Τρίτη, 23 Αυγούστου 2011

Henry and five Millers Ι.

(Big Apple`s Tales)

Εδώ μένω. Στο 3B. Δεν είναι τίποτα σπουδαίο· ένα συνηθισμένο παλιό κτήριο στο QUEENS. Αυτή είναι η είσοδος. Είναι πιο ωραία το βράδυ, αλλά με το που πλησιάζεις ανάβει ένας προβολέας και χάνεις τον κόσμο δύο φορές: μια από αυτά που έχεις πιει και μια από το φως του. Άσε που το βράδυ σε αυτά τα δυο σκαλιά πάντα κάθεται κάποιος, ή δύο μαζί -ζευγάρια πιτσιρικάδων συνήθως- και καπνίζουν το τελευταίο τσιγάρο πριν μπουν στο κτήριο. Είναι μουσκίδι· τόσο που σου περνάει η σκέψη ότι τα νερά κάτω αριστερά δεν είναι από το κλιματιστικό του 2C, αλλά  ιδρώτας.


Όταν βρω άδεια την είσοδο κάθομαι κι εγώ. Πρώτα βλέπω από τη λεωφόρο αν έχουν φως τα παράθυρα του 3Β. Πράγμα που σημαίνει ότι έχει επιστρέψει ο Αlex. Μια φορά βέβαια έκανα λάθος γιατί εγώ το είχα αφήσει αναμμένο φεύγοντας. Πάντως είτε έχει φως είτε δεν έχει, αν δεν είναι κανένας στα σκαλάκια, κάθομαι για τσιγάρο. Βοηθάει. Στο γρήγορο, περνάνε οι εικόνες της μέρας, ζυγίζω τα απίθανα, τα σημαντικά, τα ασήμαντα -που ίσως κρύβουν κάτι παραπάνω αν τα ξανακοιτάξεις- όλα αυτά που συνέβησαν σε μια μέρα περιπλάνησης στην πόλη και τα βάζω στη σειρά. Για μένα κυρίως. Αλλά και για να είμαι έτοιμος να απαντήσω χωρίς χρονοτριβή στον Αλεχ όταν θα με ρωτήσει όπως κάθε βράδυ: How was your day?” Μετά την αναφορά μου, επιστρέφει στην οθόνη του για καμιά ώρα πριν πέσει για ύπνο. Κι εγώ στη δικιά μου. Μια -δυο φορές μέσα σε ντουμάνια, πίνοντας τις μπύρες μας αμίλητοι, κάναμε chat στο facebook σαν να μην ήμασταν στο ίδιο σαλόνι, αλλά σε άλλη πόλη ο καθένας, προσπαθώντας να μη γελάσουμε καθόλου. Λέω ντουμάνια, γιατί ο Αlex είναι ένας σπάνιος, γι` αυτή την πόλη, συγκάτοικος: ένας μανιώδης καπνιστής.

Από το τραίνο μέχρι το σπίτι είναι δύο μεγάλα, ατέλειωτα τετράγωνα δρόμος. Συνήθως σέρνομαι. Δεν είναι μόνο από τη ζέστη ή τις μπύρες που έχω ήδη πιει. Υποψιάζομαι ότι έχω υποστεί κακώσεις στα οστά του ταρσού από την καταπόνηση· την γλίτωσα από τις πορείες στο στρατό και θα την πάθω εδώ από τα μίλια που περπατάω κάθε μέρα. Σύνδρομο υπέρχρησης, νομίζω ότι το λένε.


Δυο βήματα από το σταθμό η καντίνα του Νίκου. Σουβλάκια με την τσίκνα να φτάνει μέχρι την αποβάθρα. Πάντα έχει ουρά. Μια υπομονετική, πεινασμένη ουρά. “Αμερικάνο, αμερικάνο;” ρωτάει όλους καθώς τυλίγει πίτες κι οι πελάτες – από όλες τις γωνιές του πλανήτη- γνέφουν καταφατικά. Εκεί έφαγα μια φορά. Είχαν περίεργα πικρή γεύση. Ακριβώς όπως και η ιστορία του. Ξενιτεύτηκε μεγάλος και μόνος όταν έχασε τα πάντα στο χρηματιστήριο. “Εβδομήντα εκατομμύρια φιλαράκο. Ζεστά, εβδομήντα εκατομμύρια έκαναν φτερά” μου είπε σαν να μην μπορούσε το  χωνέψει ακόμα. Μαζί με αυτά, έκανε φτερά κι η γυναίκα του. Αυτό δε μου το είπε, το συμπέρανα από τον τρόπο που πρόφερε το “μόνος” μετά το “ξενιτεύτηκα”. Μπορεί όμως να κάνω και λάθος.

