Κυριακή, 22 Ιουνίου 2014

Αυστηρώς Ακατάλληλο



Την κυνηγούσε ώρα πολλή. Επίμονα. Εκείνη τον άφηνε να την πλησιάζει, αλλά τελευταία στιγμή του ξέφευγε. Όχι σαν να μην ήταν σίγουρη αν ήθελε ή όχι την συνεύρεση, μα ξεκάθαρα θέλοντας να τον παιδέψει. Άτιμο θηλυκό. Το παράκανε όμως και χωρίς να το πάρει είδηση εκείνος, ανέβηκε ψηλά στην κερασιά. Με τρόμο συνειδητοποίησε ότι...

...εκείνος, κάτω, ήταν έτοιμος να παραιτηθεί της προσπάθειας να την κατακτήσει. Τον κοίταζε με κομμένη την ανάσα και μετάνιωνε που το είχε παρατραβήξει. 

Όταν τον είδε να απομακρύνεται απογοητευμένος, χωρίς να  έχει ανακαλύψει την κρυψώνα της, έκανε ότι της ξέφυγε ένας παραπονεμένος, συγκρατημένα ηδυπαθής αναστεναγμός. 

Το σινιάλο έπιασε τόπο: εκείνος σταμάτησε, γύριζε, σήκωσε τα μάτια ψηλά και την είδε ανάμεσα στα φορτωμένα κλαδιά της κερασιάς. Δίστασε να ξεκινήσει και τότε εκείνη για να τον ενθαρρύνει, έσκυψε, γύρισε το κεφάλι της και του έστειλε ένα βλέμμα γεμάτο υποσχέσεις. Μόνο τότε εκείνος άρχισε να ανεβαίνει. 

Έχοντας όμως εξαντληθεί από την προσπάθεια που είχε καταβάλει προηγουμένως  και φοβούμενος ότι μπορεί και πάλι, όλο αυτό, να ήταν απλώς η συνέχεια του παιδεμού του, κάθισε σε ένα κλαδί αρκετά πιο χαμηλά από εκείνο που βρίσκονταν εκείνη. 

Μόνο όταν σιγουρεύτηκε ότι  ήταν έτοιμη να ενδώσει, την πλησίασε αργά. Την κοίταξε με το πιο έντονο βλέμμα που διέθετε κι εκείνη -για μια στιγμή μόνο-σκέφτηκε να συνεχίσει το παιχνίδι της. Αλλά ήταν μόνο μια σκέψη που ούτως ή άλλως, κυρίως λόγω των ακραίων συνθηκών δεν μπορούσε να γίνει πράξη. 

Την πλησίασε κι άλλο και την άγγιξε για πρώτη φορά. Ένιωσε τα πόδια της να τρέμουν και δεν ήξερε αν έφταιγε η ασταθής ισορροπία της πάνω στα δύο λεπτά κλαδιά, ή ήταν η επιθυμία που την είχε κυριεύσει. 

Την αγκάλιασε απαλά κι εκείνη κρατήθηκε -γαντζώθηκε στην κυριολεξία- από ένα κλαδί για να μην πέσει. 

"where do I start?" της ψιθύρισε τραγουδιστά στο αυτί. 

Κοίταξε τριγύρω και τα ώριμα κεράσια της φάνηκαν αστέρια που έλαμπαν. 

Αφέθηκε στον ίλιγγο του κενού. 

  Στον ίλιγγο του πάθους. 

Εκείνος συνέχισε να μουρμουρίζει αλλάζοντας σκοπό, παραμένοντας όμως στο ίδιο κλίμα. "Je t`aime tant il faut me croire..." ...

...μέχρι την κορύφωση, εκεί ψηλά στην κορυφή, που συνοδεύτηκε από παρατεταμένη βροχή κερασιών. 


Ύστερα οι δύο εραστές, απομακρύνθηκαν ο ένας από τον άλλον. Εκείνη τεντώθηκε σαν να ήθελε να νιώσει και πάλι το κορμί της. Εκείνος, την κοίταξε και σκέφτηκε "Τί θηλυκό!" Κι εγώ, άφησα τη φωτογραφική μηχανή, πήρα ένα καλάθι και ξεκίνησα να μαζεύω τα κεράσια που είχαν  απομείνει στο δέντρο. 



