Δευτέρα, 18 Μαΐου 2015

Το τετράδιο της Φυσικής


  Ο Μιχάλης, αν ερχόταν -γιατί αρκετά συχνά έλειπε- έφτανε στο φροντιστήριο κατάκοπος. Με τα μάτια κόκκινα από το ξενύχτι, κατακόκκινα σαν τις πιτσιλιές που είχε στα χέρια και στα παπούτσια του. Μας χαιρετούσε, έλεγε δυο -τρεις κουβέντες κι έπειτα με το που άρχιζε το μάθημα, έγερνε στο θρανίο και κοιμόταν. Στα διαλείμματα ξυπνούσε, βγαίναμε για τσιγάρο, με κερνούσε άσσο σκέτο κι εγώ τον πείραζα για τα απανωτά του ξενύχτια για αφισοκόλληση. “Γιατί ρε Μιχάλη τόσο πολύ;” τον είχα ρωτήσει στην αρχή. “Για τα πόδια του παππού μου”, είχε απαντήσει, τόσο κοφτά που δεν μού άφησε περιθώριο να ζητήσω διευκρινήσεις. 

  Η απορία λύθηκε λίγο καιρό μετά, όταν περνώντας από το σπίτι του, όρια Μενεμένης- Ευόσμου, πέτυχα τον παππού του, ένα πράο, γλυκομίλητο γέροντα, στο καθιστικό με τα μπατζάκια του παντελονιού διπλωμένα ως τα γόνατα και τα πόδια του σε μια λεκάνη. Όταν τα έβγαλε από το νερό κι άρχισε να τα σκουπίζει, είδα τα παραμορφωμένα από φάλαγγα πέλματα και από τα δάχτυλα να λείπουν όλα τα νύχια, βγαλμένα από τανάλια βασανιστή. Έκτοτε, δεν ξανάπα κουβέντα στο Μιχάλη για το τρέξιμο, την αφισοκόλληση και τα ξενύχτια. Κι άμα έλειπε, φρόντιζα να παίρνω και για εκείνον φωτοτυπίες των σημειώσεων που μας έδιναν οι καθηγητές.

  Μετά το μάθημα μια σταθερή παρέα -όλοι πηγμένοι, ο Μιχάλης σχετικά ξεκούραστος από τη σιέστα στο θρανίο- κατηφορίζαμε τη Μελενίκου που ήταν το φροντιστήριο, ξεστρατίζαμε για ένα πέρασμα από την πλατεία Ναυαρίνου και καταλήγαμε για ποδοσφαιράκια σε ένα σκοτεινό, ομιχλώδες από την κάπνα υπόγειο, σε ένα στενό που κατέληγε λοξά στην Εθνικής Άμυνας που τότε ακόμα την έλεγαν  Βασιλίσσης Σοφίας. Έτσι όπως ήμασταν καλοί πελάτες ο ιδιοκτήτης μας καλωσόριζε  και ουκ ολίγες φορές έδινε στο Μιχάλη τις σημειώσεις ή τα τετράδια που είχε ξεχάσει εκεί την προηγούμενο βράδυ. 

  Παίζαμε με πάθος για ώρες. Τα χέρια μας είχαν βγάλει κάλλους από τη δύναμη που σφίγγαμε τις ξύλινες λαβές και οι καρποί μας πονούσαν από τις περιστροφικές κινήσεις. Αυτές τις αστραπιαίες, αριστοτεχνικές κινήσεις που γίνονταν μετά από δυο -τρεις προσποιήσεις που ζάλιζαν τον τερματοφύλακα, ώστε να καταλήξει η μπάλα από εκεί που ήταν μαγκωμένη άγρια από τον δεξιό μονοπόδαρο παίκτη, στο αντίπαλο τέρμα. Κι όλα αυτά μέσα σε έξαλλα επιφωνήματα θριάμβου της δυάδας των σκόρερς και βρισιές των άλλων που είχαν υποστεί το γκολ.

  Οι χαμένοι πλήρωναν τους καφέδες ή τις μπύρες που πίναμε όσο παίζαμε, αλλά και τα σπασμένα καθώς συχνά, έτσι όπως ήταν ακουμπισμένα στο πλάι του τραπεζιού, μια απότομη κίνηση τα έριχνε όλα κάτω. Και τα φλιτζάνια και τα μπουκάλια, αλλά και τα κέρματα που αφήναμε εκεί σε στοίβα από την αρχή. Τα κέρματα που μέχρι το τελευταίο, τροφοδοτούσαν τη σχισμή στην μακριά πλευρά του τραπεζιού, για να πέσουν από το άνοιγμα πιο κάτω, οι πέντε άσπρες κοκάλινες μπάλες. “Άντε σπασίκλα να πας να καθαρογράψεις τη Φυσική” μού έλεγε ο Μιχάλης όταν με έβλεπε μετά από ώρες παιχνιδιού να κρυφοκοιτάζω το ρολόι μου.

