Κυριακή, 21 Αυγούστου 2016

Ἔστιν οὖν πλούσιος...


Τὶς ἔστιν πλούσιος Έποπά μου;

-Ὁ ἐν ὀλίγοις ανθοφόροις ιβίσκοις ἀναπαυόμενος Νενέκα μου.










*Ο διασκευασμένος διάλογος από τη Λωξάντρα της Μαρίας Ιορδανίδου. 

Η αφορμή για την επίδειξη των ανθισμένων ιβίσκων μου  ήταν η παρακάτω είδηση: 


«Κωδικός 24 ώρες» είναι το νέο φιλόδοξο σχέδιο του υπουργείου Οικονομικών για την πάταξη της φοροδιαφυγής. Με τη βοήθεια της τεχνολογίας, των διαφόρων βάσεων δεδομένων από τράπεζες, εφορίες, υποθηκοφυλακεια, κτηματολόγιο κλπ, αλλά και στοιχείων που θα αντληθούν ακόμη και από εφαρμογές social media (Facebook, Instagram) οι φοροελεγκτές της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων, του ΣΔΟΕ και άλλων κρατικών υπηρεσιών θα θέσουν στο στόχαστρο 1.800.000 ΑΦΜ πολιτών και επιχειρήσεων για τους οποίους ήδη υπάρχουν ενδείξεις φοροδιαφυγής.

Ο ελεγκτής δεν θα περιορίζεται στα στοιχεία που βγάζει αυτόματα το σύστημα αλλά θα μπορεί με τη βοήθεια της τεχνολογίας να εισέλθει στο προφίλ του φορολογούμενου στο Facebook, στο Twitter και στο Instagram να αντλήσει στοιχεία για ορισμένα περιουσιακά στοιχεία που μπορεί να μην φαίνονται στα επίσημα αρχεία που διαθέτει το κράτος. Ακόμη και ο πολυτελής τρόπος διαβίωσης που μπορεί να απεικονίζεται σε διάφορες φωτογραφίες, αν δεν υποστηρίζεται από τα δηλωθέντα εισοδήματα του φορολογούμενου θα αποτελούν στοιχεία για περαιτέρω έλεγχο και επιβολή προστίμων. (από εδώ)     

Παρασκευή, 19 Αυγούστου 2016

Φεγγάρια


Στο Νησί μπορώ να σε πάω στο καλύτερο σημείο για κάθε πανσέληνο του καλοκαιριού. Ιούνιο στα βράχια του βορινού κάβου. Έχουν κάνει τα κύματα καθίσματα για αυτή τη δουλειά. Πας κάθεσαι και περιμένεις να δεις το φεγγάρι ολόγεμο να βγαίνει μέσα από τη θάλασσα. Τον Ιούλιο, το καλύτερο σημείο είναι η σπηλιά. Μπροστά, στο άνοιγμα. Στο μπαλκόνι. Αράζεις εκεί, ανάβεις τσιγάρο και περιμένεις με τα πόδια στο νερό. Τον Αύγουστο πάλι είναι καλύτερα να τη δεις μέσα στο νερό. Βουτάς στην παραλία του προσκυνητή. Ξανοίγεσαι αργά καθώς νυχτώνει και όταν προβάλλει για μια στιγμή σου περνάει από το μυαλό να κολυμπήσεις μέχρι την άκρη της θάλασσας για να το συναντήσεις. Και για Σεπτέμβρη ξέρω και για του Οκτώβρη την πανσέληνο τα καλύτερα σημεία μα δε θα στα πω. Απόψε τουλάχιστον.


Είδα την ώρα κι έφυγα βιαστικά με τη μηχανή. Φοβήθηκα ότι έχω αργήσει, ότι θα έχει ήδη ξεμυτίσει κι έτσι έτρεχα στο δρόμο. Πέρασα τα τελευταία σπίτια και πήρα να ανηφορίζω. Βρήκα μια καλή γωνιά κι άραξα κάτω στο χώμα, ανάμεσα σε έναν ευκάλυπτο και ένα πεύκο καμένο από τις πυρκαγιές του 07. Μπροστά γκρεμός, κάτω ρέμα, απέναντι η άλλη όχθη γκρεμός, πιο ψηλά πορτοκαλιά τα φώτα της Αττικής οδού και πιο πάνω ο Υμηττός. Στην κορυφογραμμή του, σε ένα σημείο φώτιζε περισσότερο.


