Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014

Ρευστή Λίστα

Οι λίστες είναι πολύ χρήσιμες. Αν τις κάνεις σωστά δεν ξεχνάς τίποτα από αυτά που πρέπει να προμηθευτείς από το σούπερ μάρκετ, ούτε τα απαραίτητα στις αποσκευές ενός ταξιδιού. Αυτές τις λίστες είναι σχετικά εύκολο να τις ετοιμάσεις. 'Η τουλάχιστον, με τον καιρό μαθαίνεις να τις καταρτίζεις με επιτυχία και χωρίς κενά.

Οι δύσκολες λίστες είναι αυτές που περιλαμβάνουν τα αγαπημένα/καλύτερα βιβλία, ταινίες, μουσικές. Έργα τέχνης γενικότερα. Αυτές οι λίστες είναι σχεδόν ακατόρθωτες. Βέβαια, στην προ ιστολογίων εποχή, κανένας κοινός θνητός δεν ήταν υποχρεωμένος να συντάξει μια ανάλογη λίστα· αυτό ήταν και είναι έργο αποκλειστικά των πνευματικών -εντός κι εκτός εισαγωγικών- ταγών. Έργο που τους αναθέτουν συνήθως έντυπα που στη συνέχεια κυκλοφορούν με τίτλους: “Τα 20, τα 100, τα 1000 καλύτερα...”

Στις μέρες μας όμως και οι ιστολόγιοι μετά από προσκλήσεις/ προκλήσεις συναδέλφων τους, σύρονται άσπλαχνα στην εκπόνηση αυτού του δύσκολου και οδυνηρού, αλλά τελικά χρήσιμου για ευνόητους λόγους έργου: της κατάρτισης μιας λίστας, έστω κι αν εμφανίζεται υπό το γενικό τίτλο “η ανάγνωση δεν χωράει σε λίστες” .

Αλλά ας δούμε συνοπτικά μερικές από τις δυσκολίες που παρουσιάζει αυτή η διαδικασία. Πρώτα απ΄ όλα, γιατί πρέπει ο αριθμός των αναγραφομένων σε μια λίστα βιβλίων να είναι στρογγυλός; Γιατί είκοσι όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση και όχι δεκαεπτά ή εικοσιτρία; Κι έπειτα πώς κρίνει κανείς; Πώς ζυγίζει λογοτεχνία, ποίηση και πώς βρίσκει τα πιο “βαριά” ώστε να τα παρουσιάσει στη συνέχεια στοιχημένα, το ένα κάτω από το άλλο; Με ποια κριτήρια; Με ποσοστώσεις κατά είδος, εποχή, φύλο του συγγραφέα; Πώς..Θα μπορούσα να συνεχίζω για πολύ, να αραδιάζω ανάλογα ερωτήματα, αλλά δε θα το κάνω.

Θα παρουσιάσω τη δική μου λίστα -όχι τελικά όπως θα ήθελα, μιλώντας αναλυτικά για το κάθε ένα από τα έργα που περιλαμβάνει και για τους λόγους που κατέχει μια θέση ανάμεσα στα 22 που συμπεριέλαβα αντί των 20 συμφωνηθέντων- ξεκαθαρίζοντας ότι είναι καρπός μεγάλης αγωνίας και παιδεμού, αν και περιορίστηκα σε έργα που γράφτηκαν στην ελληνική γλώσσα από την Ομηρική εποχή μέχρι τις μέρες μας.

Μερικά από αυτά είναι παρόντα γιατί την περίοδο που τα διάβασα ήταν καταλυτική η επίδρασή τους. Άλλα, γιατί επανέρχομαι συχνά και τα ξαναδιαβάζω ολόκληρα ή αποσπασματικά με την ίδια και ίσως περισσότερη από την πρώτη ανάγνωση ηδονή. Για μερικά από αυτά -όπως η Χρονογραφία του Ψελλού, η Αυτοβιογραφία της Μαρτινέγκου, η Μητριά Πατρίδα του Γκανά και το Να ακούω καλά τ` ονομά σου του Δημητρίου- εδώ και πολύ καιρό σκέφτομαι να ετοιμάσω ξεχωριστές αναρτήσεις, πράγμα που διαρκώς αναβάλλω.