  Η αλήθεια ήταν ότι το έκανα. Είχα ένα ξεχωριστό τετράδιο, όπου κάθε βράδυ, έγραφα σχολαστικά,  πρώτα τη θεωρία και στη συνέχεια τις ασκήσεις συνδυάζοντας τις σημειώσεις που κρατούσα στο φροντιστήριο και τα του βιβλίου. Μπορεί να ήταν χάσιμο χρόνου να καθαρογράφεις, τις ούτως ή άλλως καλογραμμένες και λεπτομερείς σημειώσεις, να ζωγραφίζεις τα σκίτσα των ασκήσεων σαν να ήταν για να πάνε για τύπωμα για να κοσμήσουν σελίδες βιβλίου Φυσικής, μα αυτός ήταν ο τρόπος μου. 


  Έτσι διάβαζα ή τώρα που το σκέφτομαι, έτσι ξεκουραζόμουν και απέφευγα το διάβασμα. Και το λέω αυτό γιατί πολλές φορές, αν σε ένα σκίτσο, οι σκιές στη σφαίρα μάζας m1 που δεχόταν ένα βλήμα μάζας m2, δεν ήταν ικανοποιητικές, έκανα το σκίτσο από την αρχή σε ένα χαρτί που το έκοβα και το κολλούσα πάνω στην προηγούμενη προσπάθεια που δεν έκρινα ικανοποιητική για τα υψηλά στάνταρ του τετραδίου μου. Με τον καιρό, άρχισα να δυσκολεύομαι να μελετήσω το σχολικό βιβλίο και τις σημειώσεις του φροντιστηρίου και κατέφευγα αποκλειστικά στο τετράδιο-υπόδειγμα για το οποίο με κορόιδευε στα φανερά ο Μιχάλης και πίσω από την πλάτη μου, όλοι οι άλλοι.

  “Σπασικλάκι” με ανέβαζε, “σπασικλάκι” με κατέβαζε, αλλά δέκα μέρες πριν τις Πανελλήνιες, ο Μιχάλης που είχε πάρει ρεπό από το Κόμμα, αποφασισμένος έστω και την ύστατη στιγμή να στρωθεί, μού ζήτησε αυτό που σκεφτόμουν από μέρες να τού δώσω. “Σύντροφε” μού είπε σοβαρά, “θέλω το τετράδιο για φωτοτυπίες”. Ήταν δυνατό μυαλό και είχε σοβαρές ελπίδες να καλύψει τα κενά, αρκεί να είχε λίγη βοήθεια. Ή μάλλον αρκεί να είχε το υποδειγματικό βοήθημα που είχα φτιάξει ψυχαναγκαστικά  όλη τη χρονιά. Τού το έδωσα και υποσχέθηκε να μου το επιστρέψει την επόμενη στο φροντιστήριο.

  Ήταν απόγευμα -εκείνες τις μέρες αν και μας έτρωγαν τα χέρια μας, είχαμε κόψει μαχαίρι τα ποδοσφαιράκια- και βαδίζαμε στην Εγνατία. Είχαμε αφήσει πίσω μας την Αψίδα του Γαλέριου και μπροστά μας, κόντρα, είχαμε ένα καλοκαιρινό ήλιο στη δύση του να μας ξεμυαλίζει. Δεν θέλαμε με τίποτα να κλειστούμε στα σπίτια μας για διάβασμα και συνεχίσαμε να περπατάμε και να κανονίζουμε τη εκδρομή που θα κάναμε μετά τις εξετάσεις. Ουσιαστικά, τις πρώτες ενήλικες διακοπές μας. Χαλκιδική, ακτή Καλογριάς, σκηνές.