το ποστ στο gather8

Σάββατο, 14 Ιουνίου 2014

Athens Pride

1.

2.

3.

4.

5.

6.

7.

8.

9.

10.

11.

12.

13.

14.

15.

16.

17.

18.

19.

20.

21.
Οι εικόνες του Athens Pride 2013, δημοσιεύονται σήμερα, με ένα χρόνο καθυστέρηση.

Αναδημοσίευση στο toportal

Παρασκευή, 13 Ιουνίου 2014

Άμμος Χαλάσσης


Τον ψάχνω καιρό τώρα.

Τον είχαν στείλει για ρύζι· δεκαπέντε κιλά. Τόσο αγόραζαν πάντα και δεν τους έφτανε ούτε για μια βδομάδα. Όταν έπεσε η πρώτη βόμβα δεν είχε προλάβει να φτάσει στην αγορά. Ο ήχος των αεροπλάνων του Σαντάμ, λάμψεις, εκρήξεις, σκόνη, κραυγές. Τρόμου και πόνου. Να μην ξεχωρίζεις ποιες ήταν πιο σπαραχτικές. Από το σημείο που βρισκόταν εκείνη τη στιγμή μέχρι το σπίτι -ούτε δέκα λεπτά απόσταση- έκανε να φτάσει πάνω από ώρα. Αυτή τη φορά το σπίτι τους ανέγγιχτο δίπλα σε άλλα που ήταν ερείπια. Έψαξε κάθε γωνιά και δεν βρήκε κανένα. Ετοιμαζόταν να φύγει για τις σπηλιές -εκεί που έβρισκαν καταφύγιο κάθε φορά που δεχόταν αεροπορική επιδρομή- όταν άκουσε κλάμα. Στα ερείπια του διπλανού σπιτιού βρήκε χτυπημένη στο πόδι μια συνομήλική του, μόλις δεκαέξι, έγκυος στο μήνα της. Την φορτώθηκε. Πλάτη με πλάτη, όσο μπορούσε πιο προσεκτικά. Πήρε να ανηφορίζει για τις σπηλιές. Μετά από λίγο κι άλλη επιδρομή. Ριπές, σκόνη. Καλύφτηκε κι όταν πέρασαν τα αεροπλάνα συνέχισε. Ένιωθε μούσκεμα. “Ιδρώτας”, σκέφτηκε. Προχωρούσε αγκομαχώντας από το βάρος που βήμα το βήμα γινόταν μεγαλύτερο. Προχωρούσε ως τη στιγμή που είδε αίμα να στάζει από το σώμα του. Όχι σταγόνες. Ποτάμι. Σταμάτησε, τη ρώτησε αν είναι καλά, εκείνη δεν απάντησε, γονάτισε και την ακούμπησε χάμω ανάσκελα. Μέσα από την ανοιχτή κοιλιά της είδε το παιδί να σαλεύει μια στιγμή μέσα στα αίματα, μέχρι που έσβησε κι αυτό.

Τηλεφώνησα πολλές φορές μα δεν απαντά.

Ένα χρόνο μετά, πήρε απόφαση να φύγει από το Ιράκ. Πρώτα Ιράν για μερικά χρόνια, μετά Τουρκία και τέλος εδώ. Παράνομα. Πέρασε κολυμπώντας σα σκυλί τον Έβρο με τα χαρτιά σφιχτά στα δόντια μέσα σε νάιλον σακούλα κι έφτασε μέχρι την Αθήνα· με τα πόδια. Περπατούσε μόνο βράδυ παράλληλα με την Εθνική οδό. Τις μέρες κρύβονταν. Στην Αθήνα τον συνέτρεξαν άλλοι Κούρδοι. Βολεύτηκε. Βρήκε δουλειά σε εργολάβο, αξημέρωτα πήγαινε, νύχτα γύριζε σπίτι. Όλη μέρα στις οικοδομές κι ύστερα στη βιοτεχνία κουφωμάτων που είχε το αφεντικό. Έξι μέρες τη βδομάδα και μερικές φορές επτά. Ανάλογα με τη φούρια. Κι εκείνα τα χρόνια είχε μεγάλη φούρια. Σαράντα ευρώ τη μέρα. Κι ο εργολάβος του χρωστούσε ένα χιλιάρικο δουλεμένα μεροκάματα. Άλλα τόσα τού είχε φάει ένας δικηγόρος. Ο επόμενος δικηγόρος, απλώς “έχασε” όλα τα χαρτιά του. Το πήρε απόφαση ότι θα είναι παράνομος. Έτσι για χρόνια ήταν δουλειά -σπίτι, σπίτι -δουλειά. Ούτε μια φορά έξω για καφέ. Για μια βόλτα. Από φόβο.

