Τρίτη, 3 Δεκεμβρίου 2013

Don`t you dare...

Έφαγε, ήπιε κι ύστερα έγειρε για έναν υπνάκο. Την κοίταζα και έτσι όπως ήταν ακίνητη για ώρα, ανησύχησα μήπως και ο ύπνος της ήταν ο άλλος, ο οριστικός. Την κοίταζα λοξά κι επέμενα στο στήθος αναζητώντας το ανεβοκατέβασμα της ζωής. Κάτω από τις ζάρες του πουλόβερ, φάνηκε κάποια ανεπαίσθητη κίνηση. Χωρίς σταθερό ρυθμό, αλλά υπήρχε. Μια καρδιά, γερασμένη μεν, ακόμα όμως δραστήρια, χτυπούσε κι ο θώρακας ανοιγόκλεινε ακανόνιστα φέρνοντας ευεργετικές ανάσες.


Κάποια στιγμή άνοιξε τα μάτια, ίσιωσε και ύστερα γύρισε αργά το σώμα της. Κάπου εκεί δίπλα είχε ακουμπισμένο το μπαστούνι της. Το πήρε, στηρίχτηκε, σηκώθηκε αργά, έκανε κάτι αβέβαια βήματα και έπιασε να βάλει το παλτό της. Δεν είχε μπει μέχρι τη μέση στο μανίκι το ένα χέρι όταν έπεσε κάτω το μπαστούνι κι αμέσως μετά και το παλτό. Μια κοπέλα που καθόταν δίπλα, αμέσως έσκυψε και σήκωσε το μπαστούνι. Πήρα και εγώ το παλτό και της το κράτησα. Έριξε μια ανέκφραστη ματιά στη κοπέλα, μια σε μένα κι ύστερα σήκωσε με δυσκολία το ένα χέρι γυρεύοντας το μανίκι. Ακόμα κι έτσι, το να το φορέσει το παλτό της ήταν άθλος.

Όταν τα κατάφερε, γύρισε προς το μέρος μου και είπε αγριεμένα: Don`t you dare get old!” Με αιφνιδίασε για τα καλά κι άρχισα να ξεφουρνίζω ανεξέλεγκτα αμπελοφιλοσοφίες του κερατά τη μία μετά την άλλη: “έτσι είναι η ζωή” και “ποιός μπορεί να...” Με σταμάτησε κουνώντας το χέρι της απειλητικά και άρχισε να μού λέει ακόμα πιο αγριεμένα από πριν  ότι δεν την πήγαιναν τα πόδια της, ότι δεν όριζε πια το σώμα της.


Λίγο αργότερα βγήκα από το καφέ. Ο  δρόμος είχε αρκετή κίνηση. Έκανε κρύο κι είχε πάρει να σκοτεινιάζει. Τα φώτα της πόλης που ποτέ δεν κοιμάται είχαν ανάψει. Έστριψα δεξιά στη λεωφόρο και άρχισα να κατηφορίζω. Όταν κουράστηκα για τα καλά, συνέχισα. Κι όταν μετά από ώρα εξαντλήθηκα, πάλι συνέχισα. Έτσι θα κάνω από εδώ και πέρα. Πέρα από τα όρια. Όσο με πάνε τα πόδια μου. Όσο ορίζω το σώμα μου. 


8 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Τεράστιο δίλημμα. Πού σταματάς και πώς. Το πρωτοσκέφτηκα 30 χρόνια πριν, όταν ο παπούς μου, ετών 99, κατάκοιτος επί ένα μήνα, μετά από σπάσιμο ποδιού, και με την καραμπίνα κάτω από το στρώμα του - όπως συνήθιζε από το φόβο των διαρρηκτών- μου εξομολογήθηκε: "100 φορές τη μέρα απλώνω το χέρι μου να τραβήξω το όπλο, αλλά τελικά, η ζωή είναι ανίκητη". Ακόμη δεν έδωσα απάντηση!

Γιαγιά Αντιγόνη είπε...

Σοφή κουβέντα τσαλαπετεινέ μου!
Οσο περνούν τα χρόνια και με αγγίζει
αυτή η αίσθηση προσπαθώ μέχρι να γίνει μάταιο.
Οταν φύγει η τόλμη προτιμώ να φύγω...

Με συγκίνησες!!!

Πέτα όσο μπορείς!!!

Margo είπε...

Τσαλαπετεινέ μου μέσα σε δύο βδομάδες τρεις φίλοι έφυγαν πριν γεράσουν. Κι εγώ η εγωίστρια ήθελα να είναι εδώ κι ας περπατούσαν κάποτε με μπαστούνι...
Γι αυτό όσο ορίζουμε το σώμα μας όσο χτυπάει η καρδιά μας πέρα από τα όρια κι όσο πάει.

Καλή σου μέρα!

new-girl-on-the-blog είπε...

Είχα καιρό να περάσω..ήρθα και βρήκα ζωή αποφασισμένη για όλα.
Πήρα δύναμη και ξαναφεύγω, προσωρινά.
Λέω να βγω για περπάτημα..
(καλό ξημέρωμα, Τσαλαπετεινέ μας..)

Τσαλαπετεινός είπε...

Ανωνυμος: Δε σταματάς ποτέ. Συνεχίζεις ακόμα και στα 99. Με τέτοιο παππού δε θα έπρεπε να έχεις καμία αμφιβολία.

;-)

Τσαλαπετεινός είπε...

Γιαγιά Αντιγόνη: Σοφή κουβέντα, πράγματι. Τρεις μέρες γύριζε στο κεφάλι μου και για να ησυχάσω ετοίμασα ποστ.

Ευχαριστώ για την ευχή: η καλύτερη!

Τσαλαπετεινός είπε...

Margo: Αυτό το φευγιό το πρόωρο, ότι και να πούμε, παρηγοριά δεν έχει.Το ξέρω καλά και μάλλον θα το θυμάσαι κι εσύ από 2-3 παλιότερα ποστ.

Καλημέρα Margo μου, στο νησί και σε σένα. Και δύναμη, έτσι;

Τσαλαπετεινός είπε...

new-girl-on-the-blog: Τελικά μια ανήμπορη γιαγιά από την Νέα Υόρκη έδωσε δύναμη σε όλους μας. Με μια κουβέντα.

Ελπίζω να ήταν ωραία η νυχτερινή βόλτα. Να σαι καλά!