  “Τα κορδόνια σου” του είπα στο ύψος της Αγίας Σοφίας. Τα είδε λυμένα, άφησε  τις σημειώσεις  και το τετράδιο πάνω στο καπό ενός αυτοκινήτου -ήταν μέσα στη σκόνη, βρωμερό, χεσμένο από όλα τα περιστέρια της Σαλονίκης και τους γλάρους του Θερμαϊκού, αλλά δεν είπα κουβέντα για να μην αρχίσει το δούλεμα- κι έσκυψε να τα δέσει. “Σκηνές θα βρούμε” μού είπε έτσι σκυμμένος όπως ήταν και πρόσθεσε: “Μία θα μού δώσει σίγουρα ο ξάφελφός μου. Μεγάλη, τεσσάρων ατόμων. Πολύ άνετη”.

  Συνεχίσαμε τη βόλτα μας συμπληρώνοντας σιγά- σιγά τον κατάλογο όλων αυτών που ήταν απαραίτητα για τις διακοπές μας και στην Αριστοτέλους πια, τη ώρα που χωρίζαμε, του είπα: “Μην ξεχάσεις να μού φέρεις το τετράδιο αύριο”. Τον είδα ξαφνικά να γουρλώνει τα μάτια κι αμέσως μετά, να φεύγει βολίδα προς την Αγίας Σοφίας. Κατάλαβα ότι είχε ξεχάσει τα πάντα, πάνω στο αυτοκίνητο. Τον ακολούθησα τρέχοντας. Όταν φτάσαμε, όλα τα αυτοκίνητα ήταν καθαρά. Αυτό που αναζητούσαμε, το χεσμένο, είχε κάνει φτερά μαζί με τις σημειώσεις και το τετράδιο.

  Ο Μιχάλης απελπισμένος πήγαινε πάνω- κάτω στην Εγνατία  μπας και είχαμε κάνει λάθος στο σημείο που σταματήσαμε για να δέσει τα κορδόνια του. Τίποτα. Ήταν τόσο συντριμμένος, που όχι μόνο δεν τού είπα κουβέντα για την αιώνια αφηρημάδα του, αλλά προσπάθησα να τον παρηγορήσω κι ας ήμουν απελπισμένος για την απώλεια του τετραδίου δέκα μέρες πριν τις εξετάσεις, λέγοντάς του ότι δε χάθηκε  ο κόσμος, ότι υπήρχαν οι πρόχειρες σημειώσεις που κρατούσα στο φροντιστήριο, ότι και με αυτές μια χαρά θα βολευόμασταν. 


  Μετά τις εξετάσεις πήγαμε για μια βδομάδα στη Χαλκιδική. Ο Μιχάλης μας έδωσε τη σκηνή του ξαδέλφου του αλλά ο ίδιος δεν ήρθε. Ήταν ο παππούς του βαριά στο νοσοκομείο και δεν τον άφησε ούτε στιγμή. Μερόνυχτα δίπλα του σε μια καρέκλα, στο προσκεφάλι του γέροντα με τα σακατεμένα πόδια. Εκεί, μέχρι το τέλος που ήρθε κατακαλόκαιρο, πριν βγουν τα αποτελέσματα των Πανελληνίων. Έτσι δεν έμαθε ότι ο εγγονός του -έστω και με τις πρόχειρες σημειώσεις- πέρασε τελικά στη σχολή που ήθελε. Και θα χαιρόταν πολύ γιατί τον θυμάμαι να λέει και να ξαναλέει ότι εκείνος ήταν ένα "κούτσουρο και μισό", αλλά έμαθε να γράφει και να διαβάζει στην εξορία. 



Σάββατο, 16 Μαΐου 2015

Σαββατιάτικη λαχτάρα

Είχαμε κανονίσει να βρεθούμε με τα παιδιά. Θα περνούσαν να με πάρουν, αργούσαν ως συνήθως κι είχα βγει κι έκοβα βόλτες περιμένοντας· χαμηλές πτήσεις, χαλαρές, στη λιακάδα. Όταν τον είδα κάτω αραχτό, πλένονταν σχολαστικά και ήταν τόσο αφοσιωμένος στη διαδικασία που δεν με πήρε είδηση. Σκέφτηκα ότι δεν μπορεί παρά να ήταν αυτός που πέντε νύχτες τώρα, έχει πάρει στο κυνήγι όλες τις θηλυκές της γειτονιάς και μας έχει αφήσει άυπνους. Κάποιος μάλιστα, προχθές το βράδυ που το παράκανε, τού φώναξε αγανακτισμένος: “Εντάξει ρε φίλε και εμείς ερωτευτήκαμε, αλλά δεν αφήναμε ξάγρυπνο όλο τον κόσμο”. Εκείνο το βράδυ ησύχασε για λίγο, μα το ξημέρωμα πλέον, αντιλαλούσαν οι τοίχοι τον πόθο του.