Στη μέση της διαδρομής είναι το Bagel Nosh. Ένα μικρό μαγαζί με σάντουιτς και σαλάτες -φτιάξ` την μόνος σου. Αν δεν έχω φάει ήδη με παρέα, εδώ κάνω στάση τα βράδια. Ο Πακιστανός που συνήθως πετυχαίνω, την τρίτη φορά πήρε είδηση ότι είμαι βράχος στις επιλογές μου και ετοίμασε τη σαλάτα χωρίς να ρωτήσει τι θέλω να βάλει μέσα. Στην αρχή τον εντυπωσίασε ο συνδυασμός ρόκας και μανταρινιού. Για δροσιά” του εξήγησα και κούνησε το κεφάλι του. Έχει ξάδελφο στην Ελλάδα, είναι ενημερωμένος για το γίνεται “εκεί κάτω” και θέλει να μάθει περισσότερα για την κρίση. Εγώ πάλι βουτηγμένος στο δικό μου αμερικάνικο όνειρο, κοντεύω να την ξεχάσω. Το μόνο που με απασχολεί είναι η άλλη μισή απόσταση που έχω να διανύσω μέχρι το σπίτι και τα 42 καραβίσια σκαλιά μέχρι το 3Β. Τα δύο εξωτερικά δεν τα υπολογίζω ποτέ.

Ο δρόμος είναι σχεδόν σκοτεινός. Τα φώτα του χάνονται μέσα στα φυλλώματα των δέντρων. Η κίνηση λιγοστή. Ένα αυτοκίνητο στη χάση και στη φέξη και μερικοί πεζοί με βιαστικό βηματισμό. Τις πρώτες μέρες μπέρδευα τους δρόμους. Πανομοιότυπα κτήρια στη σειρά με επένδυση σκούρο κόκκινο τούβλο, με ελάχιστες διαφορές μόνο στην κύρια είσοδο, με μεταλλικά μπαλκόνια στις όψεις και πτυσσόμενες σκάλες κινδύνου που με παρέσυραν σε κουίζ: σε ποιες ταινίες αυτές οι σκάλες παίζουν ένα σημαντικό ρόλο, βοηθώντας τους ήρωες να διαφύγουν; Με παρέσυραν τόσο που έχανα το δρόμο κι έκανα κύκλους μέχρι να φτάσω. Μετά έβαλα σημάδια, σταμάτησα τα κουίζ και έφτανα στο σπίτι σαν ντόπιος. Hoopoe the New Yorker.

Κάθε βράδυ σε αρκετές εισόδους κάθονται άνθρωποι κάποιας ηλικίας. Πάνω σε μαξιλάρια στα σκαλοπάτια ή σε σκαμνάκια που βγάζουν έξω στο πλατύ πεζοδρόμιο με τη δεντροστοιχία που στέκει ασάλευτη. Σαλεύουν μόνο φτηνές βεντάλιες στα χέρια γυναικών με πληθωρικές καμπύλες και χρωματιστά ρούχα. Ράθυμα σώματα, κατάκοπα από τη ζέστη και τα χρόνια, μα ο ρυθμός της κουβέντας τους νεανικά καταιγιστικός. “Hace mucho calor”* πιάνει το αυτί μου καθώς περνάω και επιβεβαιώνεται η υποψία μου ότι πρόκειται για Λατίνες.

Εδώ, στον αριθμό 74 είναι το σπίτι του ενενηντάχρονου που τα απογεύματα σουλατσάρει με το πι του, συνοδεία μιας μαύρης που τον φροντίζει κι ύστερα κάθονται -εκείνος σε μια πλαστική καρέκλα κι εκείνη χωρίς μαξιλάρι στα σκαλοπάτια της εισόδου- μέχρι αργά. Απόψε, για λίγο δεν τους πρόλαβα έξω. Από το παράθυρο στο ισόγειο προβάλλει πίσω από την κουρτίνα η φιγούρα της γυναίκας που σκύβει, εκεί που λογικά πρέπει να είναι το κρεβάτι του παππού. Ίσως του τακτοποιεί τα μαξιλάρια, ίσως του λέει στο αυτί μια καληνύχτα. Ποιος ξέρει... μπορεί και να του δίνει ένα φιλί στο μάγουλο. 

