Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2015

Η εικόνα μιας καυτής ημέρας



Η φωτο, του Γιάννη Κέμμου.
 (Χωρίς να το θέλω, βλέποντας αυτή τη καταπληκτική εικόνα  θυμήθηκα, μια άλλη, του Γιάννη Κολεσίδη)

Τρίτη, 21 Ιουλίου 2015

Νίκος Χουλιαράς 1940-2015

-Πρωί-

Το σπίτι, μες στα μεγάλα θαλασσόδεντρα, μόνο του στον μικρό κολπίσκο κι η θάλασσα από κάτω του -ακύμαντη στο φως του πρωινού. Ξανοίγεται απ` την ακτή, και φτάνει ως την άκρη του ορίζοντα· καταγάλανη.
Δυο- τρία έντομα, αόρατα, τρίβουν το πριονίδι της σιωπής κάνοντας τη σιωπή ακόμα εντονότερη και ο Χαρίλαος Πετούσης πίνει καφέ με τη γυναίκα του αμίλητος στη χαμηλή βεράντα.
Τίποτα απολύτως δεν συμβαίνει εκεί γύρω, γιατί, απλούστατα, δεν θα μπορούσε να συμβεί τίποτε άλλο που να 'ναι πλουσιότερο απ' αυτή την ησυχία.
Κάποια στιγμή ο άντρας σηκώνεται απ' την καρέκλα. Κατεβαίνει ήρεμα τα δυο σκαλιά που χωρίζουν το σπίτι από την αμμουδιά και, σκύβοντας, σηκώνει από κάτω ένα βοτσαλάκι. Γέρνει με τέχνη, το κορμί στα πλάγια και το πετάει στο νερό.
Το άσπρο πραγματάκι κάνει πεντέξι αναπηδήματα στην επιφάνεια της θάλασσας κι αμέσως ύστερα βυθίζεται, αφήνοντας ένα μικρό κυκλάκι πάνω στο γαλάζιο.
Τότε, ο Χαρίλαος Πετούσης -με το πρόσωπο λουσμένο στο φως- γυρνάει προς το μέρος της γυναίκας του. “Τί ευτυχισμένο πρωινό!” της λέει ήσυχα, “δεν θα ήθελα να ήμουν πουθενά αλλού, Ματούλα”.

(από το Μια μέρα πριν δυο μέρες μετά, εκδόσεις Νεφέλη, 1998)




-Τα λόγια που είπε ο Μάρκος Μπότσαρης στο λόρδο Βyron, στα ελληνικά και χωρίς την παρουσία διερμηνέως, στη συνάντηση που όρισε γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο ο Νίκος Χουλιαράς-


Καμιά πενηνταριά οργιές μακριά απ’ το σπίτι, εκεί, στο δρομάκι που βγάζει ίσια στη μεγάλη ντάπια, στο μέρος που ο δρόμος στενεύει κι αριστερά στο πλάι του κάνει μια καμπουρίτσα, εκεί είναι μια πέτρα. Πέτρα σκούρα σαν καπνός.
  Εκεί ακριβώς, κάτω απ’ την πέτρα, έχει χώμα. Κίτρινο θαμπό στα πλάγια που όσο πάει και μαυρίζει προς τη μέση. Από κει αρχίζει μια λακουβίτσα με νερό. Στην άκρη το νερό και δεξιά καθώς κοιτάμε προς τα κάτω, έχει τέσσερα χορταράκια κατεβατά. Το πρώτο είναι μαυροκίτρινο, το δεύτερο, κρατημένο απ’ το πρώτο, είναι πράσινο χλωρό. Τ’ άλλα τα δυο, είναι κιτρινωπά, κι έχουν απάνω κάτι σποράκια καφετιά που κοκκινίζουν προς τις άκρες.
Εκεί που τελειώνουν τα χορτάρια, αρχίζουν απότομα κάτι γκρεμνά ― μαύρα βραχάκια, γεμάτα σκισμές. Το νερό της λακούβας είναι θολό και κρατάει τα βραχάκια μέσα του ανάποδα, βουνά μαυροπράσινα που μεγαλώνουν, και τις σκισμές, ποτάμια μαύρα που ραγίζουν το νερό κι ανοίγουν μέσα στη θολούρα σα να ’ναι χώρος θαλάσσιος μεγάλος, πιο μεγάλος κι απ’ τη δική σας την αυτοκρατορία.

 Εκεί απάνω, περνάνε τώρα που σου μιλάω, μυγίτσες και ζωύφια. Ανηφορίζουν και κατεβαίνουν. Γυαλίζουν λίγο κι ύστερα χάνονται. Εκεί απάνω, σαλεύει ακόμα, ένα άσπρο φτερό σαν ερημιά.


 Σ’ αυτήν εκεί τη λακουβίτσα εγώ την είδα την πατρίδα μου. Μεγάλη, μαύρη, γεμάτη ζάρες και μυστικά. Με θάλασσες πολλές και βράχια. Με σκοτεινά περάσματα και πετεινά από αίμα. 

(από το Το Μπακακόκ, Νεφέλη 1988)

Ο Νίκος Χουλιαράς, ο σημαντικός ζωγράφος, πεζογράφος, ποιητής, στιχουργός και τραγουδιστής, πέθανε χθες 20 Ιουλίου, σε ηλικία 75 ετών.

Στην Ψαραλυκή της Αντιπάρου. Φωτογραφία: Σωτήρης Κακίσης

update:


Νίκος Χουλιαράς: Μια γεμάτη ζωή με εφόδιο την τέχνη, Πολυ Κρημιώτη

Από τα γυρίσματα του Λούσια, στα Γιάννενα το 1989, από το αρχείο του ηθοποιού Μάριου Καραμάνη που ενσάρκωσε τον ομώνυμο ρόλο.

Δευτέρα, 20 Ιουλίου 2015

Το τελευταίο τσίπουρο


Μια φορά το χρόνο, αρχές Αυγούστου τη μέρα που μας άφησε χρόνους, αν τύχει και βρίσκομαι στη μικρή μας πόλη, πηγαίνω αργά το απόγευμα στα μνήματα. Την ώρα που φτάνω, συνήθως φεύγουν και οι τελευταίοι επισκέπτες. Πρώτα ρίχνω ένα κουβά νερό στο μάρμαρο να φύγουν οι πευκοβελόνες. Αν έχει καμιά κουτσουλιά, μόλις μουσκέψει καλά, την τρίβω πρόχειρα με το χέρι. Αν επιμένει, με το νύχι. Σε αυτή την περίπτωση ρίχνω και δεύτερο κουβά νερό. Ύστερα ανάβω το καντήλι με χίλιες προφυλάξεις. Πριν χρόνια ένας σκορπιός εκεί μέσα, κρυμμένος κάτω από το θυμιατό, λίγο έλειψε να με χτυπήσει. Σκουπίζω τα χέρια από τα λάδια, κάθομαι στο πεζούλι του επόμενου τάφου -ένα παλικάρι ούτε 20 χρόνων, δεν το ήξερα, πήγε από μηχανή όπως έμαθα.

Εκεί, αρχτός στον διπλανό τάφο, κάτω από το πεύκο που έχει πια θεριέψει, στρίβω τσιγάρο. Όσο διαρκεί το στρίψιμο με την άκρη του ματιού τον βλέπω να μού γελάει. Σαν να σχολιάζει έτσι το στριφτό, σαν να μου λέει: Βλέπω ότι από τα άφιλτρα το γυρίσαμε στον καπνό. Ανάβω και η πρώτη ρουφηξιά είναι βαθιά, ικανή να φτάσει μέχρι τις πατούσες. Ύστερα φυσάω τον καπνό προς το μέρος του, πηχτά δαχτυλίδια, έτσι όπως μού είχε μάθει. Τον κοιτάζω στη φωτογραφία και τού ανταποδίδω το χαμόγελο με πικρό στόμα.

Αντίθετα μέ όλους τους άλλους πεθαμένους που εικονίζονται από σοβαροί έως και βλοσυροί, ο πατέρας μου είναι γελαστός. Έχω απομονώσει το πρόσωπό του από μια ομαδική φωτογραφία όπου εκείνος καθόταν στη μέση και δεξιά, αριστερά και πίσω του στέκονται όρθια τρία ξαδέλφια του. Είχαν μαζευτεί ένα μεσημέρι στην αυλή μας με μεζεδάκια και τσίπουρο και το απόγευμα πια, στο τσακίρ κέφι αποφάσισαν να πάνε όλοι μαζί για οικογενειακή φωτογραφία. Στήθηκαν έτσι, με τον τρόπο του παλιού καιρού και ζήτησαν μάλιστα από τον φωτογράφο να την τυπώσει ασπρόμαυρη. Από όλες τις φωτογραφίες του, σε αυτή έχει το πιο ωραίο χαμόγελο. Είναι χαλαρό, μακάριο και κάπως περιπαικτικό. “Από το τσίπουρο που είχαμε κατεβάσει εκείνη τη μέρα” μού είχε πει όταν την είδα.

Έφτιαχνε μεγάλες ποσότητες. Μού έστελνε, κρατούσε για το σπίτι, χάριζε σε φίλους και συγγενείς και μερικές φορές μάλιστα είχε πουλήσει σε γνωστούς που είχαν δοκιμάσει και το είχαν βρει εξαιρετικό. Όταν πέθανε, στο κελάρι μας βρήκα μια νταμιτζάνα σχεδόν γεμάτη. Σε μια αυτοκόλλητη ετικέτα είχε γράψει όπως πάντα τη χρονιά. Ήταν το τσίπουρο που είχε φτιάξει μερικούς μήνες πριν. Το κοίταζα και σκεφτόμουν ότι με κανονική χρήση δε θα κρατούσε παρά ελάχιστο διάστημα. Και μετά; Τέλος το τσίπουρο του πατέρα; Κάθισα και υπολόγισα την ποσότητα. Λογάριασα πόσο παίρνει ένα ποτηράκι, γεμάτο -γεμάτο. Έκανα τη διαίρεση και κατέληξα ότι αν έπινα μόνο εγώ, ένα μόνο το χρόνο, τη μέρα που έφυγε, το τελευταίο του τσίπουρο θα κρατούσε μέχρι τα ενενήντα τρία μου.

Το μάρμαρο πάνω -πάνω, εκεί που αρχίζει ο χώρος για το καντήλι το θυμιατό και τη φωτογραφία, έχει μια εγκοπή. Ένα ελάχιστο κενό, μαύρο, τέσσερις επί πέντε πόντους το πολύ. Καμιά φορά από εκεί προβάλλει ένα αγριόχορτο. Άμα τελειώσει το πρώτο τσιγάρο, στρίβω δεύτερο και πριν το ανάψω, ακουμπάω πάνω στο μάρμαρο -που στο μεταξύ έχει στεγνώσει- ένα ωραίο παλιό ποτήρι με χοντρό γυαλί. Βάζω τσίπουρο από ένα μικρό πλαστικό μπουκάλι. Σχεδόν το ξεχειλίζω και σκέφτομαι “εντάξει, και μέχρι τα ενενήντα μου να κρατήσει, καλά θα είναι”. Πίνω την πρώτη γουλιά. Με τα χρόνια μού φαίνεται πιο δυνατό. Ανάβω το τσιγάρο και του λέω τα νέα μου. Όλα. Χωρίς να παραλείπω τα δυσάρεστα. Γουλιά- γουλιά. Χωρίς ωραιοποιήσεις όπως έκανα καμιά φορά όταν ζούσε. Σε όλα αντιδρά με τον ίδιο τρόπο· με το ασπρόμαυρο χαμόγελο που φωτίζεται καθώς νυχτώνει μόνο από το φως του καντηλιού.

Δυο γουλιές πριν το τέλος σηκώνομαι και ξεριζώνω το αγριόχορτο που προβάλλει από την εγκοπή. Ύστερα, ρίχνω εκεί μέσα σταγόνα- σταγόνα το τσίπουρο που έχει απομείνει στο ποτήρι. “Είναι από το τελευταίο σου” του λέω κάθε φορά κι ύστερα στα σκοτεινά παίρνω το δρόμο για το σπίτι.