Έτσι όπως τον είδα σήμερα, ειδικά σε αυτή την στάση, σκέφτηκα να τον πειράξω. Πέταξα όσο πιο αθόρυβα γινόταν και βρέθηκα ακριβώς πάνω από το σημείο που είχε αράξει. Τότε φώναξα: “Ψιτ! Γατούλη!” Σταμάτησε το νίψιμο, κοίταξε βαριεστημένα τριγύρω και μη βλέποντας κανέναν, συνέχισε το λουτρό του. “Γατούλη, σε σένα μιλάω” επανέλαβα μετά από λίγο, πιο έντονα από την πρώτη φορά και αμέσως μετά, πέταξα μέχρι μια κοντούλα νεραντζιά και στάθηκα σε ένα κλαδί, σχετικά χαμηλά. Εκείνος κοίταξε ψηλά, πάλι δεν είδε κανένα και φάνηκε να εκνευρίζεται. 

 Μισοκρυμμένος στη νεραντζιά, φώναξα πολύ δυνατά: “Είσαι μεγάλος μπερμπάντης, γατούλη!” και έβαλα τα γέλια. Τότε μόνο, χωρίς όμως να αλλάξει στάση, γύρισε το κεφάλι του προς τη σωστή κατεύθυνση και με είδε. “Φοβερή φάτσα!” σκέφτηκα και περίμενα να κατεβάσει το πόδι για να βγάλω ένα ωραίο, αξιοπρεπές πορτραίτο με σκοπό να το δημοσιεύσω μαζί με τις άλλες φωτογραφίες του που είχα προλάβει να τραβήξω, με τίτλο: “Το λουτρό του εραστή”. 

Είχα νετάρει στα μάτια του, έβλεπα μέσα από το φακό ότι με κοίταζε, περίμενα να κατεβάσει επιτέλους το πόδι κι ούτε που κατάλαβα πότε όρμηξε καταπάνω μου. Όταν ένιωσα τα νύχια του στο φτερό σκέφτηκα: “Πάει, αυτό ήταν, ήρθε το τέλος μου”, αλλά την στιγμή που ετοιμάζονταν να με αρπάξει – να δεις φίλε μου τα δόντια του μπερμπάντη σε γκρο πλαν!- τού έριξα μια άγρια τσιμπιά στο αυτί με τη ψυχή στο ράμφος. Άφησε ένα νιαούρισμα πόνου -πολύ κοντινό σε χροιά και ένταση με τα νυχτερινά του- και μαζεύτηκε για λίγο. Τότε βρήκα την ευκαιρία και ξέφυγα. Κυριολεκτικά τελευταία στιγμή. Πέταξα  και άραξα σε μια ελιά παραδίπλα, ψηλά ψηλά για σιγουριά, τρέμοντας από τη λαχτάρα που πήρα. 

Ο γάτος είχε αρχίσει να απομακρύνεται όταν είδα τα παιδιά να πλησιάζουν. Δεν ξέρω αν είχαν δει την επίθεση που δέχτηκα, ή φαινόμουν τόσο ταραγμένος, πάντως η πρώτη κουβέντα τους κάπως ανήσυχη ήταν: “Τί έγινε; Είσαι καλά;”. Τους τα είπα επιγραμματικά, υποβαθμίζοντας το περιστατικό, “εντάξει, τίποτα σοβαρό, συνηθισμένα πράγματα”. Τόνισα μάλιστα ότι απέφυγα την επίθεση “χωρίς απώλειες”. Με κοίταζαν δύσπιστα εγώ επέμενα και τότε ο Γ πέταξε μέχρι τη νεραντζιά. Προσγειώθηκε στη βάση της και τον είδα κάτι να ψάχνει ανάμεσα στα χόρτα.

Επέστρεψε με ένα φτερό στο ράμφος του-δικό μου χωρίς καμία αμφιβολία- και οι άλλοι άρχισαν το χοντρό δούλεμα: “Ε, όχι και χωρίς απώλειες!” Εκείνη τη στιγμή ορκίστηκα ότι αν ακούσω τον μπερμπάντη και απόψε να γκομενίζει, θα βγω χωρίς δεύτερη σκέψη και θα τον μπουγελώσω.