Παρά το παίδεμα και την αγωνία, πρέπει να ξεκαθαρίσω ότι μέχρι τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές κι ενώ με περιτριγυρίζουν  καμιά σαρανταριά βιβλία που ανεπαισθήτως γύρω μου έκτισαν τείχη, δεν έχω καταλήξει. Βάζω και βγάζω και μού φαίνεται ότι θα συνεχίσω να το κάνω και μετά τη δημοσίευση της ανάρτησης, διεκδικώντας επάξια τον τίτλο της πιο ρευστής λίστας.



Ομήρου, Ιλιάδα – Οδύσσεια

Αριστοφάνη, Όρνιθες

Ευριπίδη, Βάκχες

Μιχαήλ Ψελλού, Χρονογραφία

Δημοτικό Τραγούδι, Παραλογές

Ελισάβετ Μουτζάν Μαρτινέγκου, Αυτοβιογραφία

Παπαδιαμάντη Αλέξανδρου, Φόνισσα

Βυιζηνού Γεωργίου, Το αμάρτημα της μητρός μου

Σολωμού Διονυσίου, Ελεύθεροι Πολιορκημένοι

Στρατή Μυριβήλη: Η ζωή εν τάφω

Καβάφη Κωνσταντίνου, Ποιήματα

Σωτηρίου Διδώ: Ματωμένα Χώματα

Μπεράτη Γιάννη, Πλατύ Ποτάμι

Καραγάτση Μ, Η μεγάλη χίμαιρα

Καμπανέλη Ιάκωβου, Μαουτχάουζεν

Ταχτσή Κώστας, Το τρίτο στεφάνι

Μάτεση Παύλου, Η μητέρα του σκύλου

Ζηράννα Ζατέλη, Με το φως του λύκου επανέρχονται

Μίσσιου Χρόνη, Καλά εσύ σκοτώθηκες νωρίς

Δημητρίου Σωτήρη, Να ακούω καλά τ` όνομά σου

Γκανά Μιχάλη, Μητριά Πατρίδα

Πατρίκιου Τίτου, Υμνώ το σώμα


Το ποστ είναι η συμμετοχή του Τσαλαπετεινού στο δι-ιστολογικό αφιέρωμα με τίτλο “Η ανάγνωση δεν χωράει σε λίστες”

Συμμετέχουν οι εκλεκτοί συνάδελφοι:





Τετάρτη, 29 Ιανουαρίου 2014

ΣΕΙΣΜΟΣ Κεφαλονιά 1953

Toν Αύγουστο του 1953 αλλεπάλληλοι ισχυρότατοι σεισμοί κατέστρεψαν τα νησιά του Ιουνίου αφήνοντας πίσω τους εκατοντάδες νεκρούς, χιλιάδες τραυματίες και ερείπια αντίστοιχα του πολέμου που είχε προηγηθεί.

"Ο πρώτος σεισμός θα γίνει την Κυριακή, 9 Αυγούστου του 1953, με επίκεντρο τον Σταυρό της Ιθάκης. Το μέγεθός του είναι 6.4 βαθμοί της κλίμακας Ρίχτερ. Ο δεύτερος, μεγέθους 6.8, σημειώνεται στις 11 Αυγούστου και θα ακολουθήσουν δέκα μετασεισμοί την ίδια μέρα, οι μεγαλύτεροι των οποίων θα έχουν μέγεθος 5.3 και 5.1.  Την Τετάρτη, 12 Αυγούστου του 1953 ένας ισχυρός σεισμός μεγέθους 5.2 θα αποτελέσει το προμήνυμα για την καταστροφή που πρόκειται να ακολουθήσει. 


Ο επόμενος μεγάλος σεισμός που γίνεται την ίδια μέρα θα έχει μέγεθος 7.2 και θα είναι ο καταστροφικότερος στην ιστορία της Κεφαλονιάς και ένας από τους καταστροφικότερους σεισμούς που έζησε ποτέ η Ελλάδα. Η έντασή του προσδιορίστηκε ως Χ+."  *


Το ντοκιμαντέρ “ΣΕΙΣΜΟΣ Κεφαλονιά 1953”, του Γιούρι Αβέρωφ και της anemon PRODUCTIONS για το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου και την ΕΡΤ ΑΕ, βασίστηκε στο υλικό που τράβηξαν δύο ερασιτέχνες εικονολήπτες που έτυχε να βρίσκονται τότε εκεί και περιλαμβάνει σκηνές πριν, αλλά κυρίως μετά την καταστροφή. Περιλαμβάνει επίσης  σύγχρονες μαρτυρίες κατοίκων που θυμούνται τις τραγικές στιγμές που έζησαν, ενώ ένα συγκλονιστικό αυτοβιογραφικό κείμενο του Στρατή Χαβιαρά παίζει το ρόλο του συνδετικού κρίκου στο σπάνιο οπτικό υλικό του ντοκιμαντέρ. Αφηγητής  ο Γιάννης Φέρτης.





