνια αργότερα το Pulitzer για το τρίτο του μυθιστόρημα, The Hours στο οποίο βασίστηκε η ομώνυμη ταινία. 
Ο Χάρης Κεραμμύδας, απόφοιτος της   Δραματικής Σχολής του Ωδείου Αθηνών που κάνει μάστερ στο New York University, απήγγειλε στα ελληνικά το ποίημα του Καβάφη “Επιθυμίες”

Ο Daniel Mendelsohn, κριτικός λογοτεχνίας, συγγραφέας του “The Lost”, καθηγητής στo Bard College και σπουδαίος κλασσικιστής που πρόσφατα εξέδωσε μεταφρασμένο το σύνολο των ποιημάτων του Καβάφη -σαράντα χρόνια μετά την πρώτη τους μετάφραση από τον Edmund Keeley -στην συνέχεια, στην ομιλία του με τίτλο A poet transformed” αναφέρθηκε στη συνήθεια του Αλεξανδρινού να επανέρχεται αναθεωρώντας και ξαναγράφωντάς τα ποιήματά του. Η επίπονη αυτή διαδικασία της απογύμνωσης από το συναίσθημα της πρώτης γραφής οδήγησε τελικά τον ποιητή στο σπουδαίο ώριμο ύφος του. Το παράδειγμα το οποίο ανέλυσε διεξοδικά ο Mendelsohn ήταν η μεταμόρφωση του ποιήματος Φωναί Γλυκείαι" του 1894 -ποίημα που τελικά ο Καβάφης αποκήρυξε- στις Φωνές του 1904.

Αγαπώ την ποίηση του Καβάφη γιατί σε αυτήν αναγνωρίζω οικεία τοπία” είπε μεταξύ των άλλων ο Τούρκος Νομπελίστας Orhan Pamuk στην διάρκεια της ομιλίας του με τίτλο “Poet on the Periphery” και αναφέρθηκε στη μέρα που επισκέφτηκε το σπίτι του Καβάφη στην Αλεξάνδρεια. Ήταν Παρασκευή, η ώρα της προσευχής και όχι μόνο το σκηνικό μα και η γενικότερη αίσθηση εκείνης της γειτονιάς, του θύμισε έντονα την Κωνσταντινούπολη των παιδικών του χρόνων, καταλήγοντας πως αυτά τα ιδιαίτερα χρώματα της λεκάνης της Μεσογείου είναι που δίνουν νόημα στον ποιητικό λόγο. 

Με βαθιά, μεστή φωνή που πήγαζε κατευθείαν από τα σπλάχνα, η Ολυμπία Δουκάκις, η βραβευμένη με Όσκαρ ηθοποιός απάγγειλε- ή μάλλον καλύτερα ερμήνευσε- με μοναδικό τρόπο την Πόλη. 

Wherever I turn my eyes, wherever I may look
I see black ruins of my life here,
where I spent so many years destroying and wasting.”

Η ομιλία του Αλεξανδρινού André Aciman -διακεκριμένος συγγραφέας και καθηγητής της Θεωρίας της Λογοτεχνίας- με τίτλο Alexandria Irrealis επικεντρώθηκε στη μη πραγματική Αλεξάνδρεια, που αλλάζει, που ήταν και παραμένει πολυπολιτισμική, που δεν έχει παρόν γιατί ότι βλέπει κανείς εκεί, έχει ήδη συμβεί. Στην Αλεξάνδρεια που τελικά είναι κάτι περισσότερο από μια πόλη: είναι μια επινόηση.
  
Human Chain” ήταν ο τίτλος της συναρπαστικής ομιλίας του αρχιτέκτονα Craig Dykers. Ο Dykers ιδρυτικό μέλος της εταιρείας Snøhetta η οποία εκπόνησε τη μελέτη της Νέας Βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας που εγκαινιάστηκε το 2002, αναφέρθηκε στο ιστορικό της, στην καταστροφή της και τέλος στις βασικές αρχές σχεδιασμού της που διήρκησε δεκατρία χρόνια. “'Ένα τμήμα της βυθίζεται στο έδαφος που συμβολίζει το παρελθόν ενώ το μεγαλύτερο υψώνεται δυναμικά στο μέλλον, ανάμεσα στη Μεσόγειο και το περίφημο λιμάνι της Αλεξάνδρειας και στην έρημο Σαχάρα.” Ο βραβευμένος Νορβηγός αρχιτέκτονας κατέληξε εξιστορώντας μια συγκινητική στιγμή: μια ανθρώπινη αλυσίδα -αυτή του τίτλου της ομιλίας- σχηματίστηκε το 2011 γύρω από το κτήριο της Βιβλιοθήκης από πολίτες της Αιγύπτου που ήθελαν να την προστατεύσουν στη διάρκεια των ταραχών της Αραβικής Άνοιξης.
 
