Τρίτη, 30 Αυγούστου 2011

Irene

A man walks across a nearly-deserted 42nd Street in Times Square in New York on August 28, 2011 as Hurricane Irene hits the city. (Timothy A. Clary/AFP/Getty Images


Workers walk in a nearly-deserted Grand Central Terminal in New York on August 27, 2011. (Marjorie Anders/NY Metropolitan Transportation Authority/AP)


A group of sailors run through the streets of the nation's capital during pouring rain in advance of the arrival of Hurricane Irene on August 27, 2011 in Washington, DC. (Win McNamee/Getty Images)


In this handout image provided by NOAA, Hurricane Irene churns of the coast of the Carolinas on August 26, 2011. (NOAA via Getty Images) 


A resident rides a horse through a flooded neighborhood after the passing of Hurricane Irene in Nagua, Dominican Republic on August 23, 2011. Hundreds were displaced by flooding in the Dominican Republic, forced to take refuge in churches, schools or relatives' homes. Electricity also was cut in some areas. (Roberto Guzman/AP)


Bill Olney, an electronics technician aboard a P-3 Orion turboprop named "Kermit", prepares a dropsonde to be sent into Hurricane Irene as the crew observes the storm. (Chris Urso/Tampa Tribune/AP)


Sentara Nursing Center Currituck residents are evacuated in response to a mandatory order in Barco, N.C. on August 26, 2011. (Jim R. Bounds/AP)


A shopper looks for bottled water at a store in Rockaway Beach, N.Y. on August 26, 2011. (Allison Joyce/Reuters) 


Hotel workers put outdoor furniture in a pool to keep it from blowing away in preparation for Hurricane Irene on August 26, 2011 in Ocean City, Md. Ocean City Mayor Rick Meehan has ordered a mandatory evacuation for thousands of residents and visitors. (Mark Wilson/Getty Images)


Jackie Sparnackel has to abandon her van and her belongings near the Frisco Pier after she drove up to see how the storm-battered structure was doing on August 27, 2011 in Frisco, N.C. (Chuck Liddy/The News & Observer/AP)


People shield themselves from blowing sand and rain as they look over the beach during Hurricane Irene on August 27, 2011 in Kill Devil Hills, N.C. (Scott Olson/Getty Images)


Two men paddle a boat down a street flooded by Hurricane Irene on August 27, 2011 in Manteo, N.C. (John Bazemore/AP) 


A surfer passes the broken end of the Bogue Inlet Fishing Pier in Emerald Isle, N.C. on August 28, 2011. Hurricane Irene spent 12 hours scouring the coast, killed at least five people, brought pockets of flooding that required rescues along the sounds, and left nearly a half-million customers without power. (John Rottet/The News & Observer/AP)


Cory Ritz braces himself as a wave bursts onto a pier at the Boynton Beach inlet on August 25, 2011 in Boynton Beach, Fla. (Joe Raedle/Getty Images) 


A deer wades through floodwaters in the aftermath of Hurricane Irene on August 28, 2011, in Lincoln Park, N.J. Irene was just the third hurricane to come ashore in New Jersey in the past 200 years. (Julio Cortez/AP) 


A man and his daughter scramble across the shoreline after being hit by a wave on August 28, 2011 in Peggy's Cove, Nova Scotia. (Mike Dembeck/The Canadian Press/AP)


A man walks on a wall next to a flooded highway in New Brunswick, N.J. on August 28, 2011. (Mel Evans/AP) 


People look over the damage to Sue and Jack Holloway's home in the Nassau Station development in Lewis, Del. on August 28, 2011. (Suchat Pederson/The News Journal/AP


Billy Stinson comforts his daughter Erin Stinson as they sit on the steps where their cottage once stood on August 28, 2011 in Nags Head, N.C. The cottage, built in 1903 and destroyed by Hurricane Irene, was one of the first vacation cottages built on Albemarle Sound in Nags Head. Stinson has owned the home, which is listed in the National Register of Historic Places, since 1963. "We were pretending, just for a moment, that the cottage was still behind us and we were just sitting there watching the sunset," said Erin afterward. (Scott Olson/Getty Images)




όλες οι εικόνες επιλογή από The Big Picture 

Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2011

Henry and five Millers ΙII.