Σάββατο, 25 Ιανουαρίου 2014

Αποτρόπαιο Έγκλημα


  

Καταπέλτης όσα δήλωσαν, οι τρεις από τους διασωθέντες της τραγωδίας στο Φαρμακονήσι, τινάζουν στον αέρα τους ισχυρισμούς του υπουργού Ναυτιλίας Μιλτιάδη Βαρβιτσιώτη και όλα όσα αναμεταδίδουν επιμελώς και συστηματικά -από κυβερνητικές διαρροές- τα κανάλια.

Υποβαστάζοντας ο ένας τον άλλον οι τρεις πρόσφυγες στάθηκαν απέναντι στις κάμερες και απέναντι στον λιγοστό κόσμο που συγκεντρώθηκε στο Σύνταγμα στις 12 σήμερα το μεσημέρι και ξετύλιξαν το κουβάρι της νύχτας της 19ης Ιανουαρίου που έμελλε να σημαδέψει οριστικά και αμετάκλητα τις ζωές τους. Τα λεγόμενά τους, δεν άφησαν καμία αμφιβολία για το  αποτρόπαιο έγκλημα που διαπράχθηκε εκείνο το βράδυ.

Εικοσιτρείς Αφγανοί - “ερχόμαστε από μια χώρα που βρίσκεται σε πόλεμο εδώ και 38 χρόνια”- και τρεις Σύριοι – μια χώρα που βρίσκεται σε εμφύλιο και δε σταματά να μετρά καθημερινά νεκρούς- ήταν οι επιβάτες του πλοιαρίου που απέπλευσε από την Τουρκία. Μετά από δύο ώρες στη θάλασσα και ενώ ήταν μόλις 100 μέτρα από ελληνική ακτή, έσβησε η μηχανή του σκάφους από υπερθέρμανση. Περίμεναν να κρυώσει η μηχανή ώστε να επιχειρήσουν και πάλι να βάλουν μπροστά -ο Αφγανός που το είπε, είναι μηχανικός- όταν τους πλησίασε το σκάφος του λιμενικού. Τότε όλοι σκέφτηκαν ότι σώθηκαν. Αμέσως μετά ακούστηκαν πυροβολισμοί στον αέρα -προφανώς για να εκφοβίσουν τους ήδη τρομοκρατημένους ανθρώπους στο ακυβέρνητο σκάφος.


 Στη συνέχεια δύο άνδρες από το πλήρωμα του λιμενικού επιβιβάστηκαν στο σταματημένο σκάφος των προσφύγων και το έδεσαν ώστε το σκάφος του λιμενικού να το ρυμουλκήσει, όχι όμως προς την κοντινή ελληνική ακτή. “Λένε ψέμματα- προς την Τουρκία μας τραβούσαν. Τα δύο πτώματα εκεί βρέθηκαν, αν έλεγαν αλήθεια, δε θα τα έβρισκαν  στην Τουρκία”. Το σκάφος του λιμενικού ανέπτυξε μεγάλη ταχύτητα με αποτέλεσμα οι δύο άντρες που ήταν στο σκάφος των προσφύγων να αρχίζουν να φωνάζουν στους συναδέλφους τους. 
Το σκάφος έκοψε ταχύτητα, οι δύο λιμενικοί επέστρεψαν στο σκάφος τους και τότε ανέπτυξαν ακόμα μεγαλύτερη ταχύτητα κάνοντας μάλιστα επικίνδυνα ζικ ζακ με αποτέλεσμα να μπαίνουν νερά στο σκάφος των προσφύγων, που προσπαθούσαν να κόψουν το σκοινί αλλά δεν τα κατάφεραν αμέσως. Κάποιοι βρέθηκαν στο νερό. Όταν τελικά έκοψαν το σκοινί, το σκάφος του λιμενικού ανέπτυξε ταχύτητα “έβγαλε καπνούς η μηχανή” για να φύγει, όμως εκείνη τη στιγμή δύο σκάφη τουρκικά άρχισαν να πλησιάζουν και το σκάφος του λιμενικού αναγκάστηκε να σταματήσει.