Η Kathleen Turner, του Body Heat, του Prizzi's Honor και τόσων άλλων ταινιών αλλά και ηθοποιός σε πολλές σημαντικές παραστάσεις στο Broadway και στο Λονδίνο απέδωσε με έξοχα θεατρικό τρόπο δύο ποιήματα του Καβάφη : “Ωραία λουλούδια κι άσπρα ως ταίριαζαν πολύ” και “Ο καθρέπτης στην είσοδο” . Το πρώτο σε μετάφραση των Edmund Keeley και Philip Sherrard και το δεύτερο στην πρόσφατη μετάφραση του Daniel Mendelsohn.


O ποιητής Mark Doty που το 2008 του απονεμήθηκε το Εθνικό Βραβείο Ποίησης και είναι καθηγητής στο Rutgers University του New Jersey, στην ομιλία του με τίτλο Blood of Love, μίλησε για το αίμα και την αγάπη που εμπεριέχει η ποίηση του Καβάφη με βασική αναφορά τον Δεμένο Ώμο από τα Κρυμμένα Ποιήματα. Κατέληξε λέγοντας ότι η ποίηση του Καβάφη “είναι διδακτική με έντονο πάθος και συναισθηματικές αναζητήσεις”. 


Τελευταίος έλαβε το λόγο ο Edmund Keeley, ο αειθαλής 85 χρονος πανεπιστημιακός, μυθιστοριογράφος και μεταφραστής, εκείνος που πρώτος έκανε γνωστό στο αγγλόφωνο κοινό, τον Καβάφη  αλλά και τον Σεφέρη, τον Ρίτσο και άλλους Έλληνες ποιητές. Ο Keeley που βρέθηκε οκτάχρονος το 1936 να μαθαίνει ελληνικά παίζοντας με άλλα παιδιά στις αλάνες της προπολεμικής Θεσσαλονίκης όπου ο πατέρας του ήταν πρόξενος των Η.Π.Α, δικαιωματικά αυτοχαρακτηρίστηκε Μακεδόνας, αλλά και συμπατριώτης του Καβάφη, αφού η μητέρα του ποιητή, η Χαρίκλεια ήταν κι εκείνη μακεδόνας ποντιακής καταγωγής αναδεικνύοντας με αυτόν τον τρόπο την σχεδόν συγγενική σχέση που κατέληξε να έχει με τον “ποιητή των ποιητών” .

Ιδανική και η ολοκλήρωση του αφιερώματος που έφερε  τη μοναδική σφραγίδα του Δημήτρη Παπαϊωάννου. Πριν την παράλληλη ανάγνωση των “Ημερών του 1904” από την Kathleen Turner την Ολυμπία Δουκάκις και τον Χάρη Κεραμμύδα, προβλήθηκε σε βίντεο η “Προσευχή”- μέρος της πρόσφατης παραγωγής των μελοποιημένων ποιημάτων του Καβάφη από Λένα Πλάτωνος σε σκηνοθεσία Δημήτρη Παπαϊωάννου- κι αμέσως μετά ο σκηνοθέτης με τον Μιχάλη Θεοφάνους, παρουσίασαν ένα μικρό απόσπασμα από τη γνωστή παράσταση “Πρώτη Ύλη”, που πριν από ενάμισι μήνα περίπου συμμετείχε στο φεστιβάλ “Τerritory” της Μόσχας και έλαβε διθυραμβικές κριτικές. 

Ο Geoffrey Lokke στην κριτική του στο eye on the arts την επομένη της εκδήλωσης σημείωνε: “...a theatre piece choreographed and performed by Dimitris Papaioannou, alongside (a fully nude) Michalis Theophanous. The performers supplanted each other’s limbs, slowly developing into a solitary figure – somehow evoking a certain poet’s minimalist, tranquil eroticism.”




Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2013

Dandan


-Θέλεις;

Τυχαία, τη στιγμή που έμπαινε κοίταζα την είσοδο του καφέ. Το πρόσεξε αμέσως και από μακριά με το βλέμμα με ρώτησε: “θέλεις;” Έκανα ότι ήμουν αφηρημένος, ότι κοίταζα το κενό και ότι τάχα ούτε τον είδα, ούτε τον “άκουσα” κι αμέσως μετά, για να τον αποφύγω στα σίγουρα, έσκυψα στο φλιτζάνι μου. Ένα γύρο στα τοιχώματα ήταν απλωμένα περίπλοκα σημάδια ξεραμένου καφέ· ανεξιχνίαστα σαν το μέλλον. Στον πάτο του οι δυο τελευταίες γουλιές εσπρέσο, κρύες πια.

