Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2016

καὶ ἐπέταξαν


Ἀθηναῖοι μὲν γὰρ δῆλον ἐποίησαν ὑπεραχθεσθέντες τῇ Μιλήτου ἁλώσι τῇ τε ἄλλῃ πολλαχῇ καὶ δὴ καὶ ποιήσαντι Φρυνίχῳ δρᾶμα Μιλήτου ἅλωσιν καὶ διδάξαντι ἐς δάκρυά τε ἔπεσε τὸ θέητρον καὶ ἐζημίωσάν μιν ὡς ἀναμνήσαντα οἰκήια κακὰ χιλίῃσι δραχμῇσι, καὶ ἐπέταξαν μηκέτι μηδένα χρᾶσθαι τούτῳ τῷ δράματι.

γιατί οι Αθηναίοι τον πολύ μεγάλο πόνο τους για την άλωση της Μιλήτου τον εκδήλωσαν και με πολλούς άλλους τρόπους αλλά προπάντων μ᾽ αυτόν: όταν ο Φρύνιχος έγραψε τραγωδία «Μιλήτου Άλωσις» και την παρουσίασε στους δραματικούς αγώνες, τα μάτια όλων των θεατών βούρκωσαν απ᾽ τα δάκρυα· και τον καταδίκασαν σε πρόστιμο χιλίων δραχμών, γιατί τους θύμισε δικές τους συμφορές, κι έβγαλαν απόφαση κανένας ποτέ να μην παρουσιάσει αυτή την τραγωδία στο θέατρο.

Ηρόδοτος Ιστορίες, Ερατώ Ζ (6.21.2) 


Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2016

Άλλη μια κανονική μέρα


Άλλη μια κανονική μέρα θα ξημερώσει σε λίγο
Ζήσαμε και σήμερα μια μέρα της «κανονικότητάς» μας. Για μας η κανονικότητα πια δεν περιλαμβάνει μόνο να είναι τα παιδιά σου άνεργα και ψυχοπλακωμένα, να μην μπορείς να πληρώσεις τον ΕΝΦΙΑ και να σου ‘ρχεται το κατασχετήριο. 


Η δική μας κανονικότητα έχει εμπλουτιστεί με δόσεις μαζικού θανάτου σε επαναλαμβανόμενες δόσεις και συσκευασμένου σε μαύρες σακούλες που τοποθετούνται, «γεμάτες», η μια πάνω στην άλλη.

Μια περίληψη λοιπόν της σημερινής μας κανονικότητας. Ξυπνήσαμε μέσα στην άγρια νύχτα, μ’ ένα απ’ αυτά τα χτυπήματα του τηλεφώνου που φτάνουν την ταχυκαρδία στο κόκκινο. Κατεβήκαμε τρέχοντας στο λιμάνι κουβαλώντας ρούχα, κουβέρτες, τσάγια και την τάση μας για ταχύρρυθμη κατάθλιψη. 

Έφτασε το πρώτο πτώμα αξημέρωτα. Μικρός όγκος μέσα στην κουβέρτα, μάλλον παιδί. Έφτασαν στη συνέχεια 26 επιζώντες. Οι 12 νεκροζώντανοι, με βαριά υποθερμία. Τους νεκροζώντανους τους φορτώσαμε άρον-άρον στο ασθενοφόρο. Τους πιο ζωντανούς, τους γδύσαμε, τους τρίψαμε, τους ντύσαμε, ανάμεσα σε πολλά και άνευ ουσίας « ΟΚ, my friend, tamam” και όλα αυτά ανακατεμένα με πολλές μύξες και δάκρυα γιατί δεν σε παίρνει να σκουπίζεσαι όταν πρέπει γρήγορα να ντύσεις τον ξυλιασμένο. 