(Big Apple`s Tales) 



Στα σκαλιά της εισόδου δεν είναι κανείς. Η καλύτερή μου. Κάθομαι στην άκρη, αριστερά όπως πάντα και βγάζω από τη σακούλα την πέμπτη Miller. Τυχαίνει να είναι και η πέμπτη μπύρα της βραδιάς. Μπορεί κι έκτη. Δεν είμαι σίγουρος. Την ανοίγω με τον αναπτήρα. Κάτω από το κλιματιστικό του 2C τα νερά γυαλίζουν στο ημίφως. Σε λίγο θα προστεθεί κι ο ιδρώτας μου. Τον βλέπω που στάζει από το πρόσωπό μου στα σκαλιά. Δεν σκουπίζομαι πια· έχω παραιτηθεί από την προσπάθεια. Ζέστη, ακόμα κι αυτή την ώρα. Όχι σαν τη δικιά μας· αφόρητα υγρή, πηχτή ζέστη. Too darn hot", λέω σε όλους· αλλά κανείς δεν καταλαβαίνει. Κι εγώ συνεχίζω απτόητος, Kiss me, Kate... μα αντί να τους διευκολύνει, τους μπερδεύει ακόμα περισσότερο. Πάλι καλά που καμία δεν μου είπε ακόμα: “Δε με λένε Kate!” Τι διάολο” σκέφτομαι κάθε φορά, “ δικό τους είναι το μιούζικαλ.”

Την στιγμή που ανάβω τσιγάρο, ανάβει κι ο προβολέας εμφανίζοντας μπροστά μου, σχεδόν από το πουθενά, ένα τύπο που ζητάει φωτιά. Στο άλλο χέρι κρατάει μια χάρτινη σακούλα απ` όπου μόλις ξεπροβάλλει ο λαιμός ενός μικρού Jack Daniel`s. Ανάβει και κάθεται στα σκαλιά, τέρμα δεξιά, αφήνοντας την είσοδο ελεύθερη για μια πιτσιρίκα που επιστρέφει εκείνη τη στιγμή και μας πετάει ένα ανέμελο, σχεδόν κοροϊδευτικό “hi boys. Απαντάμε ταυτόχρονα και στον ίδιο τόνο ενώ τα βλέμματά μας κολλάνε στα πόδια της που περνάνε δίπλα μας, μόλις μια ανάσα από τους ώμους μας. Ακούμε πίσω μας τη δεύτερη πόρτα να κλείνει και τα βήματά της να χάνονται στη σκάλα ενώ ακόμα η μυρωδιά της αιωρείται ανάμεσά μας. Μια γλυκιά μυρωδιά πικραμύγδαλου.

Ο προβολέας σβήνει. Κοιτάζουμε το δρόμο μπροστά, χωρίς να μιλάμε. Όταν η καύτρα μού καίει τα δάχτυλα, πετάω το τσιγάρο στο νερό. Μόλις που ακούγεται το σβήσιμό του να σπάει τον μονότονο ήχο του κλιματιστικού που δουλεύει ασταμάτητα. Μετά από λίγο, ο τύπος πετάει κι εκείνος το δικό του αποτσίγαρο δίπλα στο δικό μου και αμέσως ξαναζητάει φωτιά. Μια -δυο τζούρες, μια γερή γουλιά από το μπουκάλι και έπειτα σπάει τη βολική σιωπή με ένα αναπάντεχο “I'd like to call my baby tonight . “Do it, broτου λέω χωρίς δεύτερη σκέψη, αλλά το θλιμμένο “She`s gone” που πέφτει ατακαριστό,  φαίνεται τελεσίδικο.

Ο μακρύς μονόλογος που ακολουθεί ξεδιπλώνει στο σκοτάδι της εισόδου μια πολύ συνηθισμένη ερωτική ιστορία, με αρχή, μέση και τέλος. Με τρελό πάθος, απίστευτες εξάρσεις, ομηρικούς καυγάδες, σπαραξικάρδιες συμφιλιώσεις, οδυνηρούς χωρισμούς και πισωγυρίσματα μέχρι το οριστικό τέλος, στην αρχή της περασμένης άνοιξης. Μια κοινή ερωτική ιστορία που όμως γίνεται ελκυστική με τον τρόπο που διηγείται: σχεδόν αποστασιοποιημένα, ήρεμα, σαν να την έζησε κάποιος άλλος κι όχι ο ίδιος, ενώ παράλληλα αδειάζει γουλιά γουλιά το μικρό Jack και καπνίζει ασταμάτητα το ένα Pall Mall μετά το άλλο. 

Με παρασύρει για τα καλά ο σχεδόν ποιητικός του τρόπος. Τον ακούω χωρίς να μιλάω, σχεδόν ταυτίζομαι. Γουλιά γουλιά τη Miller νοιώθω την ίδια εγκατάλειψη, τη ίδια μοναξιά, ακόμα και την ίδια φρούδα ελπίδα ότι εκείνη, δεν μπορεί παρά μια μέρα να γυρίσει. Αναρωτιέμαι αν έχει διηγηθεί την ιστορία εκατοντάδες φορές ώστε να καταλήξει σε αυτό το μοναδικό, μυθιστορηματικό αποτέλεσμα που ακούω τώρα ή βρήκε τον ιδανικό τρόπο με την πρώτη και δεν άλλαξε ούτε ένα κόμμα στην ιστορία του. Ξαφνικά συνειδητοποιώ ότι αυτός τρόπος έχει κάτι που μου φαίνεται πολύ οικείο... μου θυμίζει... Μα βέβαια!

Hombre, tu eres colobiano!”  του λέω ενθουσιασμένος. Ο τόνος μου είναι τόσο έντονος που τινάζει στον αέρα την ατμόσφαιρα που είχε δημιουργήσει σταδιακά με τόση μαστοριά. Στην άσχετη με τη διήγησή του διαπίστωση, απαντά έκπληκτος καταφατικά Si amigo... ” κι αμέσως μετά με ρωτάει πώς το κατάλαβα.


-Μα τόσην ώρα μού μιλάς κι είναι σαν να διαβάζω βιβλίο του Μάρκες.
-Ποιος Μάρκες;
-Ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες...
-Δεν τον ξέρω.
-Ο Γκάμπο... Νόμπελ λογοτεχνίας...
-Δεν τον ξέρω...
-Δεν μπορεί... Εκατό χρόνια μοναξιάς, Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας, Το φθινόπωρο του πατριάρχη, Ανεμοσκορπίσματα...
Αραδιάζω μάταια τους τίτλους τον ένα μετά τον άλλον· εκείνος συνεχίζει να με κοιτάζει σαν χαμένος για να μου πει, τη στιγμή που πάω να πάρω ανάσα για να συνεχίσω: “Δεν τον ξέρω... Ξέρω μόνο τον Rafael Márquez, τον ποδοσφαιριστή από το Μεξικό. Δεν είναι όμως αυτός που λες εσύ...”

Μπορεί να φάνηκα αγενής, αλλά μετά από μισό λεπτό απερίγραπτης αμηχανίας, καληνύχτισα απότομα, πήρα τη σακούλα με τις μπύρες που είχαν πια ζεσταθεί και άρχισα να μετράω ένα ένα τα καραβίσια σκαλιά για τον τρίτο όροφο. “Μα αν είναι δυνατόν! Αν είναι ποτέ δυνατόν!” μουρμούριζα μονότονα αλλά με ένταση, χωρίς να το καταλαβαίνω, μέχρι που συνάντησα στο πλατύσκαλο ανάμεσα στο δεύτερο και τρίτο την κυρία Mac Τάδε, που μένει δίπλα μας στο 3C. Κατέβαινε με τα δυο της σκυλιά. Δε με χαιρέτησε ως συνήθως. Κούνησε μόνο το κεφάλι της με κατανόηση και βιάστηκε να συνεχίσει. Κοντοστάθηκα λαχανιασμένος, σκέφτηκα να της μιλήσω, να της εξηγήσω ότι παραμιλούσα γιατί ήμουν νευριασμένος. Ότι είχα γίνει έξαλλος γιατί καθόμουν τόσην ώρα κι έπινα παρέα με ένα Κολομβιανό που αγνοούσε την ύπαρξη του Μάρκες, αλλά σταμάτησα λαχανιασμένος. Δεν είχα κουράγιο να τρέξω να την προλάβω· άσε που μπορεί κι εκείνη να μην ήξερε τον Μάρκες. “Μα αν είναι δυνατόν!” σκέφτηκα για άλλη μια φορά -κάπως πιο ήρεμα είναι αλήθεια- αλλά συνειδητοποιώντας ξαφνικά πόσο παράλογη ήταν η ξαφνική μου οργή, έβαλα τα γέλια.


Άνοιξα όσο πιο αθόρυβα μπορούσα την πόρτα. Είχα συνηθίσει πια αυτές τις ανάποδες κλειδαριές που ξεκλειδώνουν αριστερόστροφα. Δεν χρειάστηκε να ανάψω φως. Ο μακρύς διάδρομος ήταν φωτισμένος από το σαλόνι στο βάθος, σημάδι ότι ο Alex ήταν ακόμα ξύπνιος. Πέταξα ένα hi” από την κουζίνα και πήρα μια αφηρημένη απάντηση. Έβαλα τις τέσσερις Miller στο ψυγείο και κάπου στο βάθος ξετρύπωσα μια Heineken που είχε ξεμείνει. Τη μοίρασα σε δυο ποτήρια και πήγα στο σαλόνι. Άφησα το ένα ποτήρι στο γραφείο, δίπλα στο τασάκι του που ξεχείλιζε, πέταξα τα παπούτσια με ανακούφιση και άραξα στον παλιό καναπέ. Ο Alex ήπιε μια γουλιά και χωρίς να πάρει τα μάτια από την οθόνη του υπολογιστή του με ρώτησε όπως κάθε βράδυ: How was your day?”    


dedicated to Nas. 


