Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #poetry_day. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #poetry_day. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 21 Μαρτίου 2012

Ποίηση Ρεφενέ



Η σημερινή Παγκόσμια Μέρα Ποίησης ήταν απλώς η αφορμή για την πρόσκληση που έστειλα προχθές σε μερικούς e-φίλους. “Ελάτε την Τετάρτη” τους είπα “αλλά να έχετε μαζί σας ένα ποίημα. Οποιοδήποτε ποίημα ή απόσπασμα.” Ο μόνος περιορισμός που τέθηκε -για ευνόητους λόγους- ήταν η σχετικά μικρή έκταση.

Ένα μεγάλο ευχαριστώ λοιπόν σε όλους, αλλά και στον καθένα ξεχωριστά για την άμεση ανταπόκριση στην πρόσκληση και κυρίως για τις -ελπίζω ότι θα συμφωνήσετε- εξαιρετικές επιλογές τους. 


· ~ · * · ~ ·   

Σταμάτη Πολενάκη

ΗΜΙΤΕΛΕΣ

Ο λόγος είναι έτσι φτιαγμένος
θέλω να πω, αδύνατο να βρεθεί
νυχτιάτικα η φράση που θα ολοκληρώσει
αυτό το ποίημα


· ~ · * · ~ ·  


Τετάρτη των Τεφρών

Διότι γνωρίζω πως ο χρόνος είναι πάντα χρόνος
Και ο τόπος είναι πάντα και μόνο τόπος
Και ότι είναι τωρινό είναι τωρινό για μόνο μια φορά
Και μόνο για έναν τόπο
Χαίρομαι που τα πράγματα είναι όπως είναι και
Απαρνούμαι την ευλογημένη μορφή
Κι απαρνούμαι την φωνή
Διότι δεν μπορώ να ελπίζω να γυρίσω πάλι
Χαίρομαι συνεπώς, έχοντας να οικοδομήσω κάτι
Πάνω στο οποίο να χαίρομαι

Μετάφραση Αριστοτέλης Νικολαϊδης – Εκδόσεις Κέδρος
εδώ σε μετάφραση Τάκη Κουφόπουλου


· ~ · * · ~ ·  


Body and Soul

There is a joke it goes in Greece
that summer there was a futbol
match and the husband had
lost his lady. BITCH he shouted
after her WHORE WOMAN HEY YOU
BITCH. Greece is civilized
the cop said call your wife
by name. I can’t the man
said. Call her name
the cop said. Not allowed
the man said. Call her name I said the cop
said if you don’t the man said in the Greek futbol
stadium he said
ELEUTHERIAAAAAAAAA

 
· ~ · * · ~ ·  




Αλλά θα σηκωθείς! Αυτό που σε τούτο τον κόσμο ονομάζουμε Θάνατο, είναι μία πτώση στο στερέωμα.
Αλλά θα δεις! Σε τούτο τον κόσμο, να κλείνεις
Τα βλέφαρα, είναι μία γέννηση στο φως.
Ο θάνατος, μικρό μου, δεν είναι  να κοιμάσαι, αλλά να εγείρεσαι:Δεν είναι να κοιμάσαι, αλλά να επιστρέφεις.
Αρμένισε, μικρό μου! 'Ενα σκαλοπάτι ήδη το έχεις
Διαβεί...


 · ~ · * · ~ · 




Κανένας δεν μας πλάθει ξανά από χώμα και πηλό
κανένας δεν ευλογεί τη σκόνη μας.
Κανένας.

Ένα Τίποτα
ήμαστε, είμαστε, για πάντα
θα μείνουμε, που ανθίζει:
του Τίποτα, του
Κανενός το ρόδο.

μετάφραση:Χ. Λάζος

· ~ · * · ~ ·  


Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, Σχεδίασμα Β'
ΙΧ

Στα μάτια και στο πρόσωπο φαίνοντ' οι στοχασμοί τους·
τους λέει μεγάλα και πολλά η τρίσβαθη ψυχή τους.
Αγάπη κι έρωτας καλού τα σπλάχνα τους τινάζουν·
τα σπλάχνα τους κι η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν.
Γλυκειά κι ελεύθερ' η ψυχή σαν να 'τανε βγαλμένη
κι υψώναν με χαμόγελο την όψη τη φθαρμένη.


· ~ · * · ~ ·  


Αγρύπνια, αψηλάφητο ζώο!
Δίχως μια στάλα στοργή,
σ' όσους διψάν για χίμαιρες γέρνεις
την κούπα σου που 'ναι πάντα αδειανή.

Κι ενώ περνά η νύχτα κατάλευκη,
βροχερή σαν Κυριακή,
ξέρω γιατί στ' αυτί που σπαράζει,
χυμάς και γλείφεις σαν το σκυλί.


