
Όπως το πρωί οι «Καλημέρες» και τα «Γεια σου», καθώς νύχτωνε στο Harlem έτσι και οι «Καλησπέρες» είχαν πια αντικατασταθεί κι αυτές με τη σειρά τους από τη λέξη – διαβατήριο, στην Εδέμ εκείνης της μέρας: «Obama». Καθώς περπατούσαμε για τα εκλογικά κέντρα που ήθελε να επισκεφτεί ο υπεύθυνος των εθελοντών, άγνωστοι μας χαιρετούσαν εγκάρδια σα παλιοί φίλοι με διάπλατα χαμόγελα. Όταν το βλέμμα τους σταματούσε στο δικό σου κι ύστερα έπεφτε πιο κάτω, αριστερά στο πέτο με την κονκάρδα, ήταν όλοι έτοιμοι να σε κλείσουν στην αγκαλιά τους με ένα «Oh, brother» που θαρρείς ότι ερχόταν από τα βάθη της μαύρης ηπείρου από όπου οι προγονοί τους αλυσοδεμένοι ξεκίνησαν αιώνες πριν. Όχι όμως μόνο αυτοί.
Κι άλλοι, αυτοί που η βία, της ανάγκης, τους έφερε από το νότο της ίδιας ηπείρου, οι λατίνοι κι εκείνοι με το δικό τους ανάλαφρο τρόπο κι με ένα δανεισμένο από την ιστορία
«Venceremos hermanito…venceremos!», σε στριφογύριζαν στο πεζοδρόμιο στο ρυθμό μας σάμπας που ένας αόρατος θίασος έπαιζε δυνατά στα αυτιά τους και σιγά -σιγά τον άκουγες κι εσύ, ο ξένος έτοιμος να παρασυρθείς από το ποτάμι της ευφορίας που ξεχείλιζε. Στην άλλη όχθη, οι εγκρατείς Ασιάτες, έκαναν την υπέρβασή τους. Έτσι, τα ανέκφραστά πρόσωπά τους για μια στιγμή, άλλαζαν από ένα φευγαλέο- γι αυτό και πολύτιμο χαμόγελο- και σου έδιναν το χέρι με μια ελαφριά κλίση του κεφαλιού τους και σου έλεγαν με τη μέγιστη θέρμη τους επέτρεπαν οι δικές τους ρίζες :
«Obama».
Οι ουρές στα εκλογικά κέντρα
ατελείωτες. Από το πρωί η ίδια εικόνα: της μαζικής συμμετοχής. Στο κλειστό γυμναστήριο ενός δημοτικού σχολείου- τμήμα της 28ης εκλογικής περιφέρειας- ο κόσμος έφτανε μέχρι την είσοδο. Όλοι περίμεναν υπομονετικά τη σειρά τους αν και φαινόταν κουρασμένοι-οι περισσότεροι πρέπει να είχαν έρθει κατευθείαν από τις δουλειές τους. Άκουσα σκόρπιες κουβέντες για διάφορα πάρτι που θα γινόταν μετά την πανηγυρική ομιλία του νέου προέδρου. Ένα από αυτά, στο
Sylvia`s - το είχα προσέξει ήδη από νωρίς το απόγευμα στολισμένο με άσπρα, κόκκινα και μπλε μπαλόνια - φημισμένο εστιατόριο του Harlem στη Λεωφόρο Lenox όχι μόνο για το βραβευμένο φαγητό του αλλά και για τις εμφανίσεις τραγουδιστών
Gospel κάθε Κυριακή μεσημέρι.