 Το πλοιάριο των προσφύγων άρχισε να βυθίζεται. Φώναζαν Please help me” κι η απάντηση που έπαιρναν ήταν fuck you”. Κάποιοι κατάφεραν να ανέβουν στο σκάφος του λιμενικού -κυρίως άντρες- και ζητούσαν απελπισμένοι σωσίβια ώστε να ξαναπέσουν στην θάλασσα για να σώσουν τους δικούς τους που χάνονταν μπροστά στα μάτια τους. “Έβλεπα να πνίγονται τα παιδιά μου η γυναίκα μου και τους είπα: σκοτώστε με και μένα”. Όχι μόνο δεν τους έδωσαν σωσίβια, αλλά όταν ένας βρήκε  ένα ξύλο και το άπλωσε σε κάποιον δικό του που ήταν στο νερό κι αγωνιζόταν να σωθεί, οι λιμενικοί άρχισαν να τους χτυπούν με κλωτσιές και έφτασαν στο σημείο να βάλουν σε κάποιον όπλο στο λαιμό για να σταματήσει τις προσπάθειες.
 
 Οι περιγραφές των διασωθέντων -παρ` όλο που αρκετά από τα περιστατικά της νύχτας της ντροπής είναι ήδη γνωστά- σοκάρουν. Σοκάρει ακόμα η καταγγελία τους ότι τις τελευταίες δυο μέρες που βρίσκονται στην Αθήνα η αστυνομία παρ` όλο που είχαν μαζί τους τα απαραίτητα χαρτιά, παρ` όλο που είπαν ποιοί είναι και τί έχουν περάσει, προχώρησε σε προσαγωγές. Το μόνο που ζητάνε τώρα -που μετά την απώλεια των παιδιών και των γυναικών τους, δεν έχουν πλέον λόγο να ζουν- είναι να βρεθούν τα πτώματα των ανθρώπων τους. "Και να φέρουν μπροστά μας αυτούς που μας έφεραν σε αυτή την κατάσταση, για να πουν αν λέμε την αλήθεια"
 


Περισσότερα για τη συνέντευξη τύπου διαβάστε στο tvxs: Φαρμακονήσι: Αν είχαν χρόνο θα μας είχαν σκοτώσει όλους. της Φωτεινής Λαμπρίδη. 

και της Μαρινίκης Αλεβιζοπούλου: Και γιατί δε σας έπνιξαν όλους;


Αναδημοσιεύσεις, στην Καλύβα,  στην Αριστερή Στρουθοκάμηλο και στο toportal.gr

Στο gather8 

Παρασκευή, 24 Ιανουαρίου 2014

"Είναι δυνατόν;"


Η Ματίνα Κατσιβέλη από την ομάδα υποστήριξης προσφύγων Λέρου μιλά στο ρ/σ "στο Κόκκινο", στον Κώστα Αρβανίτη για τη περίθαλψη των προσφύγων από τους κατοίκους και την στάση των κρατικών λειτουργών.


-Κοιτάξετε, εγώ δεν θέλω να σχολιάσω καθόλου όσον αναφορά τις συνθήκες αυτού του τραγικού συμβάντος. Αυτό είναι πια θέμα της δικαιοσύνης και πρέπει να γίνει σε βάθος έρευνα. Εγώ θέλω απλώς να προσθέσω στην εικόνα  το ανθρωπιστικό κομμάτι, δηλαδή για τη φάση μετά τη διάσωση αυτών των 16 ανθρώπων. Ευτυχώς η κοινωνία των πολιτών, έσωσε πάλι την τιμή της χώρας που θέλει να λέει ότι έχει 3.000 χρόνια πολιτισμού. Και τί εννοώ με αυτό; Οι πολίτες, οι εθελοντές δηλαδή της ομάδας μας συνεπικουρούμενοι από πάρα πολλούς συμπολίτες εδώ στη Λέρο βοήθησαν να ντυθούν οι άνθρωποι γιατί ήταν βρεγμένοι, ξυπόλυτοι, ένα μωρό μελανιασμένο. Το μωρό ευτυχώς το πήρε η παιδιατρική του νοσοκομείου μας και βρήκε πραγματικά μια ζεστή αγκαλιά. Οι άνθρωποι οι υπόλοιποι, οι οποίοι ήταν ερείπια, καταλαβαίνετε, να έχουνε χάσει πολλά μέλη των οικογενειών τους και μικρά παιδιά, μείνανε μόνο μια ημέρα σε μια πανσιόν η οποία δε λειτουργεί τώρα το χειμώνα, άρα προσφερότανε και την επομένη μέρα το πρωί θεωρήθηκε σκόπιμο δεν ξέρω από ποιούς και με τίνος εντολή να πάνε στο κρατητήριο, άρα λοιπόν περάσανε περίπου 30 ώρες στο κρατητήριο και ήταν συγκλονιστικό να βλέπετε τον άνθρωπο αυτόν που έχασε τα τέσσερά του παιδιά να είναι στο πάτωμα του κρατητηρίου και να οδύρεται. Και επίσης θέλω επίσης να στιγματίσω...