· ~ · * · ~ ·  



Είπε που χτύπησε σε τοίχον ή που έπεσε.
Μα πιθανόν η αιτία να ’ταν άλλη
του πληγωμένου και δεμένου ώμου.
Με μια κομμάτι βίαιη κίνησιν,
απ’ ένα ράφι για να κατεβάσει κάτι
φωτογραφίες που ήθελε να δει από κοντά,
λύθηκεν ο επίδεσμος κ’ έτρεξε λίγο αίμα.
Ξανάδεσα τον ώμο, και στο δέσιμο
αργούσα κάπως· γιατί δεν πονούσε,
και μ’ άρεζε να βλέπω το αίμα. Πράγμα
του έρωτός μου το αίμα εκείνο ήταν.


· ~ · * · ~ ·  

Ο μάντης, 1994

Τότε ήταν που άρχισα να βλέπω. Βαθιά να βλέπω, σε δίστομη όραση θητεύοντας. Το πίσω απ' την εικόνα, το έξω, κι ό,τι οι θεοί είχανε τάξει της σκιάς. Τα δέντρα, απ' τις ρίζες και κάτω μονάχα, εξόριστος πια όπως ήμουν από την ήπειρο του φαινομένου, του απλώς και αμέσως καλού. Το χρόνο ποτάμι να βλέπω και μονάχος εγώ να μπορώ, ευτυχία απαίσια περιούσιο άλγος, δύο φορές στα ίδια του να μπω, τα μελλούμενα να 'ναι από πριν παρελθόντα. Σκοτεινόβιος πορεύτηκα και στους άλλους το φως μου εδάνειζα, και συχνά μ' αποστρέφονταν. Κι ώς τον Αδη κατέβηκα, των θεών και του είναι μου. Και τρομάζω ακόμα να πω ποιος πιο άγριος ήταν.


· ~ · * · ~ ·  

Διερώτηση για να μην κάθομαι άεργος

Ποτέ στ΄ αλήθεια δεν το ‘μαθα
τι είναι τα ποιήματα.
Είναι πληγώματα
είν΄ ομοιώματα
φρενάκη
φρεναπάτη;
φρενάρισμα ίσως;
ταραχώδη κύματα;
τι είναι τα ποιήματα;
Είν΄ εκδορές απλά γδαρσίματα;
είναι σκαψίματα;
είναι ιώδιο; είναι φάρμακα;
είναι γάζες επίδεσμοι
παρηγόρια ή διαλείμματα;
Πολλοί τα βαλσαμώνουν
ως μηνύματα.
Εγώ τα λέω ενθύμια φρίκης.

· ~ · * · ~ ·  

Γιάννη Ρίτσου

Ἡ ἀράχνη

Κάποτε, μιὰ τυχαία κι ἐντελῶς ἀσήμαντη λέξη
προσδίδει μιὰ ἀπροσδόκητη σημασία στὸ ποίημα,
ὅπως π.χ. στὸ ἐγκαταλειμμένο ὑπόγειο, ὅπου
κανεὶς δὲν κατεβαίνει ἀπὸ καιρό, τὸ μεγάλο, ἄδειο κιοῦπι.
στὸ σκοτεινό του χεῖλος περπατάει χωρὶς νόημα μιὰ ἀράχνη,
(χωρὶς νόημα γιὰ σένα, μὰ ἴσως ὄχι γιὰ κείνην).
Ποιήματα 1958-1967, τόμ. Θ´
ἔκδ. Κέδρος, Ἀθήνα, 1989

· ~ · * · ~ ·  

Μονόχορδα
4.Οι λέξεις που έμειναν έξω απ' το ποίημα, φοβούνται.
24.Φώναζε δυνατά μην καταλάβουμε πως από χρόνια είχε σωπάσει.
149. Πρώτα η ζωή, κι όχι η σκέψη, σου δίνει δικαίωμα στο λόγο.

167.Το βουνό, η θάλασσα κ' ένα γυμνό κορίτσι πίσω απ' τα ηλιοτρόπια
184. Κατέβασαν τις σημαίες. Μπήκαν στα σπίτια τους. Μετράνε τα λεφτά τους.
185. Πουλί, και πώς να μάθει το τραγούδι του στα ψάρια;
195. Όλες οι λέξεις δεν σου φτάνουν για να πεις το τίποτα.
202.Ανάβω στίχους να ξορκίσω το κακό που πλάκωσε τη χώρα
264.Τον πρώτο λόγο δεν τον είχε πάντα η ποίηση. Τον τελευταίο, πάντα.
· ~ · * · ~ ·  
Με κυκλώνει απόψε

Έξω αιώνια βρέχει, έξω ερημιά
θαρρώ πως χάθηκα για πάντα.
Με ζώνει πάλι ο φόβος, με κυκλώνει.
Πύρινη γλώσσα απειλεί το σπίτι μου.
Το παίρνει το αιωρεί πάνω απ' την πόλη.
Ποιος ξέρει τι κατάντησα και δεν το νιώθω.
Ένας απόψε να με άγγιζε στον ώμο,
αμέσως θα κατέρεα στα πόδια του.

