Καλή
φωνή δεν είχα, όμως τραγουδούσα με πάθος.
Έτσι στις οικογενειακές συγκεντρώσεις,
μού ζητούσαν επίμονα να πω το τραγούδι
που ήταν τότε το μεγάλο μου σουξέ. Πρέπει
να ήταν πολύ διασκεδαστικό το θέαμα:
ένα πεντάχρονο που σηκωνόταν, στεκόταν
στο κέντρο της ομήγυρης που αποτελούσαν
θείοι θείες και παππούδες κι άρχιζε
σοβαρό -σοβαρό να τραγουδάει “Πετραδάκι,
πετραδάκι...” προσπαθώντας
όσο μπορούσε να μιμηθεί τη φωνή του
Μιχάλη Μενιδιάτη. Ένα πιτσιρίκι που
μετά από λίγο, εν μέσω χειροκροτημάτων,
κατέληγε βουρκωμένο, με σπασμένη φωνή
να τραγουδάει “κι
ύστερα πάνω στη στάχτη,
μοναχός
μου έκλαψα."
Δεν
ξέρω αν ήταν η μουσική του Απόστολου
Καλδάρα με το τρυφερό φλάουτο στην
εισαγωγή, που με παρέσυρε και με έκανε
να λατρέψω αυτό το τραγούδι. Μάλλον
όμως περισσότερο με γοήτευε η ιδιαίτερη,
γεμάτη παράπονο λαϊκή φωνή του Μενιδιάτη
και η ιστορία που διέκρινα πίσω από τους
στίχους της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου.
Έβλεπα μπροστά στα μάτια μου τον ήρωα,
ασπρόμαυρο να χτίζει πετραδάκι,
πετραδάκι το τσαρδί του, να το
ολοκληρώνει με κόπο και ιδρώτα, αλλά
αυτό έτσι φτωχικό πού ήταν να μην
ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις εκείνης
που επέλεγε πλούτη και μεγαλεία αντί
της αληθινής αγάπης. Αυτός λοιπόν στην
απελπισία του το έκαιγε και στο τέλος
έμενε να κλαίει μοναχός του στα συντρίμμια
που κάπνιζαν.
Δεν
υπήρχε περίπτωση να το ακούσω στο
ραδιόφωνο και να μην τρέξω αμέσως να
δυναμώσω την ένταση, να κολλήσω το αυτί
μου στο ηχείο και να μουρμουρίζω με
σεβντά δυσανάλογο της ηλικίας μου τους
στίχους, ντουέτο με τον Μενιδιάτη. Kάθε,
μα κάθε φορά ακούγοντάς το είχα την
κρυφή ελπίδα ότι υπήρχε περίπτωση κάτι
να αλλάξει, εκείνη να καταλάβει το λάθος
της και να γυρίσει στο φτωχικό τσαρδάκι.
Να του πει ότι τον αγαπάει, να τον
αγκαλιάσει, και τότε, σε αυτή ακριβώς
τη σκηνή να σβήσει σιγά σιγά η μουσική,
όπως ακριβώς θα γινόταν σε μια ελληνική
ασπρόμαυρη ταινία. Το
τραγούδι όμως τέλειωνε πάντα με τον
ίδιο τρόπο κι εγώ σκούπιζα τα μάτια μου
απογοητευμένος.
Ταυτιζόμουν
τόσο με τον ήρωα που νομίζω ότι αργότερα,
στις απώλειες που αναπόφευκτα βίωσα, ο
πόνος κάθε φορά είχε κάτι από τη χροιά
αυτού του παλιού πόνου που ένιωθα στα
πέντε όταν μού ζητούσαν και το τραγουδούσα
στις οικογενειακές συγκεντρώσεις. Χθες,
με αφορμή την είδηση του θανάτου του
Μιχάλη Μενιδιάτη το άκουσα και πάλι
μετά από πολύ καιρό. Το τραγούδησα
ντουέτο μαζί του και στο τέλος -χωρίς
χειροκροτήματα αυτή τη φορά- ήμουν και πάλι
βουρκωμένος.
η εικόνα από εδώ