-Οι εντολές αυτές κατά τη γνώμη σας, ή αν ξέρετε,  από ποιούς δινόντουσαν; Ποιός είναι αυτός που έλεγε “στο κρατητήριο”, αν πρέπει να έχουν οι άνθρωποι ένα πιάτο φαί, ποιός είναι σε αυτές τις περιπτώσεις, από την εμπειρία σας, αυτός που συντονίζει αυτή την ιστορία, καλώς κακώς;

-Όταν είναι στη δικαιοδοσία του Λιμεναρχείου Λέρου -ήταν την πρώτη μέρα στη δικαιοδοσία του Λιμεναρχείου Λέρου-το Λιμεναρχείο φρόντισε για τα δωμάτια που σας είπα. Την επομένη μέρα περνάνε στη δικαιοδοσία της αστυνομίας. Δεν ξέρω με τίνος εντολή, μπορούσαν να παραμείνουν στα δωμάτια για ένα βράδυ. Δεν θα ήταν πια τόσο φοβερό να μείνουν, οι άνθρωποι που χρειαζόταν ψυχολογική υποστήριξη άλλο ένα βράδυ στα δωμάτια

-Και πού να πάνε; Άντε και να φύγουν, λέω, πού να πάνε; Στη Λέρο είναι, πού να πάνε;

Μα τί να φύγουν; Οι τρεις οι πατεράδες, δεν μπορούσαν ούτε να φάνε όχι να φύγουν. Να περπατήσουν δεν μπορούσαν. Εν πάσει περιπτώσει, μετά ανέκυψε και το θέμα του ότι...η αστυνομία έκανε γρήγορα πράγματι τα χαρτιά τους, αυτά τα χαρτιά που τους δίνουν για τους Σύριους έξι μήνες δικαίωμα παραμονής στη χώρα και για τους Αφγανούς ένα μήνα και έπρεπε να φύγουν. Ανέκυψε το θέμα των εισιτηρίων. Θεωρώ δηλαδή πραγματικά σοκαριστικό, όταν υπάρχει ένα τέτοιο τραγικό συμβάν να μη φροντίζει η επίσημη πολιτεία -η εταιρία δεν το συζητάμε, η εταιρία δεν το έκανε- να μετακινηθούν δηλαδή δωρεάν μέχρι τον Πειραιά. Από πουθενά δε βρίσκαμε άκρη οπότε αναγκαστήκαμε και απευθυνθήκαμε στην “αλληλεγγύη για όλους”, η οποία πραγματικά αμέσως ανταποκρίθηκε και κάλυψε το κόστος των εισιτηρίων των ανθρώπων. Δεν ξέρω, εγώ ως άνθρωπος, ως πολίτης, ως μητέρα, ας πούμε νιώθω ντροπή όταν έχεις μπροστά σου θύματα τέτοιας τραγωδίας -γιατί δεν είναι θύματα μόνο τα παιδιά κι οι γυναίκες που χάθηκαν μέσα στο παγωμένο Αιγαίο- θύματα είναι και αυτοί που απέμειναν οι οποίοι ήθελαν να αυτοκτονήσουν και να μην φροντίζεις, αφ` ενός μεν -το οποίο το θεωρώ κι αυτό σοκαριστικό- να μην εκφράζεις την οδύνη σου πράγμα που δεν έκανε ο υπουργός κι εν πάσει περιπτώσει να μην φροντίζεις να δούνε κι ένα ανθρώπινο πρόσωπο μιας χώρας στην οποία έχασαν τους δικούς τους. Δεν αποδίδω ευθύνες πουθενά -αυτό είπαμε ότι θα το κάνει η έρευνα που απαιτούμε όλοι να γίνει σε βάθος- αλλά συνέβη ένα τραγικό περιστατικό δεν πρέπει να φανεί...εκτός πια αν έχουμε γίνει, δεν ξέρω, μια κοινωνία κανιβάλων, δεν ξέρω τί να πω, μια κοινωνία κανιβάλων. Ευτυχώς βέβαια στο νησί μας, τα φαινόμενα κανιβαλισμού και βαρβαρότητας ακομα δεν υπάρχουν...