Την πρώτη φορά που τους είδα, απόγευμα στο αργό τους σουλάτσο, κάτι λέγανε και ξαφνικά σταμάτησαν κι έσκασαν στα γέλια. Τα δυο τους κεφάλια πολύ κοντά το ένα στο άλλο κι ένα ασταμάτητο ντουέτο γέλιου: του γέρου βραχνό, διέκοπτε πού και πού  ένας αρχαίος βήχας και της γυναίκας κρουστό και γάργαρο. Δεν μπορούσα να φανταστώ την αφορμή που τους έκανε να ξεκαρδιστούν τόσο που να έχουν δακρύσει. Τους χάρηκα. Φαινόταν ευτυχισμένοι. Ότι και να σημαίνει αυτό. Από τότε, κάθε φορά που τους συναντώ, τους χαιρετάω. Η μαύρη με αναγνωρίζει αμέσως και μου χαρίζει ένα πλατύ χαμόγελο. Ο παππούς όχι· κάθε φορά με αποκαλεί με διαφορετικό όνομα. Το τελευταίο -που μου άρεσε περισσότερο από όλα τα άλλα- ήταν Henry. Λέω πως αν το σταθεροποιήσει, μπορεί και να το κρατήσω.


Γεια σου γειτόνισσα” λέω από μακριά στην Darinka που κλειδώνει το μαγαζί. Αυτό το “γειτόνισσα” πάει, όχι στο γεγονός ότι το Laundry που δουλεύει είναι το πιο κοντινό στο σπίτι κι εκεί φτάνω κάθε βδομάδα φορτωμένος το μπόγο με τα άπλυτα, αλλά στο ότι είναι από το Montenegro· από κάποια μικρή πόλη νότια της Podgorica, πάνω στην Αδριατική, που είναι αδύνατον να θυμηθώ το όνομά της.

Απόψε είναι πολύ χαρούμενη. Την προηγούμενη βδομάδα, μού εκμυστηρεύτηκε ότι είχε να πάει για interview. Είχε αγωνία, το έβλεπα στα μάτια της και στον τρόπο που έσφιγγε τα χέρια της. Σήμερα έμαθε ότι τελικά πήρε τη δουλειά. Αρχίζει σε δύο βδομάδες. Θα είμαι γραμματέας ενός γιατρού...” μού λέει με περηφάνεια, κάνει μια επιτηδευμένη παύση και συμπληρώνει με μάτια που λάμπουν:“ ... στην πέμπτη λεωφόρο!!!” Δεν προλαβαίνω να της δώσω συγχαρητήρια και με διακόπτει λέγοντας: “ξέρω ότι χάρηκες για μένα γείτονα”. Κι είναι αλήθεια. Όλες τις φορές που την συνάντησα καθόταν μάλλον θλιμμένη και διάβαζε περιμένοντας να περάσουν οι ατέλειωτες ώρες της βάρδιας της- τουλάχιστον όταν δεν είχε να πλύνει, να στεγνώσει και να διπλώσει ρούχα που είχαν αφήσει πελάτες.

Περπατάμε για λίγο μαζί και συνεχίζει ακάθεκτη μέχρι να με καληνυχτίσει εκεί που χωρίζουν οι δρόμοι μας: “Θα φοράω ωραία ρούχα κάθε μέρα, θα πηγαίνω στο Manhattan και θα κάνω επιτέλους κάτι αξιόλογο. Θα έχω βέβαια πολλή δουλειά, δεν θα σηκώνω κεφάλι, αλλά μου αρέσει πολύ, πάρα πολύ...αν και θα μου λείψουν οι άνθρωποι στο laundry.” 

συνεχίζεται... 


*Κάνει πολύ ζέστη.

Μουσική: Flamenco Sketches, σύνθεση των Miles Davis και Bill Evans, από το άλμπουμ Kind of Blue του 1959

20 σχόλια:

xtina είπε...

ώστε την αγαπάς κι εσύ αυτήν την πόλη;
αλλά ναι, αφού είναι μια πόλη που θέλησε να φτάσει στα σύννεφα, μια νεφελοκοκκυγία..
καλημέρα

Γιώργος Κατσαμάκης είπε...