Πολλές φορές μέναμε στην ταβέρνα. Από νωρίς ενώναμε τρια τραπέζια, μπροστά, με θέα θάλασσα, βάζαμε καρέκλες μόνο από τη μια μεριά και καθόμασταν στη σειρά. Φάτσα Ανατολή. Αν έπαιζε μουσική λέγαμε να την κλείσουν. Μιλούσαμε σιγανά και αγριοκοιτούσαμε όποιον ανέβαζε ένταση σε άλλα τραπέζια. Ούτε τα ποτήρια τσουγκρίζαμε. Ένα σήκωμα και μια ματιά αρκούσε για το “γειά μας” και για το άλλο, το δικό μας το “Καλή Πανσέληνο”. Σιγά σιγά με τον τρόπο μας επιβάλλαμε την αρμόζουσα κατάνυξη. Γέμιζε το μαγαζί και δεν άκουγες άχνα. Μόνο το κύμα που πηγαινοερχόταν κάτω στην άμμο.

Έφτασα νωρίς τελικά. Ιδρωμένος. Έστριψα τσιγάρο, άναψα και περίμενα. Άμα παρακολουθείς το φως να πέφτει συγκεντρωμένος, ρεγουλάρεις την αναπνοή· την προσαρμόζεις στο ρυθμό του κόσμου. Απόλυτη ησυχία. Μια σαύρα μόνο πρέπει να σάλεψε στο γκρεμό κι ένα λεωφορείο κάπου μακριά γκάζωνε χωρίς επιβάτες. Κι ένα σκυλί πιο πάνω, σε μια συστάδα θάμνων κάτι πήγε να γρυλίσει αλλά σώπασε. Η Αττική οδός κι αυτή βουβή. Μόνο τα φώτα της εκεί, παρόντα. Δυο νυχτερίδες μεγάλες σαν πουλιά φτερούγισαν πάνω από το κεφάλι μου τη στιγμή που ξεμύτισε πάνω από τον Υμηττό πίσω από τη βλάστηση. Πήρε να ανηφορίζει βιαστικά.


Τη στιγμή που έσκαγε κόκκινο μέσα από τη θάλασσα -λέγαμε πως ήταν τυχερός ο πρώτος που έβλεπε το φεγγάρι- σηκωνόμασταν όρθιοι και χειροκροτούσαμε σοβαροί. Σαν να ήμασταν σε αρχαίο θέατρο στο τέλος μιας καλής παράστασης. Παρασύραμε και τους άλλους, τους απλούς τουρίστες εμείς οι ταξιδευτές και έβλεπες να αφήνουν το φαγητό τους να σηκώνονται όρθιοι και να χειροκροτούν μαζί μας. Μετά έμπαιναν οι μουσικές -νησιώτικα, κλασσική, βαριά λαϊκά, ροκιές, όλα ταίριαζαν- κι εμείς, κατεβαίναμε τα πέντε σκαλιά, πετούσαμε τα ρούχα και βουτούσαμε στα ασήμια.


Κατεβάζει δροσιά από το βουνό. Ωραία είναι αλλά πρέπει να γυρίσω. Δυό γυναίκες κατηφορίζουν αργά. Τις είχα δει πριν ώρα να ανεβαίνουν. Με βλέπουν να βγαίνω μέσα από τα σκοτάδια και ξαφνιάζονται. Τους λέω μια καθησυχαστική καλησπέρα κι αμέσως με ρωτάνε: “Είσαι με το σκυλί;”. Έχουν ξενική προφορά, απροσδιόριστης προέλευσης.”Είμαι με το φεγγάρι” τους λέω και γελάνε.