-Θα διαφωνήσω μόνο σε κάτι μαζί σας και θα κλείσω: δεν έχουμε κοινωνία κανιβάλων, έχουμε κυβέρνηση κανιβάλων..

-Συγνώμη, λάθος, δικό μου λάθος...

-Όχι δεν το είπα έτσι, το είπα.. γιατί η κοινωνία από ότι φαίνεται, οι πολίτες το παλεύουν

-Εγώ το είπα πρώτη: οι πολίτες προσέτρεξαν αμέσως. Μην το συζητάτε. Πραγματικά νιώθω υπερήφανη που έχουμε τέτοιους συμπολίτες. Αλλά μου κάνει εντύπωση και γι αυτό σας πήρα τηλέφωνο, ήθελα να το στιγματίσουμε αυτό το πράγμα. Είναι δυνατόν οι επίσημες αρχές να μη φροντίζουν αυτοί οι άνθρωποι να έχουν ένα κρεβάτι να κοιμηθούν και να μη φροντίσουν να μετακινηθούν εκεί που έπρεπε να πάνε για να βρούνε τις οργανώσεις, το Ελληνικό Συμβούλιο Προσφύγων, αν θέλουν να υποβάλουν (αίτηση για) άσυλο. Είναι δυνατόν;


η φωτογραφία από εδώ

Πέμπτη, 23 Ιανουαρίου 2014

(ένα ακόμα) Έγκλημα





Προσπαθούσαν να ανέβουν στη βάρκα του λιμενικού και τους χτυπούσαν με την πόρτα να πέσουν πάλι στο νερό.



Ενός χρόνου παιδί φώναζε “βοήθεια”, “μαμά, μπαμπά” κανένας δεν...


Πέντε άτομα έχασε, τέσσερα παιδιά και τη γυναίκα του. Πέθαναν όλοι εκεί μέσα.




photo: Δημήτρης Κοσμίδης / Dimitris Cosmidis 

Πέμπτη, 16 Ιανουαρίου 2014

Η Ωραία Βαβέλ

Το καφέ της γωνίας, είναι το στέκι της γειτονιάς. Τη δεύτερη φορά που θα περάσεις το κατώφλι του, θα σε καλωσορίσουν με το όνομά σου, που ρώτησαν να μάθουν από την πρώτη.

Εκεί θα βρεις τον πληθωρικό Λένι, Ιταλό δεύτερης γενιάς, συνταξιούχο οδηγό τραίνου - “και πεζοναύτης” όπως τονίζει- που θυμάται και διηγείται και ξαναδιηγείται την τελευταία του διαδρομή στο τιμόνι που κατέληξε στον Grand Central.

Πάντα στη γωνία κάθεται η γλυκιά Φατιμά από την Ιορδανία. Σε κερνάει καφέ και σου εξιστορεί με αμεσότητα την πολυτάραχη ζωή της. Άλλοτε βουρκώνει, άλλοτε χαμογελά κι άλλοτε σοβαρεύει. Και σαν να διαβάζει τη σκέψη σου, καταλήγει εμπιστευτικά: “Έχω αρχίσει να τα γράφω ξέρεις...”

Η Ελένη, γέννημα θρέμα της γειτονιάς, θα απλώσει στα λιγοστά τραπέζια και θα μας δείξει παλιές ασπρόμαυρες φωτογραφίες της περιοχής, από εκείνη τη μακρινή εποχή που πρωτοήρθαν Έλληνες στην Αστόρια και τους κοίταζαν με μισό μάτι οι Ιρλανδοί που ήταν ήδη εγκαταστημένοι εδώ.

Ο Ζαν, ο νεαρός μαύρος χορευτής που πρόσφατα έφτασε από το Παρίσι κι εγκαταστάθηκε σε ένα δωμάτιο δυο δρόμους πιο πάνω, θα φτάσει καθυστερημένος. Τον ρωτάνε όλοι “πώς πήγε;” και καθώς βγάζει παλτό, γάντια, κασκόλ και σκουφί, μας λέει ενθουσιασμένος για την πρώτη του οντισιόν επί αμερικανικού εδάφους. Κανείς δεν έχει αμφιβολία ότι ο Ζαν θα πάρει τη δουλειά.

