Παρασκευή, 29 Απριλίου 2016

Η Layla


-“Ήτνα 'παθε αυτή ρε Μανώλη;” ρώτησα τον ιδιοκτήτη του καφέ και πριν προλάβω να συμπληρώσω “Λωλάθηκε;” στην τοπική διάλεκτο κι ενώ οι άλλοι γελούσαν, μού πέταξε στα μούτρα ένα οργισμένο “Σκάσε μαλάκα!” και έτρεξε να την προλάβει.

Μεγάλη Παρασκευή στο Νησί πριν από μερικά χρόνια, μεσημεράκι και στο καφέ του Μανώλη, λιγοστοί οι θαμώνες. Ανέφελος ουρανός, με τη θάλασσα πιάτο μπροστά μας να σαλεύει ανοιξιάτικα κύματα κι ιλαρό φως. Ράθυμοι γλάροι έκοβαν βόλτες, κρώζοντας χαρά κόντρα στην καμπάνα του Αη Γιώργη που σήμανε όλη μέρα πένθιμα τα θεία πάθη.

Εμείς -τέσσερις όλοι κι όλοι με τον Μανώλη που καθόταν κι αυτός μαζί μας- πίσω στην παγκάδα στη σκιά. Καφές, παξιμάδια και τσιγάρα. Εκείνη κάθονταν, όπως και τις άλλες φορές που την είχα δει τις προηγούμενες μέρες, στο μπροστινό τραπέζι, στη γωνία, μόνη της και μάζευε ήλιο. Ξένη σίγουρα. Από πού; Κύριος οίδε.

Ξαφνικά ακούσαμε ποδοβολητό κι ένα τσούρμο πιτσιρικάδες ξεχύθηκε στην παραλία. Δε δώσαμε σημασία αλλά λίγο μετά, είδαμε μια τρομερή λάμψη και ακούσαμε το εκκωφαντικό μπαμ της πρώτης κροτίδας. Ακολούθησε κι άλλες. Πέντε, δέκα, μπορεί και περισσότερες. Πόλεμος κανονικός. Ήταν προφανώς η γενική πρόβα των μικρών μπουρλοτιέρηδων για το επόμενο βράδυ της Ανάστασης.

Στην πρώτη κροτίδα -ή μήπως ήταν δυναμίτης;- τιναχτήκαμε όλοι έτσι που έσκασε αναπάντεχα σηκώνοντας σύννεφο άμμου. Μετά όμως, γελάσαμε με την τρομάρα μας. Τότε ήταν -μέσα στην ομοβροντία- που είδαμε την ξένη να τινάζεται, να πέφτουν από το τραπέζι φλυτζάνια, ποτήρια, τασάκια και εκείνη να φεύγει αλλοπαρμένη με μάτι που γυάλιζε, να πηδάει αγρίμι τη μάντρα και να τρέχει στο δρόμο μέχρι που χάθηκε. Πίσω της έτρεξε ο Μανώλης, μετά αυτό το “Σκάσε μαλάκα!” που μού πέταξε.

Γύρισε μόνος του μετά από ώρα. Στο παραξενεμένο βλέμμα μας, δεν απάντησε μόνο έπιασε τη σκούπα και το φαράσι. Μάζευε τα σπασμένα και μουρμούραγε μονότονα μέσα από τα δόντια του: “Μαλακισμένα, ε μαλακισμένα.” Τον ακούγαμε κι αναρωτιόμασταν αν αναφερόταν σε μας που γελάσαμε εις βάρος της ή στα παιδιά της παραλίας. Ύστερα κλείστηκε στην κουζίνα και βγήκε μόνο όταν τον φωνάξαμε για να τον πληρώσουμε· ήταν ακόμα μουτρωμένος.

Την ξένη, δεν την ξαναείδαμε τις επόμενες μέρες. Δυο χρόνια αργότερα, καλοκαίρι πια, έτυχε να τη γνωρίσω. Η Layla, με θυμόταν από εκείνη την επεισοδιακή Μεγάλη Παρασκευή στο καφέ του Μανώλη. Μού είπε ότι πέρασε όλες τις επόμενες μέρες κλεισμένη στο δωμάτιό της, με το κεφάλι κάτω από το μαξιλάρι κάθε φορά που ακούγονταν μπαμ. “Από τότε, δεν ξαναήρθα Πάσχα στο Νησί” μού είπε.

Εκείνη τη μέρα νόμιζε ότι θα πεθάνει. Με το που έσκασε η πρώτη κροτίδα, ένοιωσε ότι βρέθηκε πάλι στο Σεράγεβο, πίσω στην άνοιξη του `92 που άρχισε η πολιορκία. Ήταν σαν να ζούσε ξανά τους καθημερινούς ανελέητους βομβαρδισμούς. Βρίσκονταν στο Νησί, μίλια και χρόνια μακριά από το κακό και άκουγε εκρήξεις, σειρήνες και ουρλιαχτά πληγωμένων. Ήταν δίπλα στη θάλασσα και μύριζε μπαρούτι, καμμένη σάρκα και αίμα. Μύριζε τον ίδιο το φόβο του θανάτου πάνω της.