Άνοιξα το πακέτο του καπνού και τράβηξα ένα τσιγαρόχαρτο, ενώ με την άκρη του ματιού τον έβλεπα να πλησιάζει με τη σειρά ένα- ένα τα άλλα τραπέζια. Δεν προλάβαινε, όχι να δείξει την πραμάτεια του, ούτε καν να πει “θέλεις;” κι όλοι τού έλεγαν “όχι”. Με λόγο ή με νόημα. Το ίδιο ετοιμαζόμουν να κάνω κι εγώ μόλις έφτανε στο τραπέζι που καθόμουν. Ορθά κοφτά. Και μάλιστα λίγο συνοφρυωμένα για σιγουριά.

Δεν χρειαζόταν προσπάθεια για να το πετύχω. Ήταν αργά το μεσημέρι μιας δύσκολης μέρας, στην αρχή μιας δύσκολης βδομάδας, στο τέλος μιας δύσκολης χρονιάς και σαν να μην έφτανε αυτό, όλα από το πρωί πήγαιναν ανάποδα. Έτσι το μόνο που ήθελα ήταν να συνεχίσω ήσυχος τον καφέ και να καπνίσω ένα- δυο ακόμα τσιγάρα. Ούτε διάθεση για κουβέντες είχα και σαφώς ούτε ένα ευρώ να περισσεύει για ξόδεμα. Ειδικά αυτό το τελευταίο ήταν άρτι τσεκαρισμένο: είχα πληρώσει για τον καφέ και στο πορτοφόλι μου, στη θήκη των χαρτονομισμάτων έστεκε μόνο του -το δίχως άλλο τράνζιτ- ένα θρασύτατα κολλαριστό πεντάευρο και στο τσεπάκι με τα κέρματα το ιλιγγιώδες ποσόν του 1,15.

-Μόνο πέντε ευρώ. Θέλεις

Είχε παρακάμψει διακριτικά το τελευταίο πριν το δικό μου τραπέζι -το ζευγάρι που καθόταν εκεί, είχε από ώρα επιδοθεί σε ένα μαραθώνιο φιλί- και με πέτυχε στη γελοία στιγμή που με τη γλώσσα έξω, περνούσα στην τελική φάση προετοιμασίας του στριφτού τσιγάρου. Δεν είχα υπολογίσει σωστά τον χρόνο που θα έκανε μέχρι να φτάσει σε μένα; Καθυστέρησα στο ρολάρισμα του τσιγάρου; Ποιός ξέρει. Το θέμα ήταν ότι δεν είχα προλάβει, ούτε να πάρω το συνοφρυωμένο ύφος, ούτε να δηλώσω το προαποφασισμένο “όχι”. Άνοιξε την πραμάτεια του και είδα σε παράλληλες σειρές πάνω σε μαλακό μαύρο ύφασμα, καμιά τριανταριά απαστράπτοντα ρολόγια. Τεράστια, χρωματιστά και ευτελή.

Εδώ και αρκετά χρόνια -όπως οι περισσότεροι άλλωστε- δε φοράω ρολόι. Το κινητό αντικατέστησε, μάλλον οριστικά, το ρολόι χειρός. Αλλά και χωρίς κινητό μπορώ να υπολογίσω την ώρα. Έχω καλή αίσθηση του χρόνου ειδικά για τα μικρά διαστήματα, όπως τα ελάχιστα λεπτά που περιμένεις τον φούρνο μικροκυμάτων να ζεστάνει το φαγητό. Πάντα βρίσκομαι δίπλα του δύο με τρία δευτερόλεπτα πριν χτυπήσει. Αλλά και στις διακοπές, μπορώ από την ένταση του φωτός, από τη θέση του ήλιου ή του φεγγαριού στον ουρανό να μαντέψω την ώρα με σχετική ακρίβεια. Συμπέρασμα; Δεν χρειάζομαι ρολόι.

Κούνησα λοιπόν το κεφάλι αρνητικά κι ο πανύψηλος μαύρος, έκλεισε την πραμάτεια του και έκανε μεταβολή. Νόμιζα ότι είχα ξεμπέρδεψει μαζί του, αλλά τη στιγμή που άναβα το τσιγάρο κι ενώ είχε απομακρυνθεί μερικά βήματα, σταμάτησε, γύρισε προς το μέρος μου και είπε: “Από το πρωί γυρίζω και δεν έχω πουλήσει ούτε ένα.”