Αφορμή για το σημερινό ποστ στάθηκε μια εξωφρενική είδηση: “Ο ΟΟΣΑ σε έκθεσή του προς την ελληνική κυβέρνηση σχετικά με την αντιμετώπιση του λαθρεμπορίου και την ενίσχυση του ανταγωνισμού στους κλάδους των ποτών και των πετρελαιοειδών επισημαίνει ιδιαίτερα τα προβλήματα στην παραγωγή τσίπουρου και συναφών προϊόντων τονίζοντας πως ετησίως 19 εκατ. λίτρα τσίπουρου διακινούνται αφορολόγητα, με αποτέλεσμα να δημιουργείται αθέμιτος ανταγωνισμός." (από το tvxs

Τετάρτη, 15 Ιουλίου 2015

Greecut and exit


Κλείσε τις οθόνες τώρα, σήκω -δεν σηκώνει άλλες αναβολές- και πιάσε μου ένα πριόνι. Όχι αυτό, το άλλο, το ενισχυμένο μας χρειάζεται. Έτσι μπράβο! Λοιπόν, θα αρχίσουμε τη δουλειά από την Ήπειρο. Το πρώτο κόψιμο θα γίνει στο ύψος που είναι η Δασιά της Κέρκυρας. Εκεί θέλει προσοχή, είναι στενόμακρη η λωρίδα και πρέπει να μη σπάσει, να βγει σωστά. Μετά, θα ανηφορίζουμε πριονίζοντας άκρη- άκρη όλη την Ήπειρο και μετά τη Μακεδονία. Τον νου σου όμως γιατί πρέπει να βγει καθαρό και τσίλικο το σόκορο. Πάνω στις Πρέσπες, εκεί που είναι μαλακό το χώμα, μουσκεμένο από τις λίμνες, θα το δεις, θα φύγει γρήγορα η δουλειά. Παραπέρα, βόρια, στο όρος Κερκίνη, μάλλον θα χρειαστεί να αλλάξουμε λάμα στο πριόνι, αλλά το μισό και παραπάνω χαμαλίκι θα έχει γίνει. Χωρίς να το καταλάβουμε θα φτάσουμε στο δέλτα του Έβρου. Ένα μέτρο πριν το τέλος σταματάμε και ξαποσταίνοντας περιμένουμε να βραδιάσει. Την ώρα που αρχίζουν τα δελτία των οκτώ, το ξαναπιάνουμε και αποτελειώνουμε τη δουλειά. Όταν θα ακούσεις κρακ, το πριόνι θα έχει βγει και θα μουσκεύει στο Θρακικό· κι εμείς θα έχουμε αποκόψει μια και καλή τα χερσαία σύνορα της χώρας από Βαλκάνια και κυρίως από Ευρώπη.

Δε θα πρέπει να χαλαρώσεις όμως, ούτε να πεις, “πάει αυτό ήταν τέλειωσε” γιατί τα δύσκολα είναι μπροστά μας. Πρέπει να βρεθούμε με μιας ἀπόπροθεν. Από τη Θράκη, πέρα στη Γαύδο -ἔνθα δολόεσσα Καλυψώ, ναίει εὐπλόκαμος(1) - στην νότια μεριά, εμείς οι δύστηνοι ανάμεσα στους κέδρους και στα αλμυρίκια, θα βάλουμε μέγα κοτσαδόρο. Τότε μέσα από τα σκοτάδια του Λυβικού θα δεις να καταπλέει το ρυμουλκό. Κατάφωτο, έτοιμο να μας τραβήξει για λίγο νότια, προς Αίγυπτο μεριά κι ύστερα θα κάνει τις μανούβρες που είναι απαραίτητες για να στρίψουμε. Μη φοβηθείς για τα νησιά μας, ούτε για το σχήμα της χώρας· υπάρχει πλέγμα κάτω, στα ριζά και τα συγκρατεί, αναλλοίωτη θα σαλπάρει. Λίγο μετά τον απόπλου θα ακούσεις φωνές αλλά μη δώσεις σημασία· θα είναι οι πασηθυσία που θα απαγγέλουν βραχνιασμένοι από την επανάληψη, το τροπάρι του τρόμου. Να έχεις όμως μάτια ανοιχτά στο πέλαγος. Αρμενίζουν ξυλάρμενα*, πλεούμενα κατάφορτα ψυχές, πιότερο από μας δύστηνες. Να ρίξεις σχοινιά να τους τραβήξουμε. Να δώσεις χέρι να ανέβουν. Μυρίζουν μπαρούτι και φόβο, μα θα δεις, θα γαληνέψουμε όλοι -κι αυτοί και μεις- εν πλω.