Μετά, η κανονικότητά μας περιλάμβανε άλλα 13 πτώματα, μικρού και μεγάλου μεγέθους και την προσπάθεια να μην ξεράσεις. Πού τους βάζουμε τόσους νεκρούς; Στη συνέχεια, στα πλαίσια της κανονικότητας, παραλάβαμε δέκα κιβώτια πτωματο-σακούλες. Να τις κάνουμε τι; Άσε τις  να βρίσκονται για ώρα ανάγκης. Είναι εντυπωσιακή η βιομηχανία που λειτουργεί γύρω από το θάνατο. 

Η επόμενη φάση περιλαμβάνει σκόρπιες εικόνες στο καταφύγιο. Η Αλίκη κρατά ακίνητη στην αγκαλιά της τη δεκαπεντάχρονη κοπέλα που έχασε τους γονείς και τα δυο της αδέρφια. Η Αλίκη είναι πιο μικρόσωμη. Απορείς. Ποιος παρηγορεί ποιόν;

Η Βασιλεία έχει μαζέψει τα παιδάκια στη γωνιά, του ψηλοτάβανου θαλάμου, που με χάρη την ονομάσαμε παιδότοπο. Είναι τα παιδιά από αυτούς που ήρθαν προχτές. Από τους σημερινούς δεν σώθηκε ούτε ένα παιδί. Η Βασιλεία λέει με πολύ σιγανή φωνή παραμύθια. Στα ελληνικά. Την ακούνε πάντα, σαν να την καταλαβαίνουν. Έχει τον τρόπο της. Το παραμύθι έχει πάντα τον τρόπο του. 

Απ’ έξω περνάει πάλι το καταδιωκτικό του λιμενικού. Πόσους; Καμιά εικοσαριά; Πόσοι ήσασταν, Σάμι, στο σάπιο; Εξήντα ή ογδόντα. Απόκλιση 20 ζωών. Δεν θα βρεθούν ποτέ. Δε θα δηλωθούν καν ως αγνοούμενοι. 

Αύριο είναι η μέρα της αναγνώρισης των πτωμάτων. Η κανονικότητά μας θα μεταφερθεί έξω από το νεκροτομείο. Θα έχει λίγη παραπάνω ένταση. Δε λέω. Θα είναι όμως μια κανονικότητα. Διεστραμμένη μεν, κανονικότητα δε. 

Α να! Ο δείκτης του ρολογιού πέρασε ήδη στο αύριο. Άλλη μια κανονική μέρα θα ξημερώσει σε λίγο.


*το κείμενο που διαβάσατε είναι της Νίνας Γεωργιάδου που ζει στην Κάλυμνο. Αναρτήθηκε αργά χθες το βράδυ στο facebook. 

*Στη φωτογραφία της Lucy Nicoholson του πρακτορείου Reuters, ξεριζωμένες αμυγδαλιές

Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2016

Ρημαγμένο νταμάρι

Έρχονται ώρες που τι να σου κάνουν πια και τα χαμόγελα,
πέφτουν ένα ένα σαν τα εφτά πέπλα της Σαλώμης,
και στο τέλος απομένεις γυμνός, και τότε αρχίζουν όλα να
κραυγάζουν·
τα μάτια κραυγάζουν: εμείς είμαστε που ρουφήξαμε τόση
ομορφιά,
τα χέρια κραυγάζουν: εμείς είμαστε που συντελέσαμε στην
υποταγή,
το σώμα κραυγάζει: εγώ είμαι που συσπάστηκα στην
κτηνωδία του καλοκαιριού,
οι στίχοι διαλαλούν τα μυστικά μας,
γίναμε πια σαν ιδιωτικό ημερολόγιο σε ξένα χέρια.
Έτσι είναι, δεν ωφελούν πια τα χαμόγελα, όσο κι αν είναι
ανοιχτόκαρδα,
ούτε ωφελεί να κρατάς το στόμα κλειστό όταν όλα κραυ-
γάζουν·
και τι να την κάνεις τη διπλομανταλωμένη αξιοπρέπεια
της σιωπής
τώρα που όλοι ξέρουν ποιους ικετέψαμε, σε ποιες αγκαλιές
συσπειρωθήκαμε,
κι είναι το πρόσωπό μας σα νταμάρι ρημαγμένο
κι είμαστε σαν ψημένα κάστανα που εύκολα τα ξεφλουδί-
ζει κανείς.