Τι κάνεις εκεί; Να προσέχεις.

Τσαλαπετεινός είπε...

xtina: Αυτό που λες -νεφελοκοκκυγία- εξηγεί κατά κάποιον τρόπο τον έρωτα.
;-)



Γιώργος Κατσαμάκης: Το ήξερα ότι θα αρχίσεις να ανησυχείς γι αυτό και δεν σου είπα τίποτα. ;-)

renata είπε...

Ελπίζω να διαβάσω σύντομα τη συνέχεια. Καταπληκτική η μουσική συνοδεία. :)

Μου θύμισε ένα παλιό ασπρόμαυρο φιλμ που έδειχνε σκηνές από ένα ζεστό καλοκαίρι σε μια γειτονιά της Ν.Υ. που όλοι κάθονταν στα σκαλιά ή μπρος στ' ανοιχτά παράθυρα. (Τόσο περιγραφική γιατί δεν μπορώ να θυμηθώ ή να βρω τον τίτλο του) :)

Άνεργοι Δημοσιογράφοι είπε...

Ξενιτεύτηκες Τσαλαπετεινέ ή διακοπούλες κάνεις στο Αμέρικα;
Αν βρεθείς πιο βόρεια κόπιασε να σε κεράσω μπυρίτσα και σολωμό στο Ανκορεϊτζ!

Σημειώσεις Ανυπομονησίας είπε...

δεν ξέρω αν το ξέρεις, αλλά το όνομα μου είναι Χένρι, (όταν ήρθα στην Ελλάδα δεν βαφτίστηκα, επομένως όταν με ρωτάνε πως με λένε παραξενεύονται λίγο, μερικοί)

(απόσπασμα απο το μπλογκ μου για το όνομα μου,

"Πώς σε λένε;", με ρωτάει η καθηγήτρια της σχολής, απαντάω, "α" κάνει, "Άγγλος είσαι;" "Όχι", απαντώ, "Αλβανός", και η αίθουσα γεμίζει γέλια.)

κατά τ'άλλα η περιπλάνηση σου, μου άρεσε πολύ...

περιμένω τη συνέχεια του κειμένου...χένρι, αυτό να κρατήσεις.

συγνώμη που μιλάω για μένα αντί να χαθώ στα αμυδρά φώτα μιας πόλης που βαδίζεις τώρα....

να σαι καλά..

tsalapeteinos είπε...

Dear Henry,

Ανάμεσα στις πολλές ταινίες όπου οι πρωταγωνιστές χρησιμοποιούν τις εξωτερικές πτυσσόμενες σκάλες ως οδό διαφυγής εγώ θυμάμαι το "Νονό" και το "Once upon a time in America"! Αν είσαι ακόμα εκεί πέρνα και από τη Little Italy για να μεταφέρεις τα σέβη μου στον μεγάλο δον, ή αν δεν τον βρεις τον ίδιο, μέσω του πιστού κονσιλιέρι του.

Margo είπε...

Από την διήγησή σου μοιάζει να είσαι καιρό εκεί ή ότι θα μείνεις για πολύ.
Είναι μεγάλο το ταξίδι για έναν τσαλαπετεινό αλλά απ' ότι φαίνεται τα κατάφερες μια χαρά;-)

Αναμένουμε για τη συνέχεια..

Riski είπε...

Μα, άρχισε κιόλας η μετανάστευση των πτηνών; Νόμιζα ότι αργεί ακόμα.
Τέλος πάντων, Your Featherness, να προσέχεις και don't fly drunk.

Τσαλαπετεινός είπε...

renata: Αύριο πρωί - πρωί η συνέχεια. ;-)

(Αν θυμηθείς τον τίτλο της ταινίας, σε παρακαλώ να μου τον στείλεις. Φαίνεται πολύ ενδιαφέρουσα.)


Άνεργοι Δημοσιογράφοι : Τελικά όπου και να πάω εσύ έχεις προηγηθεί! Τα ίδια δεν είχαν γίνει με τη Ζάκυνθο πριν 2,5 χρόνια. Θυμάσαι που μου έλεγες να πεταχτώ στην Μπόχαλη για κέρασμα;

Τσαλαπετεινός είπε...