Μουσική: Stradust  John Coltrane

Κυριακή, 28 Αυγούστου 2011

Λεωνίδας Κύρκος 1924-2011



"Ο Λεωνίδας Κύρκος που τα τελευταία χρόνια είχε προβλήματα υγείας και χρειάστηκε να νοσηλευτεί πολλές φορες σε νοσοκομεία, υπήρξε από τους πολιτικούς που προσπάθησε πολλές φορές να ενώσει το αριστερό κίνημα και να μειώσει τις αποστασεις από τις άλλες προδευτικές δυνάμεις.
Γεννήθηκε τον Οκτώβριο του 1924 στο Ηράκλειο της Κρήτης. Γιος του πολιτικού Μιχαήλ Κύρκου, ο οποίος μαζί με τον Ιωάννη Πασαλίδη και με άλλες προσωπικότητες από τον χώρο της Αριστεράς ίδρυσαν την Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά (ΕΔΑ).
Φοίτησε στην Ιατρική Σχολή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών αλλά ποτέ δεν ολοκλήρωσε τις σπουδές του λόγω επανειλημμένων πολιτικών διώξεων. Κατά την περίοδο του Εμφυλίου Πολέμου φυλακίστηκε κατ' επανάληψη. Το 1949 καταδικάστηκε σε θάνατο. Η απόφαση του Εκτάκτου Στρατοδικείου δεν εκτελέστηκε λόγω της διεθνούς αντίδρασης διότι μεταξύ των καταδικασθέντων ήταν και ο Μανόλης Γλέζος. Αποφυλακίσθηκε το 1953.
Εργάστηκε για πολλά χρόνια στην πολιτική αριστερή εφημερίδα Αυγή, πρώτα ως ρεπόρτερ και αργότερα ως διευθυντής (1958-1961).
Ο Λεωνίδας Κύρκος μπήκε στην πολιτική και εκλέχτηκε μέλος του Ελληνικού Κοινοβουλίου το 1961, 1963 και 1964 με την ΕΔΑ. Με την διάσπαση του ΚΚΕ, πήρε το μέρος των λεγόμενων ανανεωτικών δυνάμεων και βοήθησε στην καθιέρωση του ευρωκομμουνιστικού ΚΚΕ Εσωτερικού. Στις 21 Απριλίου 1967 συνελήφθη και παρέμεινε στη φυλακή για 5 χρόνια.
Μετά την μεταπολίτευση εκλέχτηκε βουλευτής, το 1974 και το 1977, και ευρωβουλευτής το 1981 και το 1985. Ο Κύρκος ήταν Πρόεδρος και γενικός γραμματέας του ΚΚΕ Εσωτ. μέχρι τον Απρίλιο του 1987, οπότε εντάχθηκε στην Ελληνική Αριστερά (Ε.ΑΡ.) της οποίας εκλέχτηκε Πρόεδρος.
Μαζί με τον Χαρίλαο Φλωράκη, ίδρυσε τον Συνασπισμό της Αριστεράς και της Προόδου, του οποίου υπήρξε γραμματέας μέχρι τον Μάρτιο του 1991. Από το 1989 μέχρι το 1993 ήταν βουλευτής με τον Συνασπισμό. Έγινε στόχος σφοδρής κριτικής από το χώρο του ΠΑΣΟΚ για την συμμετοχή του Συνασπισμού στην κυβέρνηση Τζανετάκη.
To 2000 προτάθηκε τιμητικά από το κόμμα του Συνασπισμού για το αξίωμα του Προέδρου της Δημοκρατίας, όμως η Βουλή εξέλεξε τον ανθυποψήφιό του, Κωνσταντίνο Στεφανόπουλο.
Το τελευταίο διάστημα λόγω των προβλημάτων με την υγεία του είχε αποστασιοποιηθεί από την ενεργή πολιτική, αν και συχνά κατέθετε την άποψή του δημόσια. Είχε δύο γιους.
Η κηδεία του θα γίνει από το Α' Νεκροταφείο Αθηνών, την Τετάρτη το απόγευμα. "
από το tvxs 






Μια πρόσφατη συνέντευξη του Λεωνίδα Κύρκου στο Βήμα 
Μια παλιότερη στην Καθημερινή . 
Εκδήλωση για την προσφορά του Λ Κύρκου στην πολιτική ζωή 2008
Στιγμές ΙΙΙ 
Λεωνίδας Κύρκος: εκ βαθέων

Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2011

Henry and five Millers ΙI.


(Big Apple`s Tales)


συνέχεια από το προηγούμενο ποστ

Πριν μπω στο deli του Λιβανέζου στη γωνία, κοιτάζω απέναντι τα παράθυρα του 3Β. Τα φώτα είναι αναμμένα· “θα πάρω και μια μπύρα για τον Alex”, σκέφτομαιΣτέκι της γειτονιάς αυτό το deli, για μια κουβέντα στα όρθια όσο ψωνίζεις τα απαραίτητα ή περιμένεις να σου ετοιμάσουν ένα σάντουιτς, ένα χάμπουργκερ ή τον καφέ σου. Μπορεί να μην είναι το μαγαζί του Auggie Wren στο Brooklyn μα κάθε φορά που μπαίνω νομίζω ότι ακούω τον Harvey Keitel να λέει: People say: `you have to travel to see the world`. Sοme times I think that if you just stay in one place and keep your eyes open, you gona see just about all you can handle.”

Πέφτω πάνω στην αγαπημένη μου σκηνή: κι απόψε ο έξω καρδιά Ισραηλινός θαμώνας του deli πειράζει στα αραβικά τον Λιβανέζο ιδιοκτήτη. Εκείνος ζορίζεται. Ζορίζεται πολύ, το βλέπεις στις κινήσεις του, στον τρόπο που μιλάει· μα αντιδρά ήπια, ενώ δίπλα του ο Μεξικανός υπάλληλος κοιτάζει μια τον ένα, μια τον άλλο, σοβαρός και αγέλαστος όπως πάντα, χωρίς φυσικά να καταλαβαίνει τίποτα από την κουβέντα.


Διαλέγω από το ψυγείο τις πιο παγωμένες Miller – “τι να μας κάνουν δύο, θα πάρω τέσσερις ή μάλλον πέντε καλύτερα”-  κι ενώ τους ακούω να συνεχίζουν τις κόντρες τους, σκέφτομαι ότι τα αραβικά ταιριάζουν απόλυτα με τη ζέστη που δεν λέει να πέσει. Κατοστάρι Φαρενάιτ ακατέβατο μέρες τώρα, αλλά με τις μπύρες στην αγκαλιά μου προς στιγμήν το ξεχνάω.

Να με λες Ιάκωβο” μου είχε πει με σπαστά ελληνικά ο Ισραηλινός αιφνιδιάζοντάς με την πρώτη φορά που τον συνάντησα στο deli. Δεν είχα προλάβει να πω ούτε δυο κουβέντες κι αμέσως κατάλαβε από πού κρατάει η σκούφια μου. Ύστερα άρχισε να μου μιλάει για τους Έλληνες φίλους του, για τη δουλειά του, που την κυνηγάει ακριβώς όσο χρειάζεται για να ζει άνετα, “μη φανταστείς πολυτέλειες, λίγα πράγματα· μόνο τα απαραίτητα... η ζωή είναι πολύ μικρή”.

Κάποιο άλλο βράδυ δεν είχε τα συνηθισμένα του κέφια. Έστεκε αμίλητος και έκανε ότι χάζευε τους τίτλους των εφημερίδων σε ένα ράφι δίπλα στο ταμείο. Ούτε λόγος για πειράγματα. Ο Λιβανέζος τον κοίταζε ανήσυχος, πετούσε καμιά κουβέντα, αλλά δεν είχε το σπίρτο που θα άλλαζε την διάθεση του φίλου του. Του πήγαινε αυτή η θλίψη· άφηνε να φανούν τα 65 του χρόνια, που σε άλλη περίπτωση ούτε καν τα πρόσεχες. Ο δείκτης του δεξιού  μου χεριού, άρχισε να παίζει κρυφά μέσα στο σάκο με το “on-off” της φωτογραφικής μηχανής, ζυγίζοντας τη στιγμή. Τελικά συγκρατήθηκα: τέτοιες εκφράσεις σίγουρα γράφουν καλύτερα εντός μας από οποιαδήποτε κάρτα μνήμης.


Δεν θα έρθει φέτος ο Ron” μού είπε εκείνο το βράδυ λίγο πριν φύγω, σαν να ήθελε να απολογηθεί για τη διάθεσή του. Ο Ron, το μοναχοπαίδι του τα τελευταία χρόνια ζει μόνιμα στη Νέα Ζηλανδία. Όσο μου μιλούσε για εκείνον, τα παιδικά του χρόνια, τις σπουδές, την πρώτη του δουλειά στην Καλιφόρνια, το πρόσωπό του άρχισε σιγά σιγά να φωτίζεται και η διάθεση του να αλλάζει. Στο τέλος, όταν μού αποκάλυψε ότι ο Ron δουλεύει στον κινηματογράφο -“Visual effects... η τελευταία ταινία του ήταν το Avatar. Την έχεις δει;- ήμουν σίγουρος ότι το επόμενο λεπτό θα άρχιζε και πάλι να πειράζει τον Λιβανέζο, που ήδη είχε πάρει αμυντική στάση και εγώ, μετά από λίγο, στο σπίτι θα πληκτρολογούσα βιαστικά imdb” για να βρω ανάμεσα τους συντελεστές του Avatar το γιο του φίλου μου, του Ιάκωβου.


συνεχίζεται...

Μουσική: Nature Boy, με την τρομπέτα του Jon Hassell από το cd Fascinoma


Τρίτη, 23 Αυγούστου 2011

Henry and five Millers Ι.

(Big Apple`s Tales)

Εδώ μένω. Στο 3B. Δεν είναι τίποτα σπουδαίο· ένα συνηθισμένο παλιό κτήριο στο QUEENS. Αυτή είναι η είσοδος. Είναι πιο ωραία το βράδυ, αλλά με το που πλησιάζεις ανάβει ένας προβολέας και χάνεις τον κόσμο δύο φορές: μια από αυτά που έχεις πιει και μια από το φως του. Άσε που το βράδυ σε αυτά τα δυο σκαλιά πάντα κάθεται κάποιος, ή δύο μαζί -ζευγάρια πιτσιρικάδων συνήθως- και καπνίζουν το τελευταίο τσιγάρο πριν μπουν στο κτήριο. Είναι μουσκίδι· τόσο που σου περνάει η σκέψη ότι τα νερά κάτω αριστερά δεν είναι από το κλιματιστικό του 2C, αλλά  ιδρώτας.


Όταν βρω άδεια την είσοδο κάθομαι κι εγώ. Πρώτα βλέπω από τη λεωφόρο αν έχουν φως τα παράθυρα του 3Β. Πράγμα που σημαίνει ότι έχει επιστρέψει ο Αlex. Μια φορά βέβαια έκανα λάθος γιατί εγώ το είχα αφήσει αναμμένο φεύγοντας. Πάντως είτε έχει φως είτε δεν έχει, αν δεν είναι κανένας στα σκαλάκια, κάθομαι για τσιγάρο. Βοηθάει. Στο γρήγορο, περνάνε οι εικόνες της μέρας, ζυγίζω τα απίθανα, τα σημαντικά, τα ασήμαντα -που ίσως κρύβουν κάτι παραπάνω αν τα ξανακοιτάξεις- όλα αυτά που συνέβησαν σε μια μέρα περιπλάνησης στην πόλη και τα βάζω στη σειρά. Για μένα κυρίως. Αλλά και για να είμαι έτοιμος να απαντήσω χωρίς χρονοτριβή στον Αλεχ όταν θα με ρωτήσει όπως κάθε βράδυ: How was your day?” Μετά την αναφορά μου, επιστρέφει στην οθόνη του για καμιά ώρα πριν πέσει για ύπνο. Κι εγώ στη δικιά μου. Μια -δυο φορές μέσα σε ντουμάνια, πίνοντας τις μπύρες μας αμίλητοι, κάναμε chat στο facebook σαν να μην ήμασταν στο ίδιο σαλόνι, αλλά σε άλλη πόλη ο καθένας, προσπαθώντας να μη γελάσουμε καθόλου. Λέω ντουμάνια, γιατί ο Αlex είναι ένας σπάνιος, γι` αυτή την πόλη, συγκάτοικος: ένας μανιώδης καπνιστής.

Από το τραίνο μέχρι το σπίτι είναι δύο μεγάλα, ατέλειωτα τετράγωνα δρόμος. Συνήθως σέρνομαι. Δεν είναι μόνο από τη ζέστη ή τις μπύρες που έχω ήδη πιει. Υποψιάζομαι ότι έχω υποστεί κακώσεις στα οστά του ταρσού από την καταπόνηση· την γλίτωσα από τις πορείες στο στρατό και θα την πάθω εδώ από τα μίλια που περπατάω κάθε μέρα. Σύνδρομο υπέρχρησης, νομίζω ότι το λένε.


Δυο βήματα από το σταθμό η καντίνα του Νίκου. Σουβλάκια με την τσίκνα να φτάνει μέχρι την αποβάθρα. Πάντα έχει ουρά. Μια υπομονετική, πεινασμένη ουρά. “Αμερικάνο, αμερικάνο;” ρωτάει όλους καθώς τυλίγει πίτες κι οι πελάτες – από όλες τις γωνιές του πλανήτη- γνέφουν καταφατικά. Εκεί έφαγα μια φορά. Είχαν περίεργα πικρή γεύση. Ακριβώς όπως και η ιστορία του. Ξενιτεύτηκε μεγάλος και μόνος όταν έχασε τα πάντα στο χρηματιστήριο. “Εβδομήντα εκατομμύρια φιλαράκο. Ζεστά, εβδομήντα εκατομμύρια έκαναν φτερά” μου είπε σαν να μην μπορούσε το  χωνέψει ακόμα. Μαζί με αυτά, έκανε φτερά κι η γυναίκα του. Αυτό δε μου το είπε, το συμπέρανα από τον τρόπο που πρόφερε το “μόνος” μετά το “ξενιτεύτηκα”. Μπορεί όμως να κάνω και λάθος.

Στη μέση της διαδρομής είναι το Bagel Nosh. Ένα μικρό μαγαζί με σάντουιτς και σαλάτες -φτιάξ` την μόνος σου. Αν δεν έχω φάει ήδη με παρέα, εδώ κάνω στάση τα βράδια. Ο Πακιστανός που συνήθως πετυχαίνω, την τρίτη φορά πήρε είδηση ότι είμαι βράχος στις επιλογές μου και ετοίμασε τη σαλάτα χωρίς να ρωτήσει τι θέλω να βάλει μέσα. Στην αρχή τον εντυπωσίασε ο συνδυασμός ρόκας και μανταρινιού. Για δροσιά” του εξήγησα και κούνησε το κεφάλι του. Έχει ξάδελφο στην Ελλάδα, είναι ενημερωμένος για το γίνεται “εκεί κάτω” και θέλει να μάθει περισσότερα για την κρίση. Εγώ πάλι βουτηγμένος στο δικό μου αμερικάνικο όνειρο, κοντεύω να την ξεχάσω. Το μόνο που με απασχολεί είναι η άλλη μισή απόσταση που έχω να διανύσω μέχρι το σπίτι και τα 42 καραβίσια σκαλιά μέχρι το 3Β. Τα δύο εξωτερικά δεν τα υπολογίζω ποτέ.

Ο δρόμος είναι σχεδόν σκοτεινός. Τα φώτα του χάνονται μέσα στα φυλλώματα των δέντρων. Η κίνηση λιγοστή. Ένα αυτοκίνητο στη χάση και στη φέξη και μερικοί πεζοί με βιαστικό βηματισμό. Τις πρώτες μέρες μπέρδευα τους δρόμους. Πανομοιότυπα κτήρια στη σειρά με επένδυση σκούρο κόκκινο τούβλο, με ελάχιστες διαφορές μόνο στην κύρια είσοδο, με μεταλλικά μπαλκόνια στις όψεις και πτυσσόμενες σκάλες κινδύνου που με παρέσυραν σε κουίζ: σε ποιες ταινίες αυτές οι σκάλες παίζουν ένα σημαντικό ρόλο, βοηθώντας τους ήρωες να διαφύγουν; Με παρέσυραν τόσο που έχανα το δρόμο κι έκανα κύκλους μέχρι να φτάσω. Μετά έβαλα σημάδια, σταμάτησα τα κουίζ και έφτανα στο σπίτι σαν ντόπιος. Hoopoe the New Yorker.

Κάθε βράδυ σε αρκετές εισόδους κάθονται άνθρωποι κάποιας ηλικίας. Πάνω σε μαξιλάρια στα σκαλοπάτια ή σε σκαμνάκια που βγάζουν έξω στο πλατύ πεζοδρόμιο με τη δεντροστοιχία που στέκει ασάλευτη. Σαλεύουν μόνο φτηνές βεντάλιες στα χέρια γυναικών με πληθωρικές καμπύλες και χρωματιστά ρούχα. Ράθυμα σώματα, κατάκοπα από τη ζέστη και τα χρόνια, μα ο ρυθμός της κουβέντας τους νεανικά καταιγιστικός. “Hace mucho calor”* πιάνει το αυτί μου καθώς περνάω και επιβεβαιώνεται η υποψία μου ότι πρόκειται για Λατίνες.

Εδώ, στον αριθμό 74 είναι το σπίτι του ενενηντάχρονου που τα απογεύματα σουλατσάρει με το πι του, συνοδεία μιας μαύρης που τον φροντίζει κι ύστερα κάθονται -εκείνος σε μια πλαστική καρέκλα κι εκείνη χωρίς μαξιλάρι στα σκαλοπάτια της εισόδου- μέχρι αργά. Απόψε, για λίγο δεν τους πρόλαβα έξω. Από το παράθυρο στο ισόγειο προβάλλει πίσω από την κουρτίνα η φιγούρα της γυναίκας που σκύβει, εκεί που λογικά πρέπει να είναι το κρεβάτι του παππού. Ίσως του τακτοποιεί τα μαξιλάρια, ίσως του λέει στο αυτί μια καληνύχτα. Ποιος ξέρει... μπορεί και να του δίνει ένα φιλί στο μάγουλο. 

