Τρίτη, 16 Αυγούστου 2016

Το Τραύμα

Πρτον δε χρή τόν τρωματίην σκοπεσθαι*



Στη θέα του τραύματος -ειδικά όταν είναι φοβερό- είτε αποστρέφεις αυτόματα το βλέμμα, είτε στέκεσαι ασάλευτος απέναντί του· η σάρκα χωρίς το ντύμα της, γυμνή από δέρμα και χαίνουσα ως το κόκκαλο, το αίμα αναβλύζον και λαμπερό, μαγνήτης. Ή φεύγεις τρέχοντας λοιπόν, ή στέκεις έκθαμβος, ενώ το ουσιαστικό, το επείγον, είναι -αν και όπως μπορείς- να βοηθήσεις τον πάσχοντα.

Καθισμένος με την πλάτη στο αλμυρίκι, τα πόδια λυγισμένα, τα χέρια απλωμένα για στήριξη και το πρόσωπο ήρεμο, χωρίς την ελάχιστη σύσπαση πόνου, στραμμένο προς τη μεριά της θάλασσας. Αν δεν κρέμονταν όλη η γάμπα -ο τρομερός γαστροκνήμιος- μέχρι τον Αχίλλειο τένοντα, στάζοντας αίμα στην άμμο, θα έλεγες ότι ο γέροντας είχε καθίσει να ξαποστάσει. Ευθυτενής και γαλήνιος αγναντεύοντας τη γραμμή του ορίζοντα, ανάμεσα στις ομπρέλες της οργανωμένης παραλίας. Δίπλα ακριβώς στις κακοκομμένες παραφυάδες του δέντρου που όργωσαν άγρια τη σάρκα του.


Οι γύρω ξαπλώστρες άδειασαν με θαυμαστή ταχύτητα. Η νωχελική, επιμελής επάλειψη με αντηλιακό σταμάτησε απότομα. Φύρδην μίγδην χώθηκαν τα απλωμένα υπάρχοντα στις τσάντες. Στα χέρια πήραν σαγιονάρες, πέδιλα και βατραχοπέδιλα και απομακρύνθηκαν σαν να είχε σκάσει βόμβα δίπλα τους· τρέχοντας άτσαλα στην άμμο για να βρεθούν μακριά από το σημείο της πτώσης και κυρίως τη θέα του νύσσοντος τραύματος, που θα έλεγες ότι προκλήθηκε σε εμπόλεμη ζώνη.

Με σφιγμένα δόντια, η νοσηλεύτρια που ειδοποιήθηκε, καθάρισε επιπόλαια το τραύμα. Όταν σήκωσε την ξεσκισμένη σάρκα για να τη τοποθετήσει στη θέση της, δυο από αυτούς που δε λάκισαν άτακτα, παρηγορούσαν τον γέροντα με ένα ποτήρι νερό και δυο χτυπήματα στον ώμο. Εκείνος ατάραχος σήκωσε τη μπλούζα του, έστριψε λίγο τον κορμό και αποκάλυψε στα πλευρά μια παλιά κακοραμμένη ουλή. “Το 54 χτύπησα στο καράβι. Ήμασταν στα ανοιχτά του Βισκαϊκού και ο πρώτος μηχανικός πρώτα έριξε τσίπουρο στην πληγή κι ύστερα την έσιαξε με τη σακοράφα που είχε ο μάγειρας για να ράβει την κοιλιά του αρνιού το Πάσχα. Μέχρι να φτάσουμε στη Φορταλέζα είχε κλείσει.”

Το ασθενοφόρο έφτασε αθόρυβα μια ώρα αργότερα και πάρκαρε στην είσοδο της παραλίας. Εκείνη τη στιγμή κάποιος από τους λακίσαντες, μακριά από το σημείο του τραυματισμού, αραχτός σε άλλη ξαπλώστρα αγόρευε: “Να μείνουν στη χώρα τους να πολεμήσουν. Που μάθανε και μας κουβαλιούνται εδώ”. Αν δεν επέμεναν έντονα νοσηλεύτρια και τραυματιοφορείς, ο γέροντας ναυτικός, ήταν ικανός να πάει μέχρι την είσοδο με τα πόδια. Κούτσα κούτσα, αλλά ευθυτενής και χωρίς την παραμικρή σύσπαση πόνου στο πρόσωπό του.



*Ιπποκράτης, Περὶ τῶν ἐν κεφαλῇ τρωμάτων

Φωτο: Florian Müller

4 σχόλια:

silia είπε...

Γροθιά στο στομάχι...

Στέλιος Πελασγός είπε...

Αριστούργημα. Μας ενθουσιάζεις. Ο Παπαδιαμάντης σήμερα θα έγραφε μπλογκ σαν το δικό σου, με παρόμοια θέματα, φιλανθρωπία και πικρόγλυκο γέλιο. Όταν θα κατακερματιστεί η οικουμένη σε μικρά βασίλεια, δουκάτα και αυτόνομες νησίδες και γίνω ανώτατος άρχων αυτό το κείμενο σου θα μπει στα αναγνωστικά του ελληνικού κρατιδίου μου.

Τσαλαπετεινός είπε...

silia: Άμα το λέει γιατρός, είναι σίγουρα

Τσαλαπετεινός είπε...

Στέλιος Πελασγός: Δεν υπάρχουν λόγια για να σε ευχαριστήσω γι αυτό το σχόλιο...