Πριν κλείσει χρόνος -η πολιορκία κράτησε μέχρι τον Οκτώβρη του 1995- κατάφερε να φύγει μόνη της, δεκάξι χρόνων, πρόσφυγας όπως χιλιάδες άλλοι. Κατέληξε στο Λονδίνο. Έφτιαξε εκεί της ζωή της και δεν επέστρεψε ποτέ στο Σεράγεβο. Μέχρι εκείνη τη Μεγάλη Παρασκευή, νόμιζε ότι είχε αφήσει πίσω της οριστικά τον εφιάλτη του πολέμου, αλλά αρκούσε μια γιορτινή ομοβροντία στην παραλία για να την κάνει να γυρίσει στην κόλαση.



Κάθε χρόνο τέτοια μέρα σκέφτομαι τη Layla. Θυμάμαι έντονα το τίναγμα και το φευγιό της από το καφέ του Μανώλη. Τον τρόμο στο βλέμμα της. Φέτος, εκτός από τη Layla, σκέφτομαι κι όλους αυτούς που βρίσκονται στα μέρη μας έχοντας μόλις ξεφύγει από άλλους πολέμους. 


Δευτέρα, 18 Απριλίου 2016

Αδαμαντία, παράσταση ψυχής

"Κάνουμε θέατρο για την ψυχή μας”. Αυτή η χαρακτηριστική φράση του Καρόλου Κουν στριφογύριζε στο μυαλό μου τις προάλλες φεύγοντας από το Υπόγειο της οδού Σταδίου. Δικαιολογημένα, καθώς με την “Αδαμαντία” διαπιστώνει κανείς ότι τα παιδιά αλλά και τα εγγόνια του Δασκάλου συνεχίζουν να δημιουργούν ακολουθώντας πιστά τη ρότα του. 

Αδαμαντία” ο τίτλος, διαμάντι η παράσταση καθώς και όλα τα επί μέρους στοιχεία της. Αλλά ας τα πάρουμε από την αρχή. Ο σκηνοθέτης, Κωστής Καπελώνης, όπως λέει ο ίδιος στο πρόγραμμα της παράστασης, πριν από δύο χρόνια, ανακάλυψε σε ένα ντουλάπι του θεάτρου, έναν ξεχασμένο φάκελο με 120 γράμματα που είχε στείλει από τη Θεσσαλονίκη όπου διέμενε, στον άντρα της στο Κάιρο, μια γυναίκα. Η κυρία Αδαμαντία, αγνώστων λοιπών στοιχείων.

Το υλικό αυτό -που κατά πάσα πιθανότητα είχε θεωρήσει αξιόλογο και είχε φυλάξει, ο Γιώργος Λαζάνης- παραδόθηκε στον Παναγιώτη Μεντή με μια προσθήκη, κάτι που δεν υπήρχε στις επιστολές: η ιδέα ότι η Αδαμαντία ήταν σαν την Κλυταιμνήστρα· είχε κι αυτή δυο κόρες και ένα γιο και περίμενε μάταια επί δέκα χρόνια τον άντρα της να επιστρέψει. Και σαφώς βασίλισσα στην μικρή επικράτεια της οικογένειάς της, που “σκοτώνει” διαρκώς υπονομεύοντας τον απόντα σύζυγο. 

Ο Παναγιώτης Μεντής ανέσυρε από τις λέξεις της άγνωστης γυναίκας και από τα τυπικά, μιας άλλης εποχής, εισαγωγικά των επιστολών: «Είμαι καλά, αυτό επιθυμώ και δι εσέ!» ένα ατόφιο, ένα πρωτογενές υλικό. Σε αυτό βασίστηκε το τελικό αποτέλεσμα: ένας σπαρταριστός, χειμαρρώδης μονόλογος, ένα εκπληκτικό κείμενο πρόβας, η ιστορία μιας ζωής που τράβηξε τη δικής της ανηφόρα, παράλληλα με τα ιστορικά γεγονότα των πρόσφατων δεκαετιών. Ένας μονόλογος που σίγουρα πολλές θεατρίνες θα επιθυμούσαν διακαώς να ερμηνεύσουν. Η επιλογή της Μάνιας Παπαδημητρίου, αποδείχτηκε ιδανική καθώς κατάφερε με τις διακριτικές, πλην όμως ουσιαστικές σκηνοθετικές οδηγίες του Κωστή Καπελώνη, ερμηνεύοντας την ηρωίδα των επιστολών, να απογειώσει το κείμενο του Μεντή.

Καθαρόαιμη θεατρίνα η Παπαδημητρίου, γερά αρματωμένη με το φυσικό της ταλέντο και την απαράμιλλη υποκριτική της τεχνική, με την μοναδική της κίνηση και την εκπληκτική φωνή της, χτίζει μεθοδικά το ρόλο και μεταμορφώνεται επί σκηνής   ενσαρκώνοντας την Αδαμαντία. Δεν σταματάει όμως εκεί· πάει ένα βήμα παραπέρα καθώς έχει την άνεση να μπαινοβγαίνει  στον ρόλο, να στρέφεται συχνά και απευθύνεται στους θεατές ως Μάνια, να εκτίθεται  άμεσα κι ανεπιτήδευτα, εμπλουτίζοντας τον θεατρικό, με έναν εμβόλιμο προσωπικό μονόλογο, προσφέροντας γενναιόδωρα στο κοινό μια δυνατή, απολαυστική παράσταση. Μια παράσταση ψυχής. 