Την πρώτη φορά που τους είδα, απόγευμα στο αργό τους σουλάτσο, κάτι λέγανε και ξαφνικά σταμάτησαν κι έσκασαν στα γέλια. Τα δυο τους κεφάλια πολύ κοντά το ένα στο άλλο κι ένα ασταμάτητο ντουέτο γέλιου: του γέρου βραχνό, διέκοπτε πού και πού  ένας αρχαίος βήχας και της γυναίκας κρουστό και γάργαρο. Δεν μπορούσα να φανταστώ την αφορμή που τους έκανε να ξεκαρδιστούν τόσο που να έχουν δακρύσει. Τους χάρηκα. Φαινόταν ευτυχισμένοι. Ότι και να σημαίνει αυτό. Από τότε, κάθε φορά που τους συναντώ, τους χαιρετάω. Η μαύρη με αναγνωρίζει αμέσως και μου χαρίζει ένα πλατύ χαμόγελο. Ο παππούς όχι· κάθε φορά με αποκαλεί με διαφορετικό όνομα. Το τελευταίο -που μου άρεσε περισσότερο από όλα τα άλλα- ήταν Henry. Λέω πως αν το σταθεροποιήσει, μπορεί και να το κρατήσω.


Γεια σου γειτόνισσα” λέω από μακριά στην Darinka που κλειδώνει το μαγαζί. Αυτό το “γειτόνισσα” πάει, όχι στο γεγονός ότι το Laundry που δουλεύει είναι το πιο κοντινό στο σπίτι κι εκεί φτάνω κάθε βδομάδα φορτωμένος το μπόγο με τα άπλυτα, αλλά στο ότι είναι από το Montenegro· από κάποια μικρή πόλη νότια της Podgorica, πάνω στην Αδριατική, που είναι αδύνατον να θυμηθώ το όνομά της.

Απόψε είναι πολύ χαρούμενη. Την προηγούμενη βδομάδα, μού εκμυστηρεύτηκε ότι είχε να πάει για interview. Είχε αγωνία, το έβλεπα στα μάτια της και στον τρόπο που έσφιγγε τα χέρια της. Σήμερα έμαθε ότι τελικά πήρε τη δουλειά. Αρχίζει σε δύο βδομάδες. Θα είμαι γραμματέας ενός γιατρού...” μού λέει με περηφάνεια, κάνει μια επιτηδευμένη παύση και συμπληρώνει με μάτια που λάμπουν:“ ... στην πέμπτη λεωφόρο!!!” Δεν προλαβαίνω να της δώσω συγχαρητήρια και με διακόπτει λέγοντας: “ξέρω ότι χάρηκες για μένα γείτονα”. Κι είναι αλήθεια. Όλες τις φορές που την συνάντησα καθόταν μάλλον θλιμμένη και διάβαζε περιμένοντας να περάσουν οι ατέλειωτες ώρες της βάρδιας της- τουλάχιστον όταν δεν είχε να πλύνει, να στεγνώσει και να διπλώσει ρούχα που είχαν αφήσει πελάτες.

Περπατάμε για λίγο μαζί και συνεχίζει ακάθεκτη μέχρι να με καληνυχτίσει εκεί που χωρίζουν οι δρόμοι μας: “Θα φοράω ωραία ρούχα κάθε μέρα, θα πηγαίνω στο Manhattan και θα κάνω επιτέλους κάτι αξιόλογο. Θα έχω βέβαια πολλή δουλειά, δεν θα σηκώνω κεφάλι, αλλά μου αρέσει πολύ, πάρα πολύ...αν και θα μου λείψουν οι άνθρωποι στο laundry.” 

συνεχίζεται... 


*Κάνει πολύ ζέστη.

Μουσική: Flamenco Sketches, σύνθεση των Miles Davis και Bill Evans, από το άλμπουμ Kind of Blue του 1959

Παρασκευή, 19 Αυγούστου 2011

Federico


ΓΗ


Προχωρούμε
πάνω σ` έναν καθρέφτη
δίχως ασήμι
πάνω σ` ένα κρύσταλλο
δίχως σύννεφα.
Αν οι ίριδες γεννιόταν
στην ανάστροφη όψη
αν τα ρόδα γεννιόταν
στην ανάστροφη όψη
αν όλες οι ρίζες
κοιτούσαν τα αστέρια
κι ο νεκρός δεν έκλεινε
τα μάτια
θα γινόμασταν σαν κύκνοι.

Μτφ. Τάκης Βαρβιτσιώτης.