Μετά θα γυρίσουμε όλοι το βλέμμα μας στην είσοδο για να κοιτάξουμε τη μικροκαμωμένη Ασιάτισσα με τον πανύψηλο Εβραίο με το καπελάκι που μόλις μπήκαν, όχι γιατί είναι παράξενο ζευγάρι-το σκέκι είναι ήδη μια ωραία Βαβέλ- μα γιατί περνάνε πρώτη φορά από εδώ. θα κάνουμε ησυχία και θα περιμένουμε να ακούσουμε τον Φρεντ που έχει βάρδια το απογευμα, να τους φωνάζει να πάρουν από το μπαρ τα ροφήματά τους: “Χανάκο καπουτσίνο, Ααρών εσπρέσο” .

Ύστερα θα μείνουμε αμίλητοι κοιτάζοντας έξω από τη τζαμαρία. Η χιονοθύελλα έχει ξεκινήσει ακριβώς την ώρα που είχαν προβλέψει τα δελτία καιρού και οι περαστικοί που λιγοστεύουν, γίνονται ολοένα και πιο βιαστικοί. Το σταυροδρόμι μετατρέπεται σε σκηνή κι εμείς στα ζεστά -όλοι μια παρέα- θεατές. 

Στο στέκι της γειτονιάς, που από τη δεύτερη φορά που θα περάσεις το κατώφλι του, όλοι θα σε καλωσορίσουν με το όνομά σου, ακούγεται μόνο η μηχανή του καφέ να ξεφυσάει κι από τα ηχεία ο Willie Nelson να εξομολογείται: "My Baby's Gone".


Τετάρτη, 8 Ιανουαρίου 2014

Η εικόνα



Ένας άντρας έβγαλε από την τσέπη του τρεις φωτογραφίες. Μέχρι τη στιγμή που έκανε την κίνηση δεν τον είχα προσέξει αν και καθόταν ακριβώς απέναντί μου, ανάμεσα σε δυο άλλους, γλαρωμένους από το κούνημα του τραίνου που ανηφόριζε προς το Χάρλεμ· σκυφτός κι ανέκφραστος όπως οι περισσότεροι επιβάτες.

Οι φωτογραφίες φαινόταν παλιές. Όχι δεκαετίας ή εικοσαετίας. Τουλάχιστον σαράντα χρόνων. Έτσι όπως τις κρατούσε μπορούσα να δω μόνο την κιτρινισμένη πίσω πλευρά και τις φθαρμένες άκρες τους. Τις άνοιξε ελάχιστα, σαν να ήταν τραπουλόχαρτα και δεν ήθελε οι άλλοι να δουν τα φύλλα του- τόσο λίγο που ούτε κι ο ίδιος μπορούσε να δει τη δεύτερη και την τρίτη. Στάθηκε στην πρώτη. Την κοίταξε  κι ύστερα τη φίλησε. Τρεις- τέσσερις φορές. Κι ύστερα πάλι την κοίταξε για αρκετή ώρα, κι έπειτα τη φίλησε άλλες τόσες, μπορεί και περισσότερες φορές.

Μέχρι εκείνη τη στιγμή, έτσι να ασπάζονται φωτογραφίες είχα δει μόνο πολύ παλιά, μάνες που είχαν χάσει τα παιδιά τους· από Χάρο ή από ξενιτιά. Τις έβλεπα να φιλούν το χαρτί σαν να ήταν σάρκα εκ της σαρκός τους κι αντί παρηγοριάς φούντωνε ο πόνος τους. Κι έκλαιγαν κι άφηναν αναστεναγμούς βαθείς για τον αμετάκλητο ή τον προσωρινό πλην όμως “ζωντανό” αποχωρισμό. Αυτόν που παρηγοριά δεν έχει.

Αυτός ο άντρας όμως δεν φαινόταν να πονάει. Ούτε αναστέναζε. Είχε ένταση, πάθος, αλλά όχι πόνο. Μπορώ σχεδόν με βεβαιότητα να πω ότι διέκρινα θριαμβευτική λάμψη στο βλέμμα του και ικανοποίηση. Έτσι, συμπέρανα -προφανώς αυθαίρετα- ότι τουλάχιστον η πρώτη φωτογραφία, αυτή που μονοπωλούσε την προσοχή του και αποσπούσε τα φιλιά του ήταν μια εικόνα που τίποτα δεν απεικόνιζε. Ήταν λευκό το χαρτί και από την άλλη πλευρά - αυτή που δεν έβλεπα. Εκεί θα εμφανιζόταν κάποια μέρα ένα πρόσωπο τόσο προσφιλές που θα δικαιολογούσε απόλυτα τους επαναλαμβανόμενους, γεμάτους πάθος ασπασμούς.