Τετάρτη, 13 Μαΐου 2015

Εκ του ασφαλούς


Τη Δευτέρα, την ώρα που κατέβαινα στο ισόγειο από τις σκάλες, είδα από μακριά τον Π. να μπαίνει. Ήταν με καμιά δεκαριά γνωστούς. Είχα καιρό να τον δω, πλησίασα, όλοι οι άλλοι με χαιρέτισαν...” . Ο Κ. άφησε τη φράση στον αέρα. Η φωνή του δεν είχε αλλάξει ούτε σε ένταση ούτε σε χροιά, μα ξέροντάς τον καλά, κατάλαβα ότι η συνέχεια θα ήταν δυσάρεστη. “Και;” τον ρώτησα. Δίστασε λίγο και μετά  μού είπε: “Πήγα να τον αγκαλιάσω -ξέρεις πόσα χρόνια είμαστε φίλοι- κι εκείνος είπε ένα ξερό, τυπικό γεια, που μόλις ακούστηκε, γύρισε και έφυγε βιαστικά. Καταλαβαίνεις; Έμεινα με τα χέρια ανοιχτά.”

Από τη στιγμή που έπεσε το μαύρο, Ιούνιο του `13 μέχρι το ντου των ΜΑΤ, Νοέμβρη της ίδιας χρονιάς, όποια στιγμή και να περνούσες από την ΕΡΤ, εκεί θα τον έβρισκες. Μεσημέρι, βράδυ, χαράματα, ο Κ εκεί. Πάνω κάτω. Μέσα και έξω στην περιφρούρηση. Με μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια, άυπνος, μερόνυχτα ολόκληρα. Όταν έφευγε ήταν για λίγο- ίσα ίσα για να κάνει ένα μπάνιο, να αλλάξει, να δει λίγο τα παιδιά του και να επιστρέψει. Και καλά στην αρχή που γέμισε ο κόσμος το προαύλιο και τη Μεσογείων, τότε που υπήρχε ζωντανή η ελπίδα. Να δεις το ζόρι μετά, τέλη Σεπτέμβρη και Οκτώβρη, που κι ο κόσμος έφυγε και η ελπίδα χάθηκε. Τότε που μέσα στην ΕΡΤ έμειναν μια χούφτα άνθρωποι, αντιμέτωποι καθημερινά με το ζοφερό ενδεχόμενο της επέμβασης και της εκκένωσης.

Μετά το ντου, άρχισε απελπισμένος να ψάχνει για δουλειά. Το επίδομα αστείο κι οι ανάγκες της πολυμελούς οικογένειας μεγάλες. Όταν βρέθηκε δουλειά, πίστεψε ότι ήταν τυχερός. Μέσα στην πιο άγρια κρίση το να βρεις δουλειά και μάλιστα έχοντας μάλιστα καβαντζάρει τα πενήντα, δεν είναι και λίγο. Πέρασε ο πρώτος μήνας, λεφτά τίποτα. Κάτι ιστορίες για αγρίους άκουσε από το αφεντικό κι έφυγε αμέσως. Ευτυχώς, γιατί όσοι έμειναν, δούλεψαν άλλους δυο μήνες απλήρωτοι. Βγήκε πάλι στη γύρα για καιρό, με τα ενοίκια, τους λογαριασμούς και τις υποχρεώσεις να τον πνίγουν. Πάλι κάτι βρέθηκε, αυτή τη φορά με εξοντωτικό ωράριο έναντι μηδαμινής αμοιβής κι αυτό για ελάχιστο διάστημα.

Το φθινόπωρο του `14 έχοντας φτάσει πλέον οικονομικά πολύ πιο πέρα από το αμήν, έκανε αίτηση στην ΝΕΡΙΤ. Τον προσέλαβαν κι άρχισε να δουλεύει. Εκείνη την εποχή εμφανίστηκε και το πρόβλημα υγείας. Σοβαρό μεν, ευτυχώς όμως ιάσιμο. “Έχετε περάσει έντονο στρες αυτή την εποχή;” ήταν η πρώτη κουβέντα που τού έλεγαν όλοι ανεξαιρέτως οι γιατροί κοιτάζοντας τις εξετάσεις. Απαντούσε ένα διστακτικό “Ε, ναι, όπως όλοι μας αυτή την εποχή”. Το απόγευμα της περασμένης Δευτέρας -που άνοιξε η κεντρική πύλη του ραδιομεγάρου της ΕΡΤ μετά από σχεδόν δυο χρόνια και μπήκαν οι απολυμένοι- είχε ένα ακόμα ραντεβού με γιατρό.

