Παρασκευή, 26 Απριλίου 2013

Ο Λίβελος




Έβαλε τελεία και μετακίνησε πίσω το κάθισμα. Άναψε τσιγάρο. Ξαναδιάβασε το κείμενο, αναζητώντας λάθη που τυχόν θα είχαν ξεφύγει. Σπάνιο να συμβεί βέβαια παρ` όλο που έγραφε μια κι έξω. Από τη στιγμή που κατέβαινε η ιδέα, ή μάλλον από τη στιγμή που άνοιγε η λευκή σελίδα στην οθόνη, ως τη στιγμή που πήγαινε πίσω το κάθισμα, το πολύ να περνούσε μια ώρα.

Αστραφτερή η έμπνευση. Χείμαρρος η γραφή. Μια δυνατή εισαγωγή για να αρπάξει το ενδιαφέρον του αναγνώστη από την αρχή, μετά τα επιχειρήματα, τα προφανή βέβαια αλλά διατυπωμένα ευφάνταστα κι η κατακλείδα, βαρύ πυροβολικό, τόσο ισχυρή που δεν χρειαζόταν καν η τελεία στο τέλος. Ο λόγος ρευστός με παράλληλη χρήση αγοραίων και ακαδημαϊκών εκφράσεων σε σωστές όμως αναλογίες, με νεόδμητους όρους που ο αναγνώστης θα αναζητούσε υποχρεωτικά αν ