Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2016

Άτυπη Απονομή


Λίγες μόλις ώρες πριν από την έναρξη της 88ης τελετής απονομής των Όσκαρ, έχοντας δει αρκετές από τις υποψήφιες ταινίες σε έναν κινηματογραφικό μαραθώνιο τις τελευταίες δέκα μέρες, θα ήθελα να αναφέρω πού θα ήθελα να καταλήξουν απόψε τα βασικά χρυσά αγαλματίδια της Αμερικανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου.



Καλύτερης ταινίας, στο Spotlight

Σκηνοθεσίας, στον Αλεχάντρο Γκονζάλες Ινιάριτου για την Επιστροφή

Α' Ανδρικού Ρόλου, στον Έντι Ρεντμέιν για την ερμηνεία του στη ταινία Το κορίτσι από τη Δανία.

Α' Γυναικείου Ρόλου, στην Μπρι Λαρσον για την ερμηνεία της στην ταινία Το Δωμάτιο

Β΄ Ανδρικού Ρόλου, στον Μαρκ Ράιλανς, για την ερμηνεία του στην Γέφυρα των κατασκόπων

Β' Γυναικείου Ρόλου, στην Αλίσια Βικάντερ για την ερμηνεία της στη ταινία Το κορίτσι από τη Δανία.


Όσκαρ διασκευασμένου Σενάριου και μοντάζ στην ταινία Το Μεγάλο Σορτάρισμα

Πρωτότυπο Σενάριο στην ταινία κινουμένων σχεδίων, Τα μυαλά που κουβαλάς.


Ξενόγλωσσης ταινίας, στον Γιο του Σαούλ




και Μουσικής, αν και δεν είναι υποψήφιοι γι αυτό το Όσκαρ, στους Carsten Nicolai και Ryuichi Sakamoto για το soundtrack της ταινίας Η Επιστροφή 

Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2016

Αλκμήνη



  “Ήρθαν τα αυτοκόλλητά μου;”

  Το θρόισμα είχε σταματήσει. Άλλωστε, έτσι όπως ήμουν στο βάθος, δίπλα στο φωτοτυπικό που δούλευε και το κοίταζα υπνωτισμένος να βγάζει τυπωμένες σελίδες τη μια μετά την άλλη, αρχικά μόνο την ερώτηση άκουσα· κι όχι την πρώτη, μα τη δεύτερη φορά, καθώς την επανέλαβε. Πιο δυνατά από την πρώτη και πιο ναζιάρικα.

  Γύρισα και την είδα. Περασμένα εβδομήντα. Μαύρη μακριά φούστα φουρό. Από τούλι. Μπλούζα αστραφτερή, χρυσοπράσινη με τιράντες. Ένας τεράστιος μπλε φιόγκος αστραφτερός κι αυτός έδενε τα κόκκινα μαλλιά της στη κορυφή του κεφαλιού. Σταπατσαρισμένες γόβες που διατηρούσαν σαφή ίχνη μιας παλιάς λάμψης. Τσάντα με όλα τα χρώματα πάνω της, τα περισσότερα γυαλιστερά. Τα ίδια χρώματα, κάτω και πάνω στα βλέφαρά της. Η μόνη παραφωνία στο σύνολο, ήταν το απλό άσπρο ανδρικό πουκάμισο που φορούσε.

 Το “σαλεμένη” που πέρασε αμέσως από το μυαλό μου, το απόδιωξα. Μακριά από μας οι εύκολες ταμπέλες. Ή μάλλον οι ταμπέλες γενικότερα. Έψαξα άλλα: Ηρωίδα του Τέννεσι Ουίλιαμς, Λιμπελούλα που έγινε άνθρωπος, εκκεντρική σχεδιάστρια μόδας, γερασμένη νεράιδα. Το σκέφτηκα λίγο και διαπίστωσα ότι δυο στις τέσσερις εκδοχές, είχαν φτερά. Ή θα έπρεπε να έχουν.

  “Ήρθαν κυρία Αλκμήνη” της είπε η κοπέλα στο ταμείο του χαρτοβιβιλοπωλείου της γειτονιάς “Ελάτε, εδώ τα έχω”. Προχώρησε προς το μέρος της κοπέλας λικνιζόμενη με το μαύρο φουρό να θροίζει και πάλι. Της χαμογέλασε. Άφησε κάτω την τσάντα της κι πήρε ανυπόμονα τις σελίδες με τα αυτοκόλλητα. Ήταν πέντε -έξι, τα ξεφύλλισε λαίμαργα κι ύστερα βγάζοντας το παράταιρο πουκάμισο, είπε: “Ω! Σας ευχαριστώ!” Δεν ξέρετε πόση ανάγκη τα είχα. Όλα τα άλλα, χάθηκαν” . Κι έδειξε τα γυμνά της μπράτσα.