Ένα ξερό "γειά" μού είπε μόνο κι εξαφανίστηκε” επανέλαβε ο Κ. Εγώ πάλι είχα μείνει στην τελευταία φράση του: “Έμεινα με τα χέρια ανοιχτά”. Έβλεπα την εικόνα. Κόσμος στο ισόγειο της ΕΡΤ, ο Κ να κατεβαίνει τα σκαλιά, να βλέπει από μακριά τον Π, να πλησιάζει τον φίλο του με τα χέρια ανοιχτά και ο Π, με έναν τυπικό χαιρετισμό να απομακρύνεται. Ο Π, που ξέραμε καλά και οι δύο, ότι δεν είχε οικογενειακές υποχρεώσεις, που οι γονείς του μπορούσαν να τον στηρίξουν, που είχε κάποια εισοδήματα. Ο Π, που γενικώς την έβγαλε καθαρή όλο αυτό το διάστημα, την περασμένη Δευτέρα, απέναντι σε εκείνον που υποτίθεται ότι υπέκυψε, είχε το επικριτικό ύφος και τη αυστηρή στάση του ανθρώπου που έμεινε μέχρι το τέλος, απροσκύνητος. Εκ του ασφαλούς.




Τρίτη, 12 Μαΐου 2015

Καφές με τον Αντάρτη


Από όλους τους καφέδες της μέρας, για μένα τουλάχιστον, ο καλύτερος και ο πλέον απαραίτητος είναι ο πρώτος πρωινός. Τον πίνω πάντα ζεστό -αν εξαιρέσεις τις πολύ ζεστές μέρες του καλοκαιριού που μπορεί να ρίξω ένα δυο παγάκια- και πάντα σκέτο. Ούτε γάλα, ούτε ζάχαρη. Και αρκετά δυνατό. Προτιμώ να τον απολαμβάνω έξω, ακόμα και τις πολύ κρύες μέρες του χειμώνα. Μόνο όταν βρέχει δυνατά περιορίζομαι στο σπίτι. Όταν ψιχαλίζει, βολεύομαι πάλι έξω, σε ένα σημείο όμως που δεν το πιάνουν οι σταγόνες.

Τον πρώτο πρωινό καφέ τον πίνω πάντα μόνος. Συχνά αναγκάζομαι να σηκωθώ αρκετά πιο νωρίς από ό τι χρειάζεται και εντελώς αθόρυβα, για να το πετύχω. Αξίζει όμως η θυσία λίγης ώρας ύπνου, αν πρόκειται να πετύχεις την ομαλή μετάβαση από το όνειρο στην πραγματικότητα. Είναι δύσκολη διαδικασία και πολύ σημαντική για να πάει καλά η μέρα. Συνήθως οι άλλοι –ακόμα κι όταν ξέρουν καλά το κουσούρι σου- παρεμβάλλονται επιβάλλοντας την παρουσία τους ή ακόμα χειρότερα, την αταίριαστη με την ώρα φλυαρία τους.
 
Σήμερα, στον πρώτο πρωινό καφέ είχα παρέα. Εμφανίστηκε χωρίς να το καταλάβω· αργά, ανεπαίσθητα. Τον πρόσεξα μόνο όταν, αφού είχε διασχίσει το τραπέζι, άρχισε να ανηφορίζει το φλιτζάνι. Όταν έφτασε στο χείλος του, με κοίταξε με έναν συγκινητικά διακριτικό τρόπο, χωρίς να πει κουβέντα, σαν να ζητούσε την άδεια. Δίστασα, αλλά τελικά συγκατάνευσα και μόνο τότε, συνέχισε από την εσωτερική πλευρά, κατηφορίζοντας προς την επιφάνεια του καφέ που είχε αρχίσει να κρυώνει. 

Δοκίμασε, φάνηκε να τού άρεσε, σκέτος και δυνατός και τριγύρισε για λίγο στο εσωτερικό του φλιτζανιού. Έτσι όπως είχε κολλήσει στην καμπύλη επιφάνεια, δεν με δυσκόλεψε, ούτε εκείνος κινδύνεψε, όταν ήπια τις τελευταίες γουλιές. “Αντάρτη*”, του είπα στο τέλος, “με σένα, έτσι ήσυχος που είσαι, δεν έχω πρόβλημα να πίνω τον καφέ μου κάθε πρωί!”  Φεύγοντας από το σπίτι τον πήρα μαζί μου. Τον άφησα σε ένα πάρκο, μια που στην αυλή, την προηγούμενη μέρα είχα σκορπίσει σαλιγκαροκτόνο για τους ομοίους του, που καιρό τώρα κατασπαράζουν τα πιο τρυφερά φύλλα.