Σαν στρίψει η χώρα, με την Κρήτη πλώρη και πρύμνη τη Μακεδονία και τη Θράκη, θα βάλουμε ρότα δυτικά. Λίγο το ρυμουλκό, λίγο ο Λεβάντες θα ξεφύγουμε από όλα. Τότε θα πάρεις ανάσα όπως παλιά. Θυμάσαι; Τότε που έμπαινες καλοκαίρι στο καράβι για τα νησιά και τα άφηνες όλα πίσω; Έτσι και τώρα. Όλα πίσω μας θα τα αφήσουμε. Μια και καλή. Με ένα τσιγάρο θα αράξουμε αμίλητοι στην κουπαστή έξω από το ακομοδέσιο*. Θα αφουγκραζόμαστε τους παφλασμούς πάνω στο γέρικο σκαρί μας που θα στενάζει από την καρίνα* μέχρι την εσχατιά του πιο ψηλού του άλμπουρου. Θα στενάζει βαριά μα θα αντέχει. Με το βλέμμα ψηλά θα συλλαβίσουμε από την αρχή το αλφαβητάρι των άστρων μέχρι τη στιγμή που θα ανατείλει στη χάση του το φεγγάρι. Λειψό, κομμένο νυχάκι, θα το δεις να σκορπίζει τα λιγοστά του ασήμια στα μαύρα νερά της Mare Nostrum. Χωρίς να το καταλάβεις θα αρχίσεις να λογαριάζεις τις μέρες που μας χωρίζουν από το ολόγιομο, στο τέλος αυτού του βασανιστικού και ασυνάρτητου Ιουλίου, ξέροντας με σιγουριά πια, ότι σε άλλους παραλλήλους θα το δεις να ανατέλει.

Όταν θα διακρίνουμε δυο λευκές αναλαμπές ανά δώδεκα δευτερόλεπτα από το φάρο της Delimara, θα καταλάβουμε ότι απέχουμε μόνο λίγα μίλια από τη Μάλτα. Μπροστά μας θα μισοφαίνεται η Λαμπετούζα και αριστερά, στο νότο, νυσταγμένα τα φώτα του Σφαξ. Στενό το πέρασμα ανάμεσα Σικελία και Αφρική, με τη Μάλτα στη μέση να μας φράζει την πορεία, μα τώρα που κινήσαμε δε μας σταματά πια κανένα εμπόδιο. Ότι δεν λύνεται, κόβεται κι ότι σε σταματά το υπερπηδάς.

Το λοιπόν! Θα κάνεις σινιάλο στο καπετάνιο του ρυμουλκού να κάνει κράτει τις μηχανές. Από το στρίντζο* θα βγάλουμε και θα φουντάρουμε* την άγκυρα. Μόλις αράξουμε αρόδου*, με το κροτάλισμα της καδένας ακόμα στα αυτιά μας, θα τρέξεις να φερμάρεις* με τη σειρά τους κάβους στις αματσακόνιστες* μπίντες* που είναι στις βαριές γωνιές: Μάταλα, Κατάκολο, Παλιά Επίδαυρο, Πάργα, Ψαράδες, Διδυμότοιχο και σίγουρα έναν στο Αλιβέρι. Σβέλτα θα πιάσω να δέσω γερά Αργοστόλι, Παλιοκαστρίτσα, Πλώμαρι, Βροντάδο, Λίνδο, Απείραθο και Γιάλη. Άμα τελειώσουμε θα ζυγίζουμε καλά τους κάβους για να μη μπατάρει η χώρα -δεν είναι ώρα για άλλες αβαρίες*- και όλους μαζί θα τους τεζάρουμε πάνω σε μέγα κρίκο.