Πέρασα από το σπίτι του. Κατάκλειστο.

Φάτσα φαγιούμ. Σκοτεινή κι αγέλαστη. Μεγάλα μάτια ολοστρόγγυλα. Μαύρα. Μέτριο ανάστημα, σωματική διάπλαση που καθόλου δε μαρτυρούσε την απίστευτη αντοχή του. Ούτε τη δύναμη. Τον βρήκα άνοιξη του 2005. Κοντά τρεις μήνες γκρεμίζαμε και χτίζαμε παρέα. Κουβάλησε ατέλειωτα μπάζα, έριξε τσιμέντο, έριξα μέσα στο χαρμάνι κάτι ψιλά για να στεριώσει, έχτισε καινούριους τοίχους, τους σοβάτισε, κάψαμε πορτοπαράθυρα, τα τρίψαμε μέχρι που φάνηκε το ξύλο, τα στόκαρα -στις λεπτοδουλειές δεν έπιανε το χέρι του- τα έβαψα. Στα διαλείμματα για φαγητό και καφέ τα λέγαμε. Με λόγια, αλλά κυρίως με νοήματα. Στην αρχή τουλάχιστον. Γιατί μετά, άρχισε κουτσά στραβά να μαθαίνει ελληνικά. Μόνο το “θ” δεν μπορούσε να προφέρει. Όσο και να προσπαθούσε, “Χ” του έβγαινε. Έτσι, έλεγα κι εγώ όπως εκείνος: “Άμμος χαλάσσης”. Για να συννενοούμαστε. Μάθαινε αυτός ελληνικά κι εγώ, μέρα με τη μέρα, μάθαινα κάτι καινούριο για εκείνον και την οικογένειά του που είχε μείνει πίσω, σε μια μικρή πόλη του Ιράκ κοντά στα σύνορα με την Τουρκία. Για το σπίτι τους που μεγάλωνε καθώς μεγάλωνε η οικογένεια και το ξανάχτιζαν κάθε φορά που τους βομβάρδιζε ο Σαντάμ. Για τον πατέρα του, τις τρεις “μαμάδες” που γεννοβόλησαν 16 παιδιά και κανένα από αυτά δεν τις ξεχώριζε. Κυρίως όμως μιλούσε για τη δίδυμη αδελφή του που τού έλειπε πιό πολύ απ` όλους. Όταν τελειώσαμε κι έπιασε δουλειά με το μάστορα που μού είχε περάσει τα πλακάκια στο δάπεδο και στο μπάνιο, λυπήθηκα. “Θα έρχομαι να σε βλέπω. Εδώ, εσένα έχω αδελφό”, μού είπε την τελευταία μέρα. Και κράτησε το λόγο του. Ερχόταν πότε πότε, τηλεφωνούσε συχνά για να μού πει τα νέα του και να μάθει τα δικά μου. Τηλεφωνούσε πάντα στις μεγάλες γιορτές, Χριστούγεννα, Πάσχα, για να μού ευχηθεί “Χρόνια Πολλά”. Εγώ πάλι είχα το νου μου να μη ξεχάσω να τον πάρω στο ραμαζάνι. Την επόμενη χρονιά, άμα άκουσε ότι απολύθηκα, την ίδια κιόλας μέρα ήρθε με τα ρούχα της δουλειάς και μού έφερε λεφτά. Αρνήθηκα, αλλά επέμενε να τα κρατήσω μέχρι να ξαναβρώ δουλειά. Με έσωσε τότε ο Κούρδος αδελφός μου.

Ξαναπέρασα από το σπίτι του. Τα ίδια.