«Ε! Εσύ! Έλα να με βοηθήσεις!» άκουσα μια άγρια φωνή πίσω μου φεύγοντας από το εκλογικό κέντρο. Με απειλητικά σηκωμένο μπαστούνι, η μαύρη εκδοχή της Λωξάντρας, ζητούσε βοήθεια για να κατέβει τα σκαλοπάτια. Με την άνεση των μεγάλων στηρίχτηκε στο μπράτσο μου αλλά από την ευκολία που κατέβηκε κατάλαβα ότι περισσότερο ήθελε παρέα παρά βοήθεια. Επιβεβαιώθηκα γιατί συνέχισε να με κρατάει και έπιασε κουβέντα. «Φοβάμαι μήπως γίνουν τα ίδια όπως την προηγούμενη φορά στη Φλόριντα. Και τότε, να ξέρεις, θα γίνει πόλεμος. Θα χυθεί αίμα. Ο κόσμος είναι ξεσηκωμένος.» Προσπάθησα να την καθησυχάσω λέγοντάς της καθώς περπατούσαμε αργά ότι αυτή η νύχτα θα έφερνε τον πρώτο μαύρο πρόεδρο της χώρας. «Να σου πω και τι άλλο φοβάμαι; Μήπως δεν τα καταφέρει. Τι θα γίνει τότε όλη αυτή η ελπίδα;» Την άφησα έξω από την πόρτα της με ένα «God bless you» που θεώρησα καλύτερο από «καληνύχτα» και μου απάντησε: «Το μόνο που θέλω από το Θεό είναι να πάνε όλα καλά απόψε και να μην μας απογοητεύσει μετά».
Στην πλατεία μπροστά από το
State Office Building, του Harlem στην γωνία Adam Clayton Powell Jr. Boulevard και της 125ης οδού, είχε αρχίσει να συγκεντρώνεται κόσμος. Η εξέδρα για τις ομιλίες ήταν ήδη φωταγωγημένη ενώ απέναντί της σε μια άλλη μεγαλύτερη εξέδρα τα τηλεοπτικά συνεργεία προετοιμαζόταν πυρετωδώς για τις ζωντανές μεταδόσεις.

Τα πρώτα αποτελέσματα από το CNN εμφανιζόταν ήδη σε μια γιγαντοοθόνη που από την 125η οδό γινόταν φόντο για το ορειχάλικινο άγαλμα του
Adam Clayton Powell που ανηφόριζε αποφασιστικά στη πυραμοειδή βάση του. Ο πάστορας και πολιτικός, ο πρώτος αφροαμερικανός που εκλέχτηκε για το Κογκρέσο από την πολιτεία της Νέας Υόρκης από εκεί ψηλά, είχε την καλύτερη θέα.

Η πλατεία όσο περνούσε η ώρα όλο και γέμιζε. Ο κόσμος συνέρρεε όχι μόνο από το Harlem αλλά από όλη την Νέα Υόρκη, ακόμα και από τη διπλανή πολιτεία του New Jersey είχαν φτάσει εκεί για την μεγάλη νύχτα. Κι έτσι όπως η βραδιά ήταν γλυκιά ακόμα και μωρά ξενυχτούσαν με δηλωμένη την προτίμησή τους.

Τα πρώτα καλά αποτελέσματα άρχισαν να φτάνουν. Οι εκδηλώσεις του κόσμου ήταν συγκρατημένες: ένα χειροκρότημα, πολλά χαμόγελα, σχόλια σε πηγαδάκια. Κι όλοι προσπαθούσαν να κρατήσουν ίχνη από αυτή την νύχτα, φωτογραφίζοντας εαυτούς και αλλήλους με μηχανές και κινητά ή τραβώντας ερασιτεχνικά βίντεο.

«Ζούμε μια ιστορική στιγμή και το ξέρουμε!» έλεγε και ξανάλεγε σε όλους δακρυσμένος ο εβδομηντάχρονος Gene Rounds κι ύστερα χόρευε ασυγκράτητος για λίγο για να ξαναρχίσει μετά από λίγο πάλι να κλαίει, πότε παρασυρμένος από μια ομιλία στελέχους του δημοκρατικού κόμματος και πότε από ένα τραγούδι στην εξέδρα που στόλιζαν εν σειρά αστερόεσσες.


Καθώς η ώρα περνούσε και οι δημοκρατικοί κέρδιζαν την μια πολιτεία μετά την άλλη, στην εξέδρα των τηλεοπτικών συνεργείων ο
Charles B. Rangel – μέλος της Βουλής των αντιπροσώπων από το 1971 – με τα μάτια καρφωμένα στην γιγαντοοθόνη, δε μπορούσε να κρύψει τον ενθουσιασμό του.

Ασυγκράτητοι όμως ήταν και οι δημοσιογράφοι των τηλεοπτικών σταθμών που με το μικρόφωνό τους αναζητούσαν μέσα στο πλήθος τη φωνή και τη συγκίνηση των απλών πολιτών. Μόλις τελείωναν οι μικρές συνεντεύξεις κι ενώ ακόμα ήταν στον αέρα σε εθνικό δίκτυο δεν δίσταζαν να τους αγκαλιάσουν και να τους φιλήσουν.