Σάββατο, 4 Ιανουαρίου 2014

Η Στέφανι

Απ` το παράθυρο είδα τον Μπομπ  χθες το πρωί. Μόλις είχα ετοιμάσει καφέ και τον φώναξα να έρθει μέσα. Καφέ είχε ήδη πιει, αλλά δεν είχε βάλει μπουκιά στο στόμα του, όπως μου είπε και επειδή είχε ωραία λιακάδα, επέμενε παρά το δυνατό κρύο να πάρουμε το πρωινό μας στο deck. Έτσι το είπε. Εγώ μέχρι τώρα βεράντα το έλεγα. 

Πήρα τον καφέ μου και κάτι για να φάει  ο Μπομπ που φαινόταν αρκετά πεινασμένος και βγήκα  στο deck. 

Έβαλα δυο  μερίδες  πάνω στην κουπαστή  γιατί σκέφτηκα ότι σε λίγο θα περνούσε κι ο Στιβ και κάθισα παραδίπλα γιατί ήθελα να ανάψω τσιγάρο και ο Μπομπ δεν καπνίζει. 



"Καλά, εσύ δε θα φας;" με ρώτησε. "Σκέτο καφέ, χωρίς πρωινό;" Του εξήγησα ότι μόλις ξύπνησα, τσίμπησα μερικά φυλλαράκια ματζουράνας που είχαν μείνει από την προηγούμενη και ένοιωθα χορτάτος. 

"Άρχισε να τρως γιατί αν περάσει ο Στιβ, δε θα σου αφήσει τίποτα" του είπα και δεν έχασε λεπτό. Άρχισε  να τρώει βιαστικά στην ιδέα και μόνο ότι  μπορεί να εμφανιζόταν ο λαίμαργος της παρέας. 

Ο οποίος δεν άργησε να φανεί. Φαινόταν κεφάτος, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, τον ρωτήσαμε δυο τρεις φορές αν είχε γίνει κάτι, απέφυγε να απαντήσει -εμείς βέβαια καταλάβαμε τί είχε γίνει- και άρχισε να τρώει, ή μάλλον να τσιμπολογάει από τη μερίδα του Μπομπ. Σχεδόν ανόρεχτα. Ποιός; Ο Στιβ!

Μόνο όταν σταματήσαμε να τον ρωτάμε, είπε τάχα αδιάφορα, χωρίς να μας κοιτάξει στα μάτια, ότι σε λίγο θα περνούσε  η Στέφανι. Ανταλλάξαμε μια ματιά με τον Μπομπ, αλλά δεν είπαμε κουβέντα. Τα είχαμε συζητήσει τις προάλλες και είχαμε καταλήξει: "Αν του αρέσει, εμάς δε μας πέφτει λόγος. Θα φάει το κεφάλι του βέβαια, αλλά εμάς δε μας πέφτει λόγος." 

Η Στέφανι εμφανίστηκε μετά από λίγο, πέταξε ένα ξινό "καλημέρα" κι άρχισε αμέσως να λέει ότι έχουν καθυστερήσει πάρα πολύ κι ότι δεν έπρεπε να είχαν περάσει από εδώ. Ο Στιβ την κοίταζε σα χάνος, εμείς δε λέγαμε κουβέντα, απλώς περιμέναμε να τον πάρει και να φύγουν. Πράγμα που έγινε σχεδόν αμέσως.  Όταν μείναμε  οι δυο μας, είπαμε ταυτόχρονα: "δε μας πέφτει λόγος".  Μέχρι να τελειώσει ο Μπομπ το πρωινό του, εγώ άναψα ένα ακόμα τσιγάρο. Μετά πιάσαμε το τραγούδι που λέγαμε οι τρεις μας κάθε πρωί, πριν εμφανιστεί η Στέφανι και μας διαλύσει την παρέα. 


Αναδημοσίευση  toportal.gr

Τετάρτη, 1 Ιανουαρίου 2014

Βλέμματα 2014


1.

2.

3.

4.

5.

 6.

 7.

 8.

 9.

 10.

11.

 12.



 13.

 14.

 15.

 16.

 17.

18.

19.

20.

21.

22.

23.

24.

25.

26.

27.

28.

(Εντάξει, πέρυσι είχαμε πει ότι το πρώτο ποστ του 2014 θα  είχε δεκατέσσερις εικόνες παιδιών, αλλά οι μέρες είναι γιορτινές,  οπότε... διπλασιάστηκαν. )

Καλή Χρονιά!