Δεν είχε παράπονο η εκφορά της φράσης του, ούτε ικεσία. Ειπώθηκε απλά, με ένα τρόπο εξόχως αφοπλιστικό: πώς μιλάς σε ένα φίλο ή σε ένα πολύ δικό σου άνθρωπο, κάποιον που σε ξέρει καλά και δεν χρειάζεται να τονίσεις ούτε μια από τις λέξεις για να τού δώσεις να καταλάβει ακριβώς τί λές; Ή πώς λες κάτι εντελώς ουδέτερο, κάτι που δεν έχει καμία απολύτως σημασία, όπως “πάλι ψιχαλίζει” ή “νυχτώνει νωρίς τώρα.


Δεκατρία λεπτά αργότερα έβγαινα από το καφέ φορώντας ένα Rolex μαϊμού με μαύρο λουράκι. Δεν είχα διάθεση να επιλέξω και αφήνοντας το  κολλαριστό πεντάευρο στο τραπέζι,  τού ζήτησα να διαλέξει για μένα. Με κοίταξε για λίγο σοβαρός -σαν να προσπαθούσε να μαντέψει ποιο θα μου ταίριαζε καλύτερα- κι ύστερα έσκυψε στην πραμάτεια του. Πέρασε αργά το δείκτη του χεριού του πάνω από όλα τα ρολόγια. Μια- δυο φορές σταμάτησε, με ξανακοίταξε, κούνησε αρνητικά το κεφάλι και συνέχισε την ψηλάφηση, ώσπου κατέληξε στο πιο σοβαρό από αυτά που διέθετε το κατάστημα.

Αυτό είναι για σένα”, είπε  με βεβαιότητα και μού το έδωσε. Το κοίταξα προσεκτικά ρίχνοντας παράλληλα γρήγορες ματιές στα άλλα· είχε πέσει διάνα. Αν διάλεγα, σε αυτό  θα είχα καταλήξει κι εγώ. Το κατάλαβε από το ύφος μου, χαμογέλασε και είπε: “Θα σου κάνει καλή παρέα.” Ο τρόπος του ήταν και πάλι απλός και αφοπλιστικός, οπότε δε ζήτησα διευκρινήσεις και αρκέστηκα να τον ρωτήσω από πού ήταν.



Σαράντα επτά λεπτά από τη στιγμή που βγήκα από το καφέ, έφτανα με τα πόδια στο σπίτι. Για μια ώρα και είκοσι επτά λεπτά αναζητούσα μουσική από τη Σενεγάλη. Κατέληξα σε ένα τραγούδι του Ablaye Cissoko με τίτλο Dandan”. Νταντάν αποφάσισα να ονομάσω και το Rolex μου. Στα σενεγαλέζικα -ή μάλλον σε κάποια από τις 30 διαλέκτους αυτής της χώρας-  σημαίνει “σύντροφος” και νομίζω ότι του ταιριάζει μια χαρά. 


Τρίτη, 5 Νοεμβρίου 2013

Το γάριασμα


Αποφάσισε να μείνει γυμνός·  άλλη λύση δεν υπήρχε.

Τις έβλεπε καιρό τώρα λεκιασμένες, βρωμερές και τρισάθλιες. Ήταν  αγνώριστες. Σκέφτηκε ότι δεν έπαιρνε άλλη αναβολή· είχε φτάσει ο καιρός να βάλει μπουγάδα. Στο χέρι όμως, όχι στο πλυντήριο.

Πήρε πρώτα να τις ξεχωρίζει. Τις πιο ευαίσθητες από τις πιο ανθεκτικές. Τις πιο λερές από τις άλλες με τη λιγότερη βρωμιά. Αυτές με τους λεκέδες πάνω τους που έμοιαζαν οριστικοί, τις έβαλε χωριστά, σε άλλη ντάνα. Χωριστά έβαλε και τις ελάχιστες που ήταν ελαφρώς λερωμένες.

Κατέβαλε φιλότιμες προσπάθειες. Μεταχειρίστηκε ζεστό νερό, απορρυπαντικά, λευκαντικά. Μέχρι και αλισίβα. Ακολούθησε τοπικό τρίψιμο. Επίμονα. Μια, δυο, τρεις φορές. Φαινόταν ότι καθάρισαν. Τις άπλωσε κι όπως ήταν εκτεθειμένες στο φως, καθώς στέγνωναν είδε ότι ήταν γαριασμένες κι οι λεκέδες, όχι τόσο εμφανείς όσο πριν, μα παρόντες.