*Αντάρτης είναι το όνομα του ήρωα σαλιγκαριού στο βιβλίο του Χιλιάνου συγγραφέα, Λουίς Σεπούλβεδα, “Η ιστορία ενός σαλιγκαριού που ανακάλυψε τη σημασία της βραδύτητας”. (Εκδόσεις opera)

Από το ποστ, ο καφές αφιερώνεται στην Χριστίνα Σκούρτη
και ο Αντάρτης στον Απόστολο Δεδουσόπουλο



Παρασκευή, 8 Μαΐου 2015

Η ολοκλήρωση της διαδρομής


Τον Νοέμβριο του 2010, στην Κωνσταντινούπολη, δίπλα στο Kapalı Çarşı, στην αγορά των μεταχειρισμένων βιβλίων, ακριβώς έξω από τις δημόσιες τουαλέτες, εκείνος που τις φρόντιζε είχε στήσει ένα μικρό τραπέζι και πουλούσε δερματόδετα σημειωματάρια με υποκίτρινες σελίδες. Αγόρασα δύο, έναντι τριών ευρώ. Ένα για μένα κι ένα για έναν Αμερικάνο φίλο.

Τον Ιούλιο του 2011, συνάντησα τον φίλο σε ένα καφέ της οδού Canal, στην Νέα Υόρκη και τού έδωσα το σημειωματάριο. Φάνηκε ότι του άρεσε -είχα βέβαια κάποιες αμφιβολίες για το αν θα το χρησιμοποιούσε- κι έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για την ιστορία του που τού διηγήθηκα αναλυτικά· ειδικά για το γεγονός ότι το “μαγαζί” που το αγόρασα, ήταν ακριβώς έξω από δημόσιες τουαλέτες.

Το Δεκέμβρη του 2013, ξανασυνάντησα τον φίλο στην ΝΥ. Την στιγμή που με αποχαιρετούσε, μετά από μια ωραία περιπλάνηση στους 42 δρόμους κι ένα καφέ στο Bryant Park,  πίσω από τη δημόσια Βιβλιοθήκη, μού έδωσε ένα μικρό πακέτο. Δώρο! μού είπε. Τον ευχαρίστησα, το άνοιξα και είδα το σημειωματάριο από την Κωνσταντινούπολη που τού είχα χαρίσει δύο χρόνια πριν.

"Ήξερα ότι θα σ` αρέσει" σχολίασε βλέποντας το έκπληκτο ύφος μου. Δεν είπα τίποτα για να μην τον φέρω σε δύσκολη θέση. Τον ευχαρίστησα και πάλι γελώντας με τη φοβερή σύμπτωση· δεν το χρησιμοποίησε ποτέ, ξέχασε την ιστορία που του είχα πει, το θυμήθηκε όταν τού τηλεφώνησα για να βρεθούμε, σκέφτηκε ότι θα μου άρεσε, το τύλιξε και μού το χάρισε.

Μάης του 2015 και διαπιστώνω ότι έχω ξεμείνει από σημειωματάριο. Θυμάμαι το δώρο του Αμερικάνου φίλου, αλλά τελικά αποφασίζω να μην το χρησιμοποιήσω. Πιστεύω ότι το μικρό δερματόδετο σημειωματάριο με τις υποκίτρινες σελίδες, πρέπει να ολοκληρώσει τη διαδρομή του. Πρέπει να πάω πάλι στην Κωνσταντινούπολη και να το παραδώσω στον άνθρωπο από τον οποίον το αγόρασα.

Δε θα ζητήσω βέβαια να μού επιστρέψει το αντίτιμο. Θα αρκεστώ στο τσάι που θα με κεράσει όπως και την άλλη φορά. Θα καθίσουμε στα σκαμνάκια που έχει δίπλα στο τραπέζι με τα σημειωματάρια έξω τις δημόσιες τουαλέτες και θα καθώς θα πίνουμε το τσάι μας, θα του διηγηθώ αυτή την ιστορία. 