Καλοκαίρι του 2007, με πέτυχε στη “χάλασσα” και ρωτούσε επίμονα να μάθει πότε θα γύριζα. Μόλις είχε γνωρίσει “ένα κορίτσι από το Βουλγαρία” και ήθελε οπωσδήποτε να τη δω. “Άμα σ` αρέσει εσένα, καλή θα είναι” τού είπα στο τηλέφωνο, μα εκείνος επέμενε: Τέσσερα μάτια, βλέπουν καλύτερα από δυο”. Ταίριαζαν. Λιγομίλητος και μαζεμένος αυτός, τσαούσα εκείνη. Τους άκουσα να λένε γλυκόλογα ο ένας στον άλλον, στα ελληνικά -την κοινή τους γλώσσα- κι έδωσα την έγκριση που επιζητούσε. Πρώτη φορά στο σπίτι του πήγα τη μέρα του γάμου. Μού είπε να πάω σε ένα κεντρικό σημείο στο Περιστέρι. Ήρθε να με πάρει ντυμένος με την παραδοσιακή στολή της περιοχής του. Ζήτησε και τού την έστειλαν. Χοντρή μαύρη τσόχα μέσα στη ζέστη τέλη εκείνου του Αυγούστου που καιγόταν η Ελλάδα από ασύμμετρη απειλή. Σε μια γκαρσονιέρα νοικοκυρεμένη, καμιά τριανταριά οι καλεσμένοι. Φίλοι του Κούρδοι οι περισσότεροι και μερικές Βουλγάρες, φίλες της νύφης που φορούσε ένα απλό άσπρο φόρεμα. Στο λαιμό της γυάλιζε ένα μεγάλο χρυσό μενταγιόν με την Ακρόπολη. Ο ιμάμης από τα Μεσόγεια, άργησε λίγο να φτάσει. Έγινε η τελετή κι ύστερα φάγαμε όλοι μαζί παϊδάκια κοτόπουλο από κοντινό ψητοπωλείο. Χωρίς στάλα αλκοόλ. Όταν όμως στη συνέχεια ερχόταν σπίτι μου οι νιόπαντροι εκείνος πότε πότε έπινε καμιά μπύρα. Τον πείραζα ότι δεν είναι καλός μουσουλμάνος κι έλεγε για να δικαιολογηθεί: “Δεν έχει πολύ αλκοόλ”. Παρά τις προσπάθειες της τσαούσας -και προσπάθησε πολύ- και παρά τον γάμο με πολίτη της ευρωπαϊκής ένωσης εκείνος δεν κατάφερε να αποκτήσει  νόμιμα χαρτιά. Συνέχισε να αποφεύγει τις άσκοπες εξόδους. Δουλειά σπίτι. Σπίτι δουλειά κι οι δυό τους. Και πολύ σπάνια, στα ρεπό τους για καφέ. Όταν άρχισαν να γίνονται συχνές οι επιθέσεις σε αλλοδαπούς τηλεφωνούσα πιο τακτικά για να του πω να προσέχει τα θρασίμια- χρασίμια τα είπα κι ας μην κατάλαβε- με τις μαύρες μπλούζες. Τελευταία φορά μιλήσαμε τη μέρα που ανακοινώθηκε κι εξαπολύθηκε το όνειδος του Ξένιου Δία.


Τους ψάχνω δυο χρόνια τώρα. 


H εικόνα από εδώ.


Το σημερινό κείμενο είναι συμμετοχή σε δι-ιστολογικό αφιέρωμα με θέμα «Σύνορα- πρόσφυγες – αλληλεγγύη», με την ευκαιρία του 4ου Αντιρατσιστικού Φεστιβάλ Χίου, το οποίο οργανώνεται από τη «Λάθρα;» – Επιτροπή Αλληλεγγύης στους Πρόσφυγες Χίου.




Συμμετέχουν ακόμα:

 6ο Σύνταγμα Πεζικού, Βιβλιοθηκάριος

Τετάρτη, 4 Ιουνίου 2014

Καμία Ταφή για το Μουσταφά


Quartett. Έτσι έλεγαν την παρέα τους. Περίεργη σύνθεση. Δύο Gastarbeiter - Έλληνας και Τούρκος - και δύο Γερμανοί. Συναντιόντουσαν  τουλάχιστον μια φορά τη βδομάδα είτε στο σπίτι του Selim, είτε στου Έλληνα. Αυτοί μαγείρευαν ο καθένας τα φαγητά της πατρίδας τους -μερικά ήταν ίδια βέβαια- κι οι Γερμανοί έφερναν τα ποτά και δίσκους 33 στροφών. Προτιμούσαν το κονάκι του Selim μια που εκείνος είχε πρόσφατα αγοράσει -δίνοντας ό,τι είχε και δεν είχε- ένα τεράστιο πικ απ της εποχής, έπιπλο κανονικό κι ασήκωτο. Ακόμα κι όταν αρρώστησε ο υπερήλικας Mustafa, ο πατέρας του Selim κι ήταν για καιρό στο νοσοκομείο, πάλι στο σπίτι του πήγαιναν. Αλλά εκείνες τις μέρες, έβαζαν πιο χαμηλά τη μουσική και μόνο τα “παραπονιάρικα τραγούδια”, τους αμανέδες που άρεσαν στον γέρο.

Ένα βράδυ, ο Selim περίλυπος τους ανακοίνωσε ότι ο πατέρας του δεν είχε ελπίδες. Οι γιατροί τού το ξεκαθάρισαν ότι πολύ σύντομα θα πήγαινε να συναντήσει τον Προφήτη κι εκείνος όφειλε σαν καλός γιός να τον θάψει κάτω, στην πατρίδα. Είχε ρωτήσει ήδη πώς θα γινόταν η μεταφορά της σορού, πόσο θα στοίχιζε και το ποσόν που χρειαζόταν ήταν τεράστιο. Μόνο ο Έλληνας συναισθανόταν το ηθικό χρέος του φίλου του. Οι Γερμανοί, που τους ήταν αδύνατον να καταλάβουν, του είπαν ότι το λογικό θα ήταν να τον θάψει εκεί, στο νεκροταφείο του Μονάχου. Όταν όμως είδαν ότι ήταν αδύνατον να τον κάνουν να αλλάξει γνώμη, προσφέρθηκαν και οι δύο να του δανείσουν ένα μεγάλο μέρος του ποσού, αλλά ο Selim, αρνήθηκε γιατί ήξερε ότι δεν τους περίσσευαν αλλά και γιατί θα τού ήταν δύσκολο να τους ξεπληρώσει.

Ούτε βδομάδα δεν πέρασε από εκείνη τη συνάντηση και ο Mustafa, άφησε τον μάταιο τούτο κόσμο. Το ίδιο βράδυ οι άλλοι τρεις, πήγαν στο σπίτι του για να τον παρηγορήσουν αλλά ήταν αδύνατον. Πέρα από τη θλίψη για την απώλεια, ήταν αβάσταχτο το βάρος που σήκωνε ο Selim: η έγνοια για την ταφή του γέρου στην πατρίδα, αδιέξοδο σωστό, τον τσάκιζε. Κάθονταν βουβοί, απέναντι στο βουβό εκείνη τη νύχτα πικ απ, χωρίς να ξέρουν πώς να βοηθήσουν τον φίλο τους. Ξαφνικά ο Έλληνας σηκώθηκε και έδωσε τη λύση: Θα τον μετέφερε ο ίδιος ο Selim με το αυτοκίνητό του στην Τουρκία. Και φέρετρο για τον Mustafa θα γινόταν το τεράστιο έπιπλο του πικ απ. Μετά από μια μικρή παύση -που Τούρκος και Γερμανοί προσπαθούσαν να συνειδητοποιήσουν τί ξεστόμισε ο πολυμήχανος- ο Selim σηκώθηκε κι έφερε το κουτί με τα εργαλεία.

Άνοιξαν στα γρήγορα το κάτω μέρος, αφαίρεσαν ραδιόφωνο και πικ απ, έβγαλαν ό,τι μπορούσαν να βγάλουν, ώστε να χωρέσει το σώμα του γέρου, που ευτυχώς δεν ήταν κανένας εύσωμος. Την επόμενη, παρέλαβαν τη σορό, την τακτοποίησαν στο έπιπλο και το σφράγισαν όσο μπορούσαν καλύτερα. Στην έξοδο από τη Γερμανία δεν θα είχε κανένα πρόβλημα. Στο τελωνείο στην Τουρκία, θα άνοιγαν τα πάνω καπάκια, θα έβλεπαν το πλατό του πικ απ και με ένα καλό μπαξίσι, θα άφηναν να περάσει τον συμπατριώτη τους που πρόκοψε στην Γερμανία και γύριζε στην πατρίδα με ένα φοβερό μηχάνημα για να ακούει τους αμανέδες του. Οι τέσσερις του quartett, με το ένα, με το δυο με το τρία, σήκωσαν ψηλά το έπιπλο -δυο φορές ασήκωτο με τον νεκρό μέσα- το τοποθέτησαν στη σχάρα του αυτοκινήτου στην οροφή, το σκέπασαν με μουσαμά και το έδεσαν γερά. O Selim, κάθισε στη θέση του οδηγού, έτοιμος να διασχίσει τα άπειρα χιλιόμετρα μέχρι το χωριό του, στις όχθες της Μαύρης Θάλασσας και να θάψει εκεί, όπως του έπρεπε τον πατέρα του. Οι άλλοι, τον αποχαιρέτησαν και του ευχήθηκαν “καλό δρόμο” και “καλή αντάμωση” που την υπολόγιζαν σε δύο τουλάχιστον βδομάδες.