Με το γλυκοχάρμα θα δεις στον ορίζοντα ένα αερόστατο. Θα πλησιάσει, θα χαμηλώσει και θα μας πετάξει από ψηλά, μια σαλαμάστρα* εννιάκλωνη με γάντζο γερό στη άκρη της. Πάνω του θα κοτσάρουμε τον κρίκο με τους κάβους και θα φωνάξουμε με όση δύναμη μας απομένει, ένα “βίρα” ουρλιαχτό, να ακουστεί μέχρι τη Βαλτική. Στην αρχή θα νιώσεις ένα τράνταγμα, θα παλαντζάρει πέρα δώθε η χώρα κι ύστερα, λίγο- λίγο θα πάρει το δρόμο της Ανάληψης· ίδια η ωραία Ρεμέδιος, μετά από δυο χιλιάδες και βάλε χρόνια μοναξιάς, παράξενα αθώα κι εκτυφλωτική, με τα νερά της, φουστάνια γαλανά να ανεμίζουν διάφανα στη δροσιά του πρωινού. Μια ρημαγμένη Ρεμέδιος που θα φυλάξει την άγκυρα στον ιδρωμένο της κόρφο, προαιώνιο στολίδι και μουσκεμένο φυλαχτό, μα θα αμολύσει την καδένα. Και θα τη δεις να πέφτει και να χάνεται στα νερά, ανοιχτά της Τύνιδας εκεί που ήταν αραγμένα τα πλοία του Σκίπιωνα λίγο πριν ρημάξει την Καρχηδόνα. Θα διακρίνεις από ψηλά τα απομεινάρια της αρχαίας πόλης και τότε, χωρίς να το καταλάβεις θα γυρίσεις να κοιτάξεις πίσω. Η γωνιά που αφήσαμε αδειανή, θα έχει πια καλυφθεί από νερό. Και το νερό δεν λέει τίποτε από τα μυστικά του.(2) Μόνο οι γερο-Κάτωνες κάθε τόσο επαναλαμβάνουν: Delenda est Carthago.


Αν θες να βγει το μαζεμένο αχ από μέσα σου, κοίτα την ομορφιά που απλώνεται τριγύρω: ουρανός ανέφελος, Μεσόγειος γυαλί στο πρωινό της μεγάλης εξόδου και η στεριά απλωμένος πορτολάνος*. Δε θα χορταίνουν τα μάτια σου ομορφιά. Μια σταβέντο, μια σοφράνο* θα τρέχουμε και θα σου δείχνω εναλλάξ το Κάλιαρι, το Αλγέρι, τη Μαγιόρκα κι ύστερα τη Μάλαγα με τα πόδια της βουτηγμένα στη θάλασσα του Αλμποράν, δυο πνοές από τις Ηράκλειες Στήλες. Εκεί στην εσχατιά της Μεσογείου και μπουκαπόρτα του Ατλαντικού να έχεις τα μάτια σου ανοιχτά, μπας και διακρίνεις κάτω από τα στραφταλίσματα των νερών την Ατλαντίδα, εκείνη που “...όταν οι άλλοι την εγκατέλειψαν, αναγκασμένη να πολεμήσει μόνη, αφού άγγιξε τον έσχατο κίνδυνο, νίκησε τους εισβολείς, έστησε τρόπαιο, και δεν άφησε να υποδουλωθούν αυτοί που ποτέ δεν είχαν γίνει δούλοι.”(3)

Μόλις περάσουμε πάνω από την Ταγγέρη, το αερόστατο θα αρχίσει να κατεβαίνει. Θα μας καθελκύσει απαλά πάνω στον ωκεανό και σιγά -σιγά θα χαθεί στον ορίζοντα όπως ακριβώς εμφανίστηκε. Σαν καλοτάξιδο σκαρί μετά το καλαφάτισμα, η χώρα θα δεχτεί τους πρώτους κυματισμούς. Εμείς σβέλτα στα έγκατα, θα ζυγιάσουμε καλά το έρμα*- πρέπει να είμαστε έτοιμοι για τις πιο μεγάλες φουρτούνες και τους κυκλώνες που σίγουρα θα βρούμε στη ρότα μας. Ύστερα κατάκοποι, με μάτια κόκκινα να τσούζουν από την αγρύπνια, θα σταθούμε στην πλώρη μπροστά στην πρωτόγνωρη απεραντοσύνη του Ατλαντικού. Θα κρατηθούμε γερά από το πρότονο*. Λίγο πιο κάτω, η γοργόνα, το μόνο τιμαλφές που μας απέμεινε, δεμένη αιώνες τώρα στο πλωριό ποδόσταμο, αγέλαστη θα στήνει τα στήθη της στη φουσκονεριά. Και τότε, εμείς που ούτε στην ελπίδα πια ελπίζαμε, θα βιράρουμε*  πρώτα το φλόκο* κι ύστερα τη μαΐστρα*, όρτσα για το άγνωστο. 