Τρίτη, 5 Μαΐου 2015

Πού είσαι Αίσωπε;

 Ο έρωτας ήταν κεραυνοβόλος και αμοιβαίος. Πολύ σύντομα παντρεύτηκαν. Μετά από μερικά χρόνια όμως, ο Κινέζος έσυρε στα δικαστήρια την πανέμορφη γυναίκα του γιατί τα τρία παιδιά που γέννησε ήταν το ένα πιο άσχημο από το άλλο και ήταν βέβαιος ότι τον απατούσε. Υποβλήθηκαν σε τεστ DNA και αποδείχτηκε ότι και τα τρία ήταν δικά του.

 Καθώς ήταν κι εκείνος πολύ ωραίος άντρας, δεν υπήρχε καμία λογική εξήγηση. Ώσπου κάποιο τζιμάνι που είχαν βάλει οι δικηγόροι του να ερευνήσει την υπόθεση, ανακάλυψε ότι η ωραία σύζυγος υπήρξε τρομερά άσχημη -τέρας σωστό- αλλά ένας πλαστικός χειρουργός διόρθωσε έναντι 100 χιλιάδων δολαρίων τα σφάλματα της φύσης. Έτσι η πρώην άσχημη βρήκε σύζυγο τον ωραίο και πλούσιο Κινέζο.

 Η απόφαση του δικαστηρίου ήταν καταδικαστική: η νυν ωραία έπρεπε να αποζημιώσει τον πρώην σύζυγο -στο μεταξύ είχε βγει και το διαζύγιο- με το ποσόν των 120 χιλιάδων δολαρίων γιατί τον εξαπάτησε.

 Το γεγονός συνέβη πριν από αρκετούς μήνες και σήμερα που το θυμήθηκα, με κάποια μάλλον άσχετη αφορμή, σκέφτηκα: τί κρίμα να μην ζει ο Αίσωπος.

Στη φωτο του Vincent Peters, η Du Juan

Σάββατο, 2 Μαΐου 2015

Μaya Plisetskaya, ο κύκνος πέταξε



Ρωμαίος και Ιουλιέτα, 1961


Πέθανε σήμερα στη Γερμανία, η κορυφαία Ρωσίδα,
 Μάγια Πλισέσκαγια  σε ηλικία 89 ετών.









Παρασκευή, 1 Μαΐου 2015

Μαγιάτικο Στεφάνι- Αναλυτικές Οδηγίες Κατασκευής

 Συλλέγουμε τα μαγιάτικα άνθη

κατά είδος 

σε χωριστά ματσάκια

και κοβουμε τα κοτσάνια τους στο ίδιο μήκος. 

Επιλέγουμε κλωστή, γερή αλλά όχι χοντρή. 

Αν βρούμε λεπτά και εύκαμπτα κλαδιά σε μεγάλο μήκος, πλέκοντάς τα σχηματίζουμε τη βάση. Αν όχι, κόβουμε λάστιχο ποτίσματος* σε μήκος ανάλογο με το μέγεθος που θέλουμε να είναι το στεφάνι μας και χαράζουμε την μια άκρη, όπως στην εικόνα. 

 Μετά βάζουμε την κομμένη άκρη μέσα στην άλλη και στερεώνουμε με ταινία. 


 Χωρίζουμε τα λουλούδια σε μικρότερα ματσάκια και στερεώνουμε το πρώτο, γερά πάνω στο λάστιχο/ βάση. 

Συνεχίζουμε  με το δεύτερο που το τοποθετούμε διαδοχικά έτσι ώστε τα λουλούδια του να είναι εκεί που τελειώνουν τα λουλούδια του πρώτου.

Εναλλάσσοντας τα ματσάκια με τις κίτρινες και άσπρες μαργαρίτες, που συνήθως αποτελούν τα βασικά λουλούδια για το μαγιάτικο στεφάνι, καλύπτουμε όλη τη βάση. 

Αν καπνίζουμε, σταματάμε για τσιγάρο και βλέποντας το στεφάνι, αποφασίζουμε για τη συνέχεια του στολισμού του. 


Περνώντας και πάλι την κλωστή γύρω γύρω, στερεώνουμε, είτε συμμετρικά είτε τυχαία, μικρότερα λουλούδια γύρω από το στεφάνι. 

  Τέλος προσθέτουμε με τον ίδιο τρόπο, προσεκτικά τις παπαρούνες που είναι πιο ευαίσθητες. 

Το στεφάνι μας είναι έτοιμο.



*Στην περίπτωση που η βάση έγινε από λάστιχο ποτίσματος, εν καίμε το στεφάνι τον Κλήδονα!