Ντίνου Χριστιανόπουλου, από τη συλλογή «Ανυπεράσπιστος Καημός»

Θυμήθηκα το ποίημα του Χριστιανόπουλου καθώς έψηνα  οκτώ ωραία και μεγάλα κάστανα  στο μάτι της κουζίνας και σκέφτηκα να το μοιραστώ μαζί σας, μια που δεν μπορώ να κάνω το ίδιο με τα κάστανα. 


Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 2016

Τά ἄγραπτα κἀσφαλῆ


«…είναι μεγάλη αλητεία αυτό που γίνεται! Συνέλαβαν τον Ισπανό επειδή φωτογράφιζε το σκάφος της Frontex ! Τους άλλους, γιατί ρυμουλκούσαν βάρκα με άχρηστη μηχανή που έμπαζε νερά. Έπρεπε να την άφηναν να βουλιάξει, να πνιγούν οι άνθρωποι. Καταλαβαίνεις; Θέλουν να κόψουν πάση θυσία τους εθελοντές. Και ειδικά τους αυτόνομους. Αυτούς που έρχονται μόνοι τους κι από την Ελλάδα κι από το εξωτερικό και σκίζονται στη δουλειά. Προτιμούν τις χρυσοπληρωμένες ΜΚΟ με τα αυστηρά ωράρια, που μένουν σε καλό ξενοδοχείο και έχουν κάθε τόσο μιτινγκ.  Ρε συ! Ήρθαν κοπέλες, νοσοκόμες από την Ολλανδία, πήραν άδεια και έφτασαν μέχρι εδώ με δικά τους έξοδα, έμειναν χειμωνιάτικα σε δωμάτιο με υποτυπώδη θέρμανση. Όλους αυτούς θέλουν να τους αποτρέψουν. Πας -το πιο απλό- να μαγειρέψεις και αυτοί είναι ικανοί να σε βγάλουν από δέκα μεριές παράνομο…»

Άκουγα το φίλο στο τηλέφωνο αμίλητος. Τα ήξερα. Όχι βέβαια από τα ΜΜΕ∙ αυτά με περισσή υποκρισία προπαγανδίζουν μέρες τώρα την περίφημη υποψηφιότητα. «…με στόχο να δοθεί το φετινό Νόμπελ Ειρήνης στα ελληνικά νησιά, για τη φιλόξενη αγκαλιά που προσφέρουν στους πρόσφυγες.» Για τις συλλήψεις όμως, για τους δεμένους πισθάγκωνα εθελοντές, για τις αδιανόητες κατηγορίες, ούτε κουβέντα.  

Εδώ και μήνες που μιλάμε για τους πρόσφυγες που φτάνουν στο νησί καθημερινά κατά εκατοντάδες,  τον έχω ακούσει εξαντλημένο από την κούραση «Κόλαση στη δουλειά αυτή τη βδομάδα και μετά σφαίρα για μαγείρεμα» , μερικές φορές πολύ ανήσυχο για τις ελλείψεις σε είδη πρώτης ανάγκης «Δευτέρα βράδυ έφτασαν εκατό πρόσφυγες και τα παιδιά ήταν όλα βρεγμένα», άλλες περήφανο «το φαγητό μαγειρεύεται και φεύγει σε μερίδες ζεστό και σε μισή ώρα το πολύ φτάνει εκεί που πρέπει, αφού οι καραγκιόζηδες του ΟΗΕ και των ΜΚΟ δίνουν μόνο energy biscuits» και κάποιες φορές ενθουσιασμένο «ήρθαν τα κορίτσια κι έφεραν ρούχα και δώρα, και χρήματα που μοιράστηκαν στις εθελοντικές ομάδες»

Χθες βράδυ ο φίλος στο τηλέφωνο ήταν εξοργισμένος. Ξαναείπε, «Πας να μαγειρέψεις σε βγάζουν παράνομο!» Τον άκουγα αμίλητος και ούτε για το ανήσυχο «Τί θα κάνουμε ρε γαμώτο;» στο τέλος, είχα απάντηση.  Όλη μέρα σήμερα, με τον αέρα να λυσσομανά, σκέφτομαι ότι τού οφείλω μια απάντηση. Πριν λίγο επιτέλους, κατάφερα να συντάξω μια πρόταση. «Στις κρίσιμες ώρες, στις γλιστερές στροφές της Ιστορίας, να επιλέγεις το ηθικό αντί του νόμιμου.» Την σβήνω, την ξαναγράφω κι έπειτα πάλι τη σβήνω. Τελικά, τού στέλνω ένα μήνυμα με τρεις  μόνο στίχους από την Αντιγόνη.


"οὐδὲ σθένειν τοσοῦτον ᾠόμην τὰ σὰ
κηρύγμαθ’ ὥστ’ ἄγραπτα κἀσφαλῆ θεῶν
νόμιμα δύνασθαι θνητὸν ὄνθ’ ὑπερδραμεῖν."*


η φωτογραφία από εδώ


*καὶ μήτε
πίστευα τόση δύναμη πὼς νάχουν
τὰ δικά σου κηρύγματα, ὢστ' ἐνῶ εἶσαι
θνητὸς νὰ μπορῆς τῶν θεῶν τοὺς νόμους
τοὺς ἄγραφτους κι ἀσάλευτους νὰ βιάζης•



*το κείμενο αναδημοσιεύτηκε στην Απλωταριά, στο iloveithaki και στον Θούριο Τύπο 

Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2016

Εργένης- η σκηνή στο Rock n Roll

 Μια φίλη που δούλευε στην παραγωγή μού τηλεφώνησε και μού ζήτησε να πάω το απόγευμα της επόμενης μέρας στο Rock n Roll στο Κολωνάκι. Στην οδό Λουκιανού. Θέλανε κομπάρσους για τη σκηνή «της γνωριμίας του Στράτου και της Καριοφιλιάς» όπως μού εξήγησε. Τα γυρίσματα της καινούριας ταινίας του Νίκου Παναγιωτόπουλου, ο Εργένης είχαν αρχίσει. Φυσικά  και με ενθουσίασε η ιδέα,  οπότε συμφώνησα να πάω και πριν κλείσουμε  το τηλέφωνο, τη ρώτησα: "Να πάρω φωτογραφική;" Δεν είχε αντίρρηση, αρκεί να μην έβγαζα την ώρα του γυρίσματος. Πήγα πολύ νωρίτερα από την ώρα που μού είχε πει και μέχρι να αρχίσει το γύρισμα, τράβηξα ένα ασπρόμαυρο φιλμάκι.




  Χθες, με την είδηση του θανάτου του σκηνοθέτη, άρχισα να ψάχνω αυτό το υλικό. Το βρήκα ένα μεγάλο κιτρινισμένο φάκελο που απ` έξω έγραφε “Εργένης, Νίκου Παναγιωτόπουλου. Καραμπέτη -Τζώρτζογλου. Γύρισμα στο Rock n Roll, 21/5/1996”. Δυστυχώς περιείχε μόνο τα αρνητικά και μια εκτύπωσή τους σε Α4. Κι αυτή κάπως κιτρινισμένη. Δεν μπορούσα να θυμηθώ γιατί δεν είχα τυπώσει τότε φωτογραφίες. Ίσως μού είχαν φανεί μέτριες, ίσως να το είχα αναβάλει για άλλη στιγμή. Φωτογράφησα λοιπόν την εκτύπωση, μερικά από τα καρεδάκια και στη συνέχεια, ξαναείδα  -σχεδόν μετά από είκοσι χρόνια- την ταινία. 



