Ο ενθουσιασμός που ανέβαινε λεπτό με το λεπτό βρήκε την κορύφωσή του όταν ανακοινώθηκαν τα τελικά αποτελέσματα. Εκείνη τη στιγμή το πλήθος αναπήδησε σαν να ήταν ένα σώμα. Στόματα ανοιχτά ούρλιαξαν από χαρά και χέρια υψώθηκαν γροθιές στην νύχτα. Και την επόμενη στιγμή όλη αυτή η ανθρώπινη μάζα ενώθηκε για μια αναστάσιμη αγκαλιά. Εκείνες τις δύο στιγμές, όλες οι φωτογραφικές μηχανές όλα τα βίντεο σταμάτησαν να καταγράφουν. Ήταν μάταιο να προσπαθήσει κανείς. Αυτές οι στιγμές μπορούσαν να αποτυπωθούν ανεξίτηλα μόνο στη μνήμη. Έκλεισα τα μάτια προσπαθώντας να ακούσω μόνο τις ιαχές του πλήθους κι όταν τα ξανάνοιξα είδα στην αγκαλιά μου τον δανό φωτογράφο
Jens Peter Engedal που είχαμε συναντηθεί αρκετές φορές στη διάρκεια αυτής της μέρας στους δρόμους του Harlem και την Natatia Griffith την πιο όμορφη παρουσία εκείνης της νύχτας που είχε έρθει από το New Jersey να ζήσει αυτή την βραδιά στην παλιά της γειτονιά. Την είχα δει ώρες πριν να κρατάει στα χέρια της ένα μικρό πανό που ανοιγόκλεινε εμφανίζοντας εναλλάξ το όνομα του νέου προέδρου και το σύνθημα
«Yes we can».
Λίγο μετά την είδα να παρακολουθεί με ευλαβική προσήλωση όπως όλοι την πανηγυρική ομιλία του Obama από το Σικάγο.
«Αν κάποιος ακόμα αμφιβάλει ότι στις ΗΠΑ όλα είναι πιθανά, αν κάποιος συνεχίζει να αναρωτιέται αν το όνειρο των πατεράδων μας είναι ζωντανό στις μέρες μας η αποψινή νύχτα είναι η απάντηση…» Κι ύστερα από ώρα την είδα μπροστά μου να δίνει μια εκπληκτική συνέντευξη που την διέκοψαν αρκετές φορές λυγμοί που της ήταν αδύνατον να συγκρατήσει.

Αυτή η τρίλεπτη συνέντευξη είχε αποκρυσταλλωμένα όλα τα στοιχεία εκείνης της μέρας, εκείνης της νύχτας του περασμένου Νοεμβρίου στο Harlem. Την συγκίνηση, τον ενθουσιασμό, την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο. Μάταια αναζήτησα αυτές τις μέρες το link της συνέντευξης. Τελικά το ζήτησα από την ίδια αλλά μου απάντησε χθες :
«the link is gone...I've tried to recoup it, but I guess its gone forever...». Απογοητεύτηκα με τα νέα αλλά η συνέχεια με αποζημίωσε καθώς η Natatia κατάφερε και πάλι σε δύο σειρές να δώσει την ουσία εκείνων των στιγμών.
«I will absolutely never forget that evening nor the people I met! We are united by race, joined together by a brotherhood, and I am happy to have met you».

Αυτή είναι η τελευταία εικόνα που τράβηξα εκείνη τη νύχτα. Την ίδια στιγμή που η κάρτα μνήμης γέμισε η μπαταρία της φωτογραφικής μηχανής άδειασε. Ήταν η στιγμή που οι
πανηγυρισμοί ξέφυγαν πια από την πλατεία, σκόρπισαν σε όλους τους γύρω δρόμους και
κράτησαν μέχρι το ξημέρωμα.
Μουσική: The Mooche, Creole Love Call, Daybreake Express Medly- τρεις συνθέσεις του Duke Ellington από το soundtrack της ταινίας του Francis Ford Coppola,
Cotton Club 1984