· ~ · * · ~ ·  


Μη με σταματάς, ονειρεύομαι

Ονειρεύομαι γιατί ΞΕΡΩ και ΜΠΟΡΩ.
Οι τράπεζες γεννάνε τους «ληστές».
Οι φυλακές τους «τρομοκράτες».
Η μοναξιά τους «απροσάρμοστους».
Το προϊόν την «ανάγκη».
Τα σύνορα τους στρατούς.
Όλα η ιδιοκτησία. 
Βία γεννάει Βία.
Μη τώρα. Μη με σταματάς.
Είναι τώρα ν΄ αποκαταστήσουμε
Του ηθικού δίκαιου την υπέρτατη πράξη.
Να κάνουμε ποίημα την Ζωή.
Και την Ζώη πράξη.

Roadartist
· ~ · * · ~ ·  

ΙΙΙ

Δρόμοι παλιοί που αγάπησα και μίσησα ατέλειωτα
Κάτω απ' τους ίσκιους των σπιτιών να περπατώ
Νύχτες των γυρισμών αναπότρεπτες κι η πόλη νεκρή
Την ασήμαντη παρουσία μου βρίσκω σε κάθε γωνιά

Κάμε να σ' ανταμώσω, κάποτε, φάσμα χαμένο του πόθου μου
Κι εγώ ξεχασμένος κι ατίθασος να περπατώ κρατώντας
Ακόμα μια σπίθα τρεμόσβηστη στις υγρές μου παλάμες.

Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα χωρίς
να γνωρίζω κανένανε κι ούτε
κανένας με γνώριζε.


Από τη συλλογή Εποχές (1945)
· ~ · * · ~ ·  
Μα δε θα το βάλω κάτω έτσι εύκολα

Μα δε θα το βάλω κάτω έτσι εύκολα
Μένει ακόμα η αναποδιά μου με τα φυσεκλίκια σταυρωτά
Θα κάψω και το τελευταίο μου φυσέκι.
αφού ανεβάσει στα οστά μου ο υδράργυρος
όπως σε θερμόμετρο.
Κάμποσες μέρες θα τρέφομαι από την τελευταία σου λέξη.
Ύστερα θα φάω από τη μεσίστια σκέψη μου.
Ύστερα ότι θέλει ας γίνει.

(Ποιήματα 1943-1987, εκδόσεις Άγρα)



· ~ · * · ~ ·  



Μιλῶ γιατὶ ὑπάρχει ἕνας οὐρανὸς ποὺ μὲ ἀκούει
Μιλῶ γιατὶ μιλοῦν τὰ μάτια σου
Καὶ δὲν ὑπάρχει θάλασσα δὲν ὑπάρχει χώρα
Ὅπου τὰ μάτια σου δὲ μιλοῦν
Τὰ μάτια σου μιλοῦν ἐγὼ χορεύω
Λίγη δροσιὰ μιλοῦν κι ἐγὼ χορεύω
Λίγη χλόη πατοῦν τὰ πόδια μου
Ὁ ἄνεμος φυσᾶ πού μᾶς ἀκούει



· ~ · * · ~ ·  



Τὸ σῶμα σου τὸ φόρεσαν κονκάρδα
αὐτοὶ ποὺ πρόδωσαν αὐτοὶ ποὺ ξέχασαν αὐτοὶ ποὺ πᾶνε
αὐτοὶ ποὺ ἔχει στὸ στόμα τοὺς παγώσει
τὸ λίπος τῶν μελὸ ἐπιτάφιων λόγων
καὶ τῶν ἐπίκαιρων στίχων.
Οἱ βιρτουόζοι
τῶν γυναικείων λυγμῶν
καὶ τῶν ὡραίων ἀναστεναγμῶν
καὶ τῶν μισθῶν καὶ τῶν Σᾶς ἄρεσε;
Καλὸ δὲν ἦταν;… Εὐχαριστῶ!
Γλυκιά μου Μαίριλυν κι ἀκόμα πιὸ γλυκιὰ
ὅταν οἱ τίμιοι θολώνουν καὶ σὲ λὲν πουτάνα
γλυκιά μου Μαίριλύν μᾶς ἄφησες ἕνα στόμα
νὰ σεργιανάει στοῦ κόσμου τὶς πληγές. 



· ~ · * · ~ ·  

Κ.Π. Καβάφη


Aδιάφορον: επάσχισεν αυτός,
όσο μπορούσεν αγωνίσθηκε.
Και μες στην μαύρη απογοήτευσί του,
ένα μονάχα λογαριάζει πια
με υπερηφάνειαν· που, κι εν τη αποτυχία του,
την ίδιαν ακατάβλητην ανδρεία στον κόσμο δείχνει.

Τ’ άλλα— ήσαν όνειρα και ματαιοπονίες...


· ~ · * · ~ ·  



Ουίλιαμ Σαίξπηρ
Όπως ένας αδέξιος θεατρίνος
π’ όλο ξεχνάει τα λόγια του, αγχωμένος,
και σαν το άγριο, λυσσασμένο χτήνος,
που την καρδιά του τρώει περίσσιο μένος,
έτσι κι εγώ, που ν’ ανοιχτώ φοβάμαι,
ξεχνώ τα λόγια της αγάπης τ’ άγια·
λειωμένος απ’ το εντός μου πάθος, να με,
και με λυγούν βαριά του έρωτα μάγια.

Μετάφραση:Παναγιώτης Πάκος
Τσαλαπετεινός