Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2016

Το κοιμισμένο φεγγάρι


Κάποιος το είδε να ανατέλλει ολοκόκκινο από τη θάλασσα. Ήταν μεγάλος στα χρόνια και αμέσως σκέφτηκε ότι ποτέ στη ζωή του δεν είχε δει τόσο κόκκινο φεγγάρι. Φώναξε πρώτα τα εγγόνια του να το δουν κι ύστερα τα παιδιά του· η γυναίκα του είχε πεθάνει από χρόνια. Το πήραν είδηση σιγά- σιγά κι οι άλλοι. Μετά από λίγο, όλο το χωριό μαζεύτηκε στην παραλία, το κοίταζε, θαύμαζε και απορούσε. Όμως, όσο περνούσε η ώρα και το φεγγάρι ανέβαινε ολόγεμο, άρχισαν να ανησυχούν καθώς κοκκίνιζε κι άλλο και μεγάλωνε. Πορφύνωνε, έβαφε τη θάλασσα και μεγάλωνε. Πορφύρωνε και μεγάλωνε σαν να τους πλησίαζε.

Κοιμάται!” φώναξε ξαφνικά ο ηλικιωμένος. “Κοιμάται και έτσι όπως πάει, θα πέσει πάνω μας!” Ο κόσμος κατάλαβε ότι είχε δίκαιο και η σύγκρουση θα ήταν αναπόφευκτη. Οι γυναίκες άρχισαν να σκούζουνε και να τραβάνε τα μαλλιά τους. Τρόμαξαν και τα μωρά κι έβαλαν τα κλάματα. “Πρέπει να το ξυπνήσουμε πριν γίνει το κακό” είπε πάλι ο ηλικιωμένος και άρπαξε ένα πεταμένο τενεκέ κι άρχισε να τον χτυπάει με μανία. Έτρεξαν τότε όλοι στα σπίτια τους και πήραν ό,τι βρήκαν: κατσαρόλες, ταψιά, ποτιστήρια -μέχρι και στα μικρά έδωσαν μπρίκια να χτυπήσουν γιατί όλοι έπρεπε να βοηθήσουν ώστε να ξυπνήσει το κοιμισμένο φεγγάρι.

Με τόσο σαματά που έκαναν για ώρες -όλο το χωριό να χτυπάει τα χλαπατσίμπαλα, να φωνάζουν με όση φωνή είχαν κι ο παππάς να κρούει την καμπάνα- τελικά τα κατάφεραν. Το ξύπνησαν. Μπορεί να τρόμαξε κι εκείνο όταν άνοιξε τα μάτια του και είδε πόσο είχε πλησιάσει το χωριό τους. Άρχισε πάντως να μικραίνει, δηλαδή να απομακρύνεται και να χάνει το πορφυρό του χρώμα. Όταν πια μεσουράνησε ήταν άσπρο πια και πολύ λαμπερό. Όπως πρέπει να είναι τα καλοκαιρινά φεγγάρια. Κάθισαν όλοι κατάκοποι στην άμμο, κάθιδροι αλλά ανακουφισμένοι που γλίτωσαν από το μεγάλο κακό. Με τα χλαπατσίμπαλα σκόρπια, εδώ κι εκεί. Χωρίς να μιλάνε.

Μόνο ένας μικρός, πεντάχρονος ήταν βουρκωμένος κι απαρηγόρητος. Ήταν ο μόνος που δε χτύπησε καθόλου όλη τη νύχτα το μπρίκι που τού έδωσαν. Ήταν ο μόνος που δε φοβόταν ενώ το φεγγάρι τους πλησίαζε γιατί εκείνος, αυτό ακριβώς ήθελε: να φτάσει τόσο κοντά στο χωριό τους, στο σπίτι του, που να βάλει μια σκάλα, να ανέβει, να τεντωθεί στο τελευταίο σκαλοπάτι, να πιάσει την άκρη του φεγγαριού να γαντζωθεί γερά από εκεί-κι ας κοκκίνιζαν τα χέρια του- και να σκαρφαλώσει πάνω στο ολόγεμο φεγγάρι.



*Η ιστορία είναι αληθινή και συνέβη στη Ρόδο αρχές της δεκαετίας του ΄60. Μού τη διηγήθηκε ο τότε μικρός Τσαμπίκος που συνεχίζει να περιμένει μισό αιώνα και βάλε, ένα μεγάλο κόκκινο φεγγάρι που θα πλησιάσει τόσο τη γη, ώστε να μπορέσει επιτέλους να σκαρφαλώσει πάνω του.



Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2016

Οι χαροκαμένοι


Στη μικρή μας πόλη, οι πρώτοι που σηκώνονται και βγαίνουν με το χάραμα από τα σπίτια τους, είναι οι χαροκαμένοι. Γυναίκες και άντρες, αλλά κυρίως γυναίκες. Μαυροντυμένες εκείνες πατόκορφα, με το περιβραχιόνιο του πένθους στερεωμένο με κρυφές παραμάνες στα καλοκαιρινά τους πουκάμισα, εκείνοι. Πρόσωπα ανέκφραστα, βλέμμα συχνά κόκκινο, καρφωμένο στον προορισμό. Στόμα σφιγμένο. Από όλα τα σημεία της μικρής μας πόλης παίρνουν τους δρόμους για “τα μνήματα”.

Πάνε. Αν τους συναπαντήσεις και τους καλημερίσεις θα σου απαντήσουν “Για να μην μας πιάσει η ζέστη”, λες και τους ρώτησες “Γιατί τόσο νωρίς;”. Αντί να πουν την αλήθεια: ότι πάνε να καλημερίσουν τον νεκρό τους, να τού διηγηθούν τα όνειρα της νύχτας που μόλις τέλειωσε. Να ανάψουν το καντήλι να τού φωτίζει τη μέρα -σαν να μην τού φτάνει ο καλοκαιρινός ήλιος που πυρώνει την πλάκα. 

Το σούρουπο οι χαροκαμένοι κάνουν την ίδια διαδρομή. Ξαναπηγαίνουν στο κοιμητήρι. Στο “καλησπέρα” σου, πάλι τα δικά τους λένε: “Τώρα που έπεσε η ζέστη...” αντί να πουν ότι πάνε να καληνυχτίσουν τον νεκρό, να τού διηγηθούν τα της μέρας που πέρασε, αν βρουν παπά να ρίξουν  τρισάγιο και να τού ανάψουν πάλι το καντήλι. Λες και δεν τού φτάνει το φεγγαρόφωτο κάτω από τα κυπαρίσσια. 

Έτσι, πρωί -βράδυ, με τις επισκέψεις, με τη μουρμούρα, τα “αχ” και τα κλάματα δεν τους αφήνουν σε ησυχία· σε τόπο αναπαύσεως. «...ἔνθα ἀπέδρα ὀδύνη, λύπη καὶ στεναγμός»

.