Κυριακή 26 Σεπτεμβρίου 2010

Όταν έρχονται τα σύννεφα


ξανακούω μετά από πολύ καιρό
τον κύριο Νολλ
περιμένοντας τη βροχή.


Παρασκευή 24 Σεπτεμβρίου 2010

Η εκδίκηση τρώγεται...ψητή.


-Σάλευε!
-Για πού με το καλό;
-Στα βράχια στη μικρή παραλία.
-Πάλι για ψάρεμα; Βαριέμαι.
-Άμα βαριέσαι δε θα μάθεις ποτέ.
Το ύφος τους ήταν σοβαρό και δε σήκωνε κουβέντα. Άφησα στη μέση τον καφέ, πήρα απρόθυμα το σάκο μου και τους ακολούθησα. Βαδίζαμε με γοργό βήμα στο στενό μονοπάτι για την μικρή παραλία*, αμίλητοι, ο ένας πίσω από τον άλλον στη σειρά, πρώτος ο μικρός του δημοτικού κι ύστερα οι άλλοι δύο οι μεγάλοι του Γυμνασίου. Τελευταίος της φάλαγγας εγώ μουρμουρίζοντας : “εντάξει, ρε παιδιά... ζήτησα ιδιαίτερα μαθήματα ψαρέματος, αλλά όχι τόσο εντατικά...δεν μπορώ  κάθε μέρα... πήγαμε χθες, πήγαμε προχθές... σήμερα θέλω να κολυμπήσω λίγο, θέλω να διαβάσω... αλλά κι εσείς  έχετε να διαβάσετε τα μαθήματα σας;” Αυτοί τίποτα, συνέχιζαν αμίλητοι και συνοφρυωμένοι. Μόνο ο μικρός κάποια στιγμή δεν άντεξε τη γκρίνια μου, σταμάτησε απότομα, γύρισε και μου είπε αυστηρά: “Σήμερα δεν πάμε για ψάρεμα. Πάμε για εκδίκηση!” Μόνο όταν φτάσαμε στα βραχάκια, κι άφησαν κάτω τη σακούλα με τα δολώματα, μπήκαν στον κόπο να μου εξηγήσουν, φωνάζοντας όμως όλοι μαζί:
-Θα τη βγάλουμε με ζόρι έξω!
-... της άρπαξε το πόδι εκεί που κοιμόταν σου λέω...
-...σα χταπόδι θα τη χτυπήσουμε να πεθάνει λίγο- λίγο...
-Δεν ξέρεις τι άτιμο πράγμα είναι...
-...την πιο όμορφη από όλες διάλεξε...
-Θα της τσακίσουμε το κεφάλι...
-... και θα μαρτυρήσει γι αυτό που έκανε
-...μόνο να έβλεπες πώς έκλαιγε η κακομοίρα...
-...θέλουμε εκδίκηση...
-...εγώ είδα που της έλειπε το μικρό της δάχτυλο!
Αν δεν είχα ακούσει με το που ξεμπάρκαρα στο Νησί την ιστορία της ωραίας Ελένης, δε θα έβγαζα άκρη από τις σκόρπιες φράσεις με τις οποίες με βομβάρδιζαν τα μέχρι πριν από λίγο αμίλητα παιδιά και θα ήμουν απόλυτα σίγουρος πως όλο αυτό δεν ήταν παρά αποκύημα γόνιμης φαντασίας. Να όμως πώς είχαν τα πράγματα: Η “δεσποινίς Ελένη”, νεαρή καθηγήτρια φιλόλογος, που πρωτοπάτησε το πόδι της στο νησί αρχές Σεπτέμβρη, είχε κάψει ήδη τις καρδιές των μαθητών όλων των βαθμίδων, καθώς και των πατεράδων, αλλά και των παππούδων τους. Την περασμένη Κυριακή πήγε στη μικρή παραλία για μπάνιο με τρεις συναδέλφους της. Ενώ οι άλλοι κολυμπούσαν, εκείνη είχε ξαπλώσει στα βράχια και μάλλον την είχε πάρει ο ύπνος. Ξαφνικά την άκουσαν να ουρλιάζει. Μια σμέρνα βγήκε στα βράχια και της δάγκωσε άσχημα το πόδι. Δύο ώρες αργότερα ένα ελικόπτερο τη μετέφερε σε νοσοκομείο στην Αθήνα. 
“Μοίρα μου καμμένη!” ούρλιαξε ξαφνικά ο μικρός και άρχισε να τρέχει τρομοκρατημένος. Γυρίσαμε και είδαμε τη σμέρνα. Είχε βγει από τη θάλασσα, μόλις στα δυό μέτρα από το σημείο που στεκόμασταν, σύρθηκε στα βράχια κι έχωσε το κεφάλι της στη σακούλα με τα δολώματα. Άρπαξε ένα καλαμαράκι και χωρίς καμία βιάση -με μια ομολογουμένως μαγική, φιδίσια κίνηση- γλίστρησε πίσω στο νερό. Όσο πρόλαβα να τη δω -εντάξει, το ξέρω ότι αποδίδω ανθρώπινα χαρακτηριστικά σε ένα πλάσμα του βυθού- το βλέμμα της ήταν απίστευτα σκληρό. Ένα βλέμμα δολοφονικό κι αμείλικτο.