Η ταυτότητα της παράστασης 

Σκηνοθεσία: Κωστής Καπελώνης
Σκηνικά: Μανώλης Ζαχαριουδάκης
Κοστούμια: Κατερίνα Σωτηρίου
Μουσική: Σταύρος Σιόλας
Επιμέλεια κίνησης: Ειρήνη Στρατηγοπούλου
Φωτισμοί: Κωστής Καπελώνης
Βοηθός σκηνοθέτη: Κατερίνα Παπαναστασάτου

Ερμηνεύει η Μάνια Παπαδημητρίου
Παίζουν μαζί της τους βωβούς ρόλους των παιδιών της Αδαμαντίας καθώς και τη ζωντανή μουσική της παράστασης οι νέοι ηθοποιοί:
Βασίλης Παπαδημητρίου (πιάνο, κλαρινέττο)
Χριστίνα Παπατριανταφύλλου (πιάνο, φλάουτο)
Αντιγόνη Σταυροπούλου (Μαντολίνο)


Υπόγειο
Πεσμαζόγλου 5, Αθήνα
τηλέφωνο ταμείου: 2103228706
Από 11 Ιανουαρίου έως 26 Απριλίου
Δευτέρα & Τρίτη στις 21.15
Τιμή εισιτηρίων: 15€, 10€ (μειωμένο - φοιτητικό) και 5€ (άνεργοι, ΑΜΕΑ)

Δευτέρα, 11 Απριλίου 2016

Οι Νίκες

Κατήγαγαν καθημερινά τόσες νίκες και σε τόσα μέτωπα που ο λαός είχε κουραστεί από τους αλλεπάλληλους θριάμβους και δε συνέρρεε πλέον στον Ιππόδρομο.


Οι κρατούντες, όταν διαπίστωσαν την απροθυμία, χωρίς να εξετάσουν τις αιτίες που την προκαλούσαν, έσπευσαν να πολλαπλασιάσουν τους τελάληδες και αύξησαν τις βάρδιες τους ώστε το μήνυμα κάθε νέας νίκης να φτάνει άμεσα σε όλη την επικράτεια.

Τα εκφωνούμενα κείμενα έγιναν υπέρ το δέον αναλυτικά και τόνιζαν με κάθε τρόπο τις δυσκολίες μέσα στις οποίες επιτεύχθηκαν οι νίκες, την ύψιστη σημασία τους για τη χώρα και το λαό, ενώ στο τέλος υπογράμμιζαν με το πλέον κατηγορηματικό ύφος ότι καμία άλλη ηγεσία πριν, και οπωσδήποτε καμία στο μέλλον, δεν θα τα κατάφερνε καλύτερα.

Αλλά και με τους θριάμβους υπερέβαλαν. Οι πομπές, που ούτως ή άλλως ήταν πολυπληθείς, γιγαντώθηκαν. Οι δε μετέχοντες,  με την πλέον επίσημη και απαστράπτουσα περιβολή, διαμοίραζαν όπως πάντοτε στους διαρκώς όμως μειούμενους θεατές όλο και περισσότερα τιμαλφή αλλά και τα αυτάρεσκα των θριαμβευτών μειδιάματα.

Ώσπου μια μέρα, σαν να μην είχαν ακουστεί προηγουμένως οι βραχνιασμένοι από τις υπερωρίες τελάληδες, σαν να μην είχε αναγγελθεί ακόμα μια περίλαμπρη νίκη, σαν να είχε περάσει απαρατήρητος ο θρίαμβος που απαραίτητα θα ακολουθούσε σφραγίζοντάς την, η πομπή διέσχισε μια παντέρημη πόλη και κατέληξε σε έναν εκκωφαντικά άδειο Ιππόδρομο.

Τότε, για πρώτη φορά οι κρατούντες απόρησαν· ωστόσο θαμπωμένοι από τις ίδιες τους τις νίκες δεν ήταν ικανοί να εξηγήσουν το κατ΄αυτούς ανεξήγητο φαινόμενο. Τους ήταν αδύνατον να αντιληφθούν ότι ο λαός, κατάκοπος από το σερί των νικών, επιθυμούσε διακαώς την ανατροπή αυτού που εδώ και καιρό είχε καταστεί κανονικότητα. Ο λαός ορέγονταν επιτέλους να γευτεί μια ήττα. 


Χαρακτικό του Onufrio Panavinio. Εικονίζει τον Ιππόδρομο της Κωνσταντινούπολης. Δημοσιεύτηκε το 1600. Από εδώ




Το ποστ αναδημοσιεύτηκε: στο Θούριο Τύπο, στο iloveithaki.gr, στο lefterianews, στο crete-news.gr και στο Άνεμος Αντίστασης