Το πήρε απόφαση. Δε φοριόταν πια. Κουρέλια όλες τους. Ήθελαν αντικατάσταση μα ήξερε ότι αυτό δεν μπορούσε να γίνει από τη μια μέρα στην άλλη. Άρχισε να τις μαζεύει, νωπές ακόμα. Μάζευε, μάζευε ώσπου γέμισαν τα χέρια του άχρηστες λέξεις. Χωρίς δεύτερη σκέψη τις πέταξε στα σκουπίδια.

Μετά άνοιξε τη ντουλάπα. Ήταν άδεια. Μόνο ο “φόβος” κρεμόταν καθαρός και άθικτος. Αυτόν όμως δεν θα τον φορούσε σε καμία περίπτωση.


Τότε ήταν που αποφάσισε να μείνει γυμνός·  και φυσικά βουβός. 

Παρασκευή, 1 Νοεμβρίου 2013

Κάπτεν Τσαλ

Αστικό ακίνητο -αν και με τον αέρα κουνιέται και καθόλου ακίνητο δεν είναι- το σπιτάκι μου, βρίσκεται μέσα στο πράσινο, οπότε τα τζιμάνια να δεις ότι όπως πάνε θα το βγάλουν και αγροτικό και θα πρέπει να πληρώσω διπλές και τρίδιπλες τις κλεψιές τους.

Χαράτσι στο χαράτσι, φόρο στο φόρο, μπουγιουρντί στο μπουγιουρντί, τη βλέπω πια ξεκάθαρα τη δουλειά: πετραδάκι πετραδάκι θα το πάρουν τελικά οι καλιακούδες το σπιτάκι μου. Θα πάει στη μαύρη τρύπα που πήγαν όλα τα άλλα και χάθηκαν στον αδηφάγο οισοφάγο της, τάχα θυσία υπέρ πατρίδας -που τολμάν και την πιάνουν στο στόμα τους- και θα απομείνω εκτός από πένης κι ανέστιος.

Τα λογάριασα όμως με χαρτί και μολύβι, τα ξαναλογάριασα για να είμαι σίγουρος και τελικά αποφάσισα να το πουλήσω κοψοχρονιά, να το δώσω μπιρ παρά που λένε κι οι γείτονες, στην πρώτη κλέφτρα κίσσα που θα περάσει και θα της γυαλίσει. Γιατί σιγά μην καθίσω και περιμένω με σταυρωμένα χέρια, αυτοί που μας σταύρωσαν να κάνουν τις “απαραίτητες βελτιώσεις για το φόρο ακινήτων και αγροτεμαχίων”

Με ό,τι βγάλω από το τσαρδί μου, θα αγοράσω ένα σκαρί. Μέχρι δεκαπέντε μέτρα. Ας είναι γέρικο. Θα το κάψω με τα χεράκια μου να φύγουν τα παλιά χρώματα από πάνω του. Θα το καλαφατίσω, θα το τρίψω, θα το στοκάρω προσεκτικά και έπειτα θα το περάσω ένα χέρι αστάρι και δυο χρώμα: με μπλε ούλτραμερ λαδομπογιά τη γάστρα του και τα ζωνάρια και τη λαγουδέρα με κόκκινο της φωτιάς. Μετά θα ράψω καινούρια πανιά και θα το ρίξω στη θάλασσα.

Αναψυχής θα το δηλώσω για να έχω το κεφάλι μου ήσυχο και θα κινήσω. Όπου θάλασσα και λιμάνι πατρίς. Κυκλάδες, Αιγαίο κι Ιόνιο πρώτα κι ύστερα, θα γυρίσω όλη τη Μεσόγειο με το ξύλινο σκαρί μου. Με την κόκκινη σημαία του ψηλά να ανεμίζει στο κατάρτι. Πάντα όρτσα τα πανιά, κόντρα στο Δεληβοριά. Και μόλις ξεθαρρέψω στο τιμόνι, μόλις πάρω το βάπτισμα της αλμύρας στα δικά μας νερά, ποιος τον πιάνει τον καπετάν Τσαλ· σαλπάρει για Μπουένος Άιρες, Νέα Υόρκη, Βομβάη, Τόκιο και Μπαρμπαριά.

που χωρίς να το ξέρει, μού πρόσφερε το φινάλε

Καλό μήνα!