1 Ομήρου Οδύσσεια Η (στίχοι 245-246)
2 Nίκος Εγγονόπουλος. Μπολιβάρ, ένα ελληνικό ποίημα.
3 Πλάτωνα, Τίμαιος 25c (μτφ Γιώργου Σεφέρη)




Γλωσσάρι ναυτικών όρων

Αβαρία: Ζημιά.
Ακομοδέσιο: ο χώρος ενδιαίτησης του πληρώματος.
Αρόδο: παραμονή σκάφους έξω από λιμάνι, χωρίς δέσιμο σε σταθερό σημείο της ξηράς.
Βίρα: τραβώ, σηκώνω
Έρμα (ή σαβούρα): το βάρος στον πυθμένα ενός σκάφους -μόνιμο ή προσωρινό- που ρυθμίζει την ευστάθεια.
Ξυλάρμενο: ακυβέρνητο
Καρίνα: το κατώτερο τμήμα του σκελετού ενός πλοίου που εκτείνεται από την πλώρη ως την πρύμνη
Κοτσάρω: γαντζώνω
μαΐστρα: μεγάλο πανί που σηκώνεται πίσω από το κατάρτι και αποτελεί το βασικό πανί ενός ιστιοφόρου σκάφους
Ματσακονίζω: ξεσκουριάζω
Μπίντα: Δέστρα
όρτσα: ολική ανάπτυξη ιστιοφορίας, ή εκμετάλλευση του ανέμου
Ποδόσταμο: (πλωριό και πρυμιό) Δομικά δοκάρια, προεκτάσεις της καρένας στην πλώρη και στην πρύμνη σχεδόν κάθετά της.
Πορτολάνος: ναυτικός χάρτης
Πρότονος: Ισχυρό σχοινί ή συρματόσχοινο που δένεται στην πλώρη του πλοίου για την αντιστήριξη των ιστίων. Πάνω του ανοίγει τη μια πλευρά ο φλόκος.
Ρότα: πορεία
Σαλαμάστρα: σκοινί πλεγμένο με 3, 5 ή με 9 νήματα.
Σταβέντο: η αντίθετη από τον άνεμο πλευρά του σκάφους.
Σοφράνο: η προσήνεμη πλευρά του σκάφους
Στρίντζο: χώρος αποθήκευσης της άγκυρας
Τεζάρω: τεντώνω, σφίγγω
Τσηφ: ο πρώτος μηχανικός
Φερμάρω ή καργάρω: Τεντώνω, σφίγγω (σκοινιά, κάβους)
Φλόκος: μικρός τριγωνικό πανί, της πλώρης ιστιοφόρου
Φουντάρω: ποντίζω, ρίχνω στο βυθό











Δευτέρα, 6 Ιουλίου 2015

Το πρωτοσέλιδο "όχι"



Thousandscelebrate Greece's 'No' vote despite uncertainty ahead, Reuters










Grecia grita 'no' a la 'Troika', EL MUNDO



Les Grecs ont dit "oxi",  Libération




Tsipras kündigt Volksabstimmung über Gläubiger-Angebot an, Frankfurter Allgemeine Zeitung


Referendum in Griechenland: Jetzt kommen die bitteren Wochen, SPIEGEL


LaGrecia dice «no» ai creditori internazionali, LA STAMPA



Referendum Grecia, il trionfo di Tsipras, L`Unità


Yunanistan "Hayır" dedi, Hürriyet, Τουρκία


Grecia: tras el triunfo del 'NO', buscan financiamiento 

de emergencia para bancos, Cronista Αργεντινή


El "no" ganó en el referéndum de Grecia, EL NACIONAL, Βενεζουέλα





Greeks vote to determine their ‘destiny’, shanghai daily, Κίνα


Greek crisis: ‘No’ vote set for victory as bailout offer rejected, THE AUSTRALIAN 


ยุโรปช็อค! ชาวกรีกลงมติไม่รับเงื่อนไขเจ้าหนี้, Nation Ταϊλάνδη

"Σοκ στην Ευρώπη! Οι Έλληνες Ψηφισαν να μην Αποδεχτούν 
τους Όρους των Δανειστών"

*Την μετάφραση του τίτλου έκανε ο Elias . Τον ευχαριστώ