Όταν συνήλθαμε από την έκπληξη δεν είχαμε καμία πλέον αμφιβολία ότι το θράσος της είχε ξεπεράσει κάθε όριο. Δεν της έφτασε ο μεζές από το τρυφερό πόδι της ωραίας καθηγήτριας, ήθελε να φάει και τα δολώματα για να μας εξεφτελίσει τελείως. Η εκδίκηση γινόταν επιτακτικό χρέος τιμής για όλους μας. Δολώσαμε αμέσως καμιά δεκαριά αγκίστρια, τα δέσαμε σε γερές πετονιές, τα ρίξαμε γύρω από το βράχο, στερεώσαμε τις πετονιές σε ένα σκουριασμένο κρίκο που ήταν πακτωμένος στα βράχια και περιμέναμε υπομονετικά καθισμένοι παράμερα. Μιλούσαμε ψιθυριστά προσπαθώντας να κάνουμε όσο γινόταν λιγότερο αισθητή την παρουσία μας. Πάνω στο τέταρτο η σμέρνα –είχαν δίκαιο οι μικροί, ήταν άτιμο πλάσμα- άρπαξε με αριστοτεχνικό τρόπο το δόλωμα από ένα αγκίστρι χωρίς να πιαστεί και χάθηκε κάτω από το βράχο. Οι πιθανότητες να ξαναβγεί, έχοντας φάει ήδη το καλαμαράκι και το δόλωμα, έγιναν πια ελάχιστες.
Το φως άρχισε να πέφτει, έκανε ψύχρα κι είχαμε αποφασίσει πια να γυρίσουμε όταν είδαμε τη μια πετονιά να τεζάρει. Πεταχτήκαμε όλοι και τρέξαμε στον κρίκο. Ο Μάνος, ο μεγαλύτερος, άρχισε να τραβάει την πετονιά με σταθερές κινήσεις. Το θηρίο αναδύθηκε εξαγριωμένο και έσκασε με δύναμη στα βράχια. Λογάριαζα ότι αυτό το χτύπημα θα την είχε αποτελειώσει. Μέγα λάθος: η σμέρνα με το αγκίστρι στο στόμα έτρεξε κατά πάνω μας. Ο μικρός από απόσταση ασφαλείας άρχισε να την πετροβολάει. Την πέτυχε δύο φορές στο κεφάλι. Τίποτα.
Τότε ο Μάνος που κρατούσε γερά την άκρη της πετονιάς, σήκωσε ψηλά τα χέρια του απογειώνοντας τη σμέρνα, που οργισμένη τιναζόταν στον αέρα, και στη συνέχεια τα κατέβασε με φόρα χτυπώντας την στα βράχια. Την σήκωσε και την ξαναχτύπησε. Πάλι και πάλι. Το κεφάλι της διέγραψε άπειρες φορές ένα τέλειο ημικύκλιο, που τελείωνε κάθε φορά δεξιά κι αριστερά του Μάνου στα βράχια. Τον κοιτούσαμε χωρίς να μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Το πρόσωπό του είχε κοκκινήσει κι ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα από την προσπάθεια. Η σμέρνα ήταν ακόμα ζωντανή κι αν σταματούσε το χτύπημα ήμασταν σίγουροι ότι θα ορμούσε να μας κατασπαράξει.
Είχε νυχτώσει πια όταν γυρίσαμε σέρνοντας με την πετονιά σε όλη τη διαδρομή τη νεκρή επί τέλους σμέρνα. Η άκρη της ουράς της ωστόσο τιναζόταν πότε πότε δηλώνοντας με τον πιο ανατριχιαστικό τρόπο τη μεταθανάτια οργή της. Βρήκαμε το Φάνη στην ταβέρνα. Πήρε τη σμέρνα, κάρφωσε ένα μαχαίρι στο κεφάλι της, την ξέπλυνε από τα χώματα που είχε μαζέψει στην διαδρομή, την ζύγισε- 3.850gr -την κρέμασε σε ένα τσιγκέλι, τη μέτρησε -1,08m - την έγδαρε προσεκτικά, την έκοψε κομμάτια και μας την έψησε στα κάρβουνα. Οι τρεις ψαράδες κι εγώ ο εκπαιδευόμενος καθίσαμε σε ένα τραπέζι και μας σέρβιραν  κανονικά. Είμασταν κατάκοποι από την ένταση της μάχης με το θηρίο. Τσουκρίσαμε ποτήρια μας και καταβροχθίσαμε το μεζέ που μας αποζημίωσε απόλυτα.
"Άμα είχε γυρίσει η δεσποινίς Ελένη από το νοσοκομείο θα την καλούσαμε κι εκείνη να φάει...” είπε μπουκωμένος ο μικρός. “Δεν πειράζει!” τον παρηγόρησα “Όταν γυρίσει μπορείς να της πεις όλη την ιστορία: πώς πιάσαμε τη σμέρνα, πόσο μας παίδεψε, πώς τη σκοτώσαμε και πήραμε εκδίκηση για χατήρι της”. Με κοίταξε σκεπτικός και συνέχισε τσιμπώντας με το πιρούνι του ένα κομμάτι ακόμα: “Μα θα μας πιστέψει;” 'Εβγαλα από τη τσέπη μου τη φωτογραφική μηχανή και του έδειξα την οθόνη. “Φυσικά και θα σας πιστέψει... Αφού έχουμε φωτογραφία” ....


*Η μικρή παραλία- που απο χθες προβληματιζόμαστε αν πρέπει να την ονομάσουμε η “παραλία της Σμέρνας” ή της “Ωραίας Ελένης” - βρίσκεται αμέσως μετά από την παραλία του Προσκυνητή.