  Ήταν ολόλευκα και ευτραφή. Στις παλάμες κυρίως, οι καφετιές πανάδες της ηλικίας και παντού- από τα δάχτυλα μέχρι τους ώμους- ίχνη παλιάς κόλλας. Άρχισε να βγάζει από τις σελίδες τα αυτοκόλλητα και να τα τοποθετεί με επιμέλεια πάνω της. Το πρώτο, στο στήθος, κεντρικά, πάνω από το στέρνο. Ήταν μάλλον το μεγαλύτερο από όλα· μια νεράιδα με ροζ φωσφορίζον φουστάνι. Συνέχισε με τα άλλα που κόλλησε ένα -ένα προσεκτικά στα μπράτσα της, στους πήχεις, στις παλάμες, ώσπου ελάχιστη επιφάνεια σάρκας έμεινε χωρίς στολίδια.

  Μόλις τελείωσε, άπλωσε τα χέρια της και τα κοίταξε προσεκτικά. Φάνηκε ικανοποιημένη από το αποτέλεσμα. Ύστερα στάθηκε στις μύτες των ποδιών και έτσι όπως ήταν ήδη με ανοιχτά τα χέρια, έφερε δυο αργές στροφές γύρω από τον άξονά της. “Μπράβο κυρία Αλκμήνη! Μπράβο!” της είπε η κοπέλα στο ταμείο χειροκροτώντας. Χειροκρότησε κι ο ιδιοκτήτης του χαρτοβιβλιοπωλείου. Παρασύρθηκα κι εγώ. Έβαλα τη σακούλα με τις φωτοτυπίες στη μασχάλη και χειροκρότησα.


  Πλήρωσε με αέρα ντίβας και βγήκε από το χαρτοβιβλιοπωλείο της γειτονιάς. Την ακολούθησα. Ήμουν σίγουρος ότι θα την έβλεπα μόλις έστριβε στη γωνία να απογειώνεται καταστόλιστη και λαμπερή στην λιακάδα του Φλεβάρη. 



*Κολάζ της Hannah Höch, από εδώ.

Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2016

Ο Kunkush κι οι γάτες του Ατζανού

  

  Ο Τριαντάφυλλος Αυγουστής, τριαντάρης τότε ψαράς, είχε δέσει με σκοινί την τρίχρονη κόρη του Πελαγία στη μέση της γυναίκας του, που φυλούσε στην αγκαλιά της τον ασαράντιστο Δημητράκη, ανέβασε την οικογένεια στον δεκάμετρο κοκκινομπλέ Γαρύφαλλο του αφεντικού, βοήθησε να βολευτούν όπως όπως και οικογένειες γειτόνων, και σε απανωτές διαδρομές μαζί με τους άντρες από άλλα τρία ψαροκάικα και ποσταλάκια σήκωσαν όλο τον Ατζανό και τον άδειασαν απέναντι.

  Και κάθονταν μετά να κοιτάνε τους καπνούς. Σμύρνη και τα λοιπά, τα γνωστά. Το άλλο πρωί Γαρύφαλλος και Τριαντάφυλλος πουθενά. Το παράλλο τα ίδια.

  Ο σγουρομάλλης ψαράς με τα καστανά μάτια, που όταν βούρκωναν φούσκωναν και μύριζαν καφέ με καϊμάκι, πήγε να σκάσει γιατί ξέχασε στη Μικρασία τη γάτα του. Ένα μήνα πριν το φευγιό η Μαρίτσα, έγκυος, με μια οχιά διπλοτυλιγμένη στην κοιλιά της σύρθηκε μισοπεθαμένη μέχρι το μώλο και στάθηκε μπροστά στον Γαρύφαλλο νιαουρίζοντας ξεψυχισμένα.

  Δυο άντρες που μπάλωναν τις αλαμάνες και τα σαρδελιά έσπασαν μια ψαροκασέλλα, μοιράστηκαν τις σανίδες και κοπανούσαν το φίδι μέχρι που του 'λειωσαν το κεφάλι.

  Ο Τριαντάφυλλος Αυγουστής γύρισε απέναντι να ψάξει τη Μαρίτσα και τα τρία της γατιά.

  Εφτά μέρες μετά, ενώ πια η γυναίκα του τον έκλαιγε και ο αφεντικός του έκλαιγε και τον εργάτη και το καΐκι του, δεκάδες Ατζανιώτες στέκονταν βουβοί και σκούροι μωβ, σαν το σούρουπο στα βραχάκια της Λέσβου, να κοιτούν τα δυο λουλούδια τους, Γαρύφαλλο και Τριαντάφυλλο, να επιστρέφουν, και να ακούνε ένα χαλασμό από νιαουρητά. Το καΐκι ερχόταν γιαλοπερίγελα κουβαλώντας την τελευταία φουρνιά της προσφυγιάς, τις εικοσιεπτά γάτες του Ατζανού, όσες ξετρύπωσε ο ψαράς γυροφέρνοντας με προφυλάξεις την κωμόπλη -φάντασμα.

  Τις μοίρασε στους αφέντες τους, οι Γιατζόγλου πήραν τη Χανούμ, ο Γιοβανάκης την Κική του, οι Χειριμπέρηδες τηνΑθηνά τους, η Ελένη την Ελένη της κι ο Σωτήρης τον Σωτήρη του, αλλά κανείς τους, ούτε εκείνη τη μέρα ούτε μετά, δεν πήρε κουβέντα από τον παράτολμο Τριαντάφυλλο για όσα είδε πίσω. Ρώτα τη γάτα να σου πει την ιστορίας της, απαντούσε και έφυγε μακριά.

Από το 1922 δεν ξανασήκωσε τα μάτια στον έναστρο ουρανό. Έπαθε ατονία των νεύρων και το 'ριξε στις γάτες, να τις χοντραίνει με άφθονα κοκκάλια και καταμάχια, άφηνε μάλιστα την αρχική και όλες τις κατοπινές Μαρίτσες να φωλιάζουν στα γλωσσόδιχτα και στα μπαμπουνερά και εκμεταλλευόμενες την αδυναμία του να τα ξεσκίζουν με τα νύχια και τα σάλτα τους.

Τα μάτια πάντως του Τριαντάφυλλου Αυγουστή, όλο και πιο συχνά υγρά, μοσχομύριζαν ακόμα άναβαν την Ελευθερία του, τα τζάμπα καϊμάκια η μόνη χαρά στην ανέχεια εκείνα τα χρόνια που οι άνθρωποι όλο φεύγανε, όλο χάνανε.


Το παραπάνω απόσπασμα προέρχεται από το μυθιστόρημα της Ιωάννας Καρυστιάνη, Σουέλ των εκδόσεων Καστανιώτη. Το θυμήθηκα σήμερα που έμαθα ότι ένας άλλος πρόσφυγας γάτος, ο Kunkush από το Ιράκ, που χάθηκε στη Λέσβο, βρήκε τελικά μετά από μήνες την οικογένειά του στην Νορβηγία. 




Η φωτογραφία από εδώ

Δευτέρα, 8 Φεβρουαρίου 2016

Dignity Spot

Ένα πουλί πετούσε ανάμεσα στη Σάμο και στο Κουσάντασι
Και πού να καταλάβω: Τούρκικο πουλί ή Ελληνικό;
ή μήπως από κάπου αλλού ερχόταν.
Κανένα σημάδι. Τη θάλασσα ρώτησα.
Δύτης είναι”, μού πε.
Πλέκει, όλο πλέκει δαντέλες στο στήθος μου
Τον ουρανό ρώτησα.
Αγγελιοφόρος μου είναι” μού είπε
Από το ανοιχτό βιολέ και το τριανταφυλλένιο
ως το μενεξελί.
Τα ψάρια ρώτησα και τα άλλα τα πουλιά
και τα καράβια με λογιώ λογιώ σημαίες.
Όλα κάτι άλλο μού 'πανε. Απάντηση δεν πήρα.
Ένα πουλί πετούσε ανάμεσα στη Σάμο και το Κουσάντασι.
Και πού να καταλάβω: Τούρκικο πουλί ή Ελληνικό;
μη κι από κάπου αλλού ερχόταν και ποια η φυλή του
Ε, πουλί!” τού είπα. “Ποιοί οι δικοί σου; Ποιά ειναι η χώρα σου;”
Γλάρος είμαι” μού είπε. “Πόσων χρονών είμαι; Όσο κι ο κόσμος.
Από ποιά χώρα είμαι; Απ' τη γη.
Από τον ουρανό. Απ΄τη θάλασσα.
Τα σύνορά μου ποιά; Το χώμα. Το νερό. Ο αγέρας.” 



Από την Αραβική Άνοιξη, μέχρι τις κόκκινες πόρτες και τις κατασχέσεις τιμαλφών στην Ευρώπη που δεν διδάχτηκε τίποτα από το πρόσφατο παρελθόν της και προκρίνει στρατόπεδα συγκέντρωσης αποποιούμενη τις ευθύνες της, το No Passport ένα εξαιρετικό ντοκιματέρ από την Κάλυμνο, ένα από τα dignity spots στον χάρτη της Αλληλεγγύης.  Αξίζει να το δείτε. 


*το ποίημα και η εικόνα,  από το ντοκιμαντέρ.