η σκηνή στο Rock n Roll

εδώ, ολόκληρη η ταινία 



Παρασκευή, 8 Ιανουαρίου 2016

Η κλίση




«…κι από μέσα, τίποτα. Ησυχία. Κάτι κάνει, σκέφτηκα δεν μπορεί τόση ησυχία στο σπίτι. Διαβολιά είναι στη μέση. Μπαίνω στο δωμάτιό του, δεν ήταν εκεί. Πάω στο μπάνιο και τον βρίσκωγονατισμένο μπροστά στη μπανιέρα. Μούσκεμα. Κι αυτός κι όλο το μπάνιο. Η μπανιέρα γεμάτη νερά, ξέχειλη μέχρι πάνω και μέσα, όλα τα παπούτσια μας, άλλα να επιπλέουν κι άλλα στον πάτο. Καραβάκια μαμάΚαραβάκια, είπε το παλιόπαιδο μόλις με είδε. Έκλεισα πρώτα τη βρύση κι έπειτα τον άρπαξα κι έφαγε της χρονιάς του…»

  Ακριβώς δεκατέσσερα χρόνια πριν, άκουγα την ξαδέλφη μου να μας εξιστορεί «τα πρόσφατα  κατορθώματα» του γιού της που τότε ήταν μόλις τεσσάρων χρόνων. Ο μικρός, πολυαγαπημένος ανιψιόςένα παιδί μάλαμα -ήταν μωρό, μηνών και το έβλεπες στα μάτια του, καλή πάστα, ανθρωπάκι μια σταλιάτην άκουγε και είχε ζαρώσει σε μια γωνιά λες κι εκείνη τού ξανάριχνε με τα λόγια της, για άλλη μια φορά, «της χρονιάς του». Κάτι πήγα να πω, να μιλήσω για φαντασία κι η ξαδέλφη με το βαρύ χέρι, με έκοψε απότομα λέγοντας οργισμένη για τις πανάκριβες γόβες της που μετά την καθέλκυση, αναγκάστηκε να πετάξει αφού δεν έπαιρναν καλαφάτισμα.

  Κράτησα έτσι για τον εαυτό μου τις σκέψεις που έκανα για το μέλλον του μικρού με την τόσο γόνιμη φαντασία. Κάθε φορά που τον συναντούσα καθώς μεγάλωνεθυμόμουν το περιστατικό κι έκανα σενάρια. Θα γίνει άραγε, σκεφτόμουνα, ναυπηγός; Να σχεδιάζει αξιόπλοα σκαριά που θα κατακτήσουν τους ωκεανούς. Ή θα γίνει συγγραφέας; Να γράφει μοναδικές ιστορίες που θα σε ταξιδεύουν στις θάλασσες του κόσμου. Ή μήπως ζωγράφος; Να ζωντανεύουν στον καμβά του φουρτουνιασμένες θάλασσες.


  Τελικά έπεσα έξω στις προβλέψεις μου καθώς δεν σκέφτηκα το πιο απλό, το πιο λογικό. Καπετάνιος θα γίνει τελικά ο ανιψιός μου. Πριν λίγες μέρες σε οικογενειακή συγκέντρωση, τον συνάντησα -αντράκι σωστό πια στα δεκαοκτώ του- και έμαθα ότι είναι πρωτοετής στην Ακαδημία Εμπορικού Ναυτικού στο Αργοστόλι.  Δεν έμεινε πολύ όμως κι έτσι δεν πρόλαβα να τού θυμίσω αυτή την παλιά ιστορία με την μπανιέρα- θάλασσα και τα παπούτσια- καράβια που τελικά, όπως αποδείχτηκε φανέρωνε την κλίση του. Έπρεπε να φύγει νωρίς για να μελετήσει Ναυτικό Δίκαιο

Οι δύο εικόνες, έργα του Γιάννη Σταύρου