Τρεις μέρες μετά ο Selim ήταν πίσω. “Ήταν το θέλημα του Αλλάχ”, ήταν η πρώτη κουβέντα που τους είπε. Κι ύστερα έπιασε να τους εξιστορεί, πώς πέρασε τα σύνορα, διέσχισε την Αυστρία και μετά από αρκετές ώρες, νύχτα, κατάκοπος πλέον, πάρκαρε έξω από μια μικρή πόλη στη Γιουγκοσλαβία για να κοιμηθεί. Έτσι όπως ήταν ταλαιπωρημένος, κοιμήθηκε βαριά μέχρι το επόμενο πρωί. Σηκώθηκε ξεκούραστος, βγήκε από το αυτοκίνητο, πήγε παραπέρα για να κάνει την ανάγκη του και εκείνη την ώρα, γύρισε αφηρημένος προς το αυτοκίνητο. Αυτό που είδε τού έκοψε το κατούρημα στη μέση: από τη σχάρα έλειπε το έπιπλο. Μόνο τα σχοινιά, κρέμονταν κομμένα κι ο μουσαμάς ήταν πεταμένος παραπέρα. Κάποιοι επιτήδειοι, ενώ εκείνος κοιμόταν, το κατέβασαν, το πήραν και εξαφανίστηκαν. Μπήκε στο αυτοκίνητο σαν τρελός, πήγε στην κοντινή πόλη, άρχισε να ρωτάει, πρώτα τούρκικα και γερμανικά τους Γιουγκοσλάβους που δεν καταλάβαιναν κι ύστερα με νοήματα, "ποιός πήρε το πικ απ με τον νεκρό μου πατέρα". Τον πέρασαν για τρελό, άκρη δεν βρήκε και έτσι πήρε το δρόμο του γυρισμού με μόνη παρηγοριά, αυτή την σκέψη: “Ήταν το θέλημα του Αλλάχ να μην ταφεί ο Mustafa στο χωριό που γεννήθηκε.”

Καθώς μιλούσε ο Selim και  θυμόταν τί έγινε, νευρίαζε όλο και περισσότερο και στο τέλος  εξοργισμένος πια με τους ιερόσυλους, εν αγνοία τους, κλέφτες είπε: “Να τους κοπούν τα χέρια”. Κι επειδή δεν ξελάφρωσε με τη μια φορά που ξεστόμισε την κατάρα, την είπε κι άλλες πολλές, σα μοιρολόι βουρκωμένος από την οργή του. Τότε ο Έλληνας, τον αγκάλιασε, τού χτύπησε την πλάτη και τού είπε: “Μην ανησυχείς Selim, όταν θα δουν ότι δεν παίζει το πικ απ, θα το ανοίξουν για να το επισκευάσουν και τότε θα τους κοπούν τα ήπατα”



Η ιστορία, των αρχών της δεκαετίας του `60 είναι αληθινή και μού τη διηγήθηκε πρόσφατα, ο Έλληνας της παρέας.

Η φωτό, από εδώ


*To ποστ στο gather8 

Κυριακή, 1 Ιουνίου 2014

Hit the road Tsal

1.

2.

3.

4.

5.

6.

7.

8.

9.

10.

11.

12.

13.

14.

15.

16.

17.

18.

19.

20.

21.

22.

23.

24.

25.

26.

27.

28.

29.

30.

31.

32.

με Maria Elena του Ry Cooder