Σημειώσεις Ανυπομονησίας : Χαίρομαι πολύ που είμαστε τελικά συνονόματοι!
Θα ψάξω να βρω το ποστ σου για το όνομα. Όσο για τη συνέχεια...αύριο.


 tsalapeteinos: Όσο και να γύρισα στη Little Italy δεν συνάντησα ούτε τον Δον, ούτε έστω κάποιον να του μοιάζει. Έπεφτα όμως συνέχεια στην Canal st που το όνομά της υπήρχε σε μια ταμπέλα πάνω από ένα κρεβάτι σε μια από τις ταινίες του Γούντι Άλεν. Και να μην μπορώ να θυμηθώ σε ποια...

Τσαλαπετεινός είπε...

Margo: Μεγάλο ταξίδι, αλλά ευτυχώς προτίμησα να πάρω το “μεγάλο πουλί με τα μεταλλικά φτερά” που λένε κι οι ινδιάνοι γιατί, εντάξει το Αιγαίο να το περάσω πετώντας πάει κι έρχεται, αλλά Ατλαντικό δε...

Καλό σου βράδυ.

Riski: Ανάποδο πουλί, τι περιμένεις; Έχει χάσει τις ώρες, τις μέρες και τις εποχές... άσε που πετάει μεθυσμένο. Πάντα χαμηλά όμως. ;-)

Thalassenia είπε...

Ρίξε μια ματιά εδώ και αν έρθει βολικά πήγαινε και εδώ.
Δεν χρειάζεσαι οδηγίες υποθέτω, έτσι πληροφοριακά μόνο.

Καλά να περνάς, σε ζηλεύω:-)

Σημειώσεις Ανυπομονησίας είπε...

ωραίος... έγραψες...

crispy είπε...

Στο manhattan murder mystery η πινακίδα canal st πάνω από το κρεβάτι!

Τσαλαπετεινός είπε...

Thalassenia: Το θέμα "φαγητό στην ΝΥ" ξέρεις ότι μπορεί να αποτελέσει απίστευτα μεγάλη σειρά ποστ. Ούτε καν το πιάνω...

Το εντυπωσιακότερο όλων αυτή τη στιγμή νομίζω ότι είναι το NINJA

http://www.ninjanewyork.com/

Τσαλαπετεινός είπε...

Σημειώσεις Ανυπομονησίας: ;-)


crispy : Σε ευχαριστώ!
Νομίζω ότι έφτασε η ώρα για μια επανάληψη στις ταινίες του Γούντι Άλεν.
Καλό σου απογευμα.

crispy είπε...

Εγώ τέλη Σεπτέμβρη αρχίζω την επανάληψη!
Να περνάς όμορφα!

ολα θα πανε καλα... είπε...

Λοιπόν,αυτή η μουσική επένδυση είναι καταπληκτική! - το είδος της μουσικής που μου αρέσει.Διάβασα μόλις την απάντησή σου στο πρωινό μου σχόλιο.Το μεγαλύτερο μέρος κι αυτής της ανάρτησης το διάβασα το πρωί,μια που προηγείται σε ό,τι ακολούθησε.Αλλά έπρεπε να φύγω γι αυτό και απαντώ με...χρονοκαθυστέρηση.
:)
Για τον πόνο στα πόδια λόγω "υπέρχρησης" ήτοι υπερβολικού περπατήματος,συνιστώ μια δοκιμασμένη συνταγή.Ρίχνεις κρύο νερό με το τηλέφωνο του ντους από τα γόνατα και κάτω,σε κάθε πόδι για ένα πεντάλεπτο περίπου ή όσο χρειαστεί.Ανακουφίζει σημαντικά από τον πόνο και το αίσθημα βάρους.
Καλό βράδυ - καληνύχτα από Αθήνα!

Τσαλαπετεινός είπε...

crispy: Εγώ την άρχισα ήδη, ανάποδα: με τις πιο πρόσφατες.

ολα θα πανε καλα... : Η μουσική, αυτό και μερικά άλλα κομμάτια βοήθησαν στο κείμενο. Προσπάθησα να ακολουθήσω το ρυθμό τους.

Όσο για τη συμβουλή σου για τον πόνο στα πόδια θα την ακολουθήσω μετά την επόμενη μεγάλη πεζοπορία, αρκεί να μην είναι σε περιοχή που έχει έλλειψη νερού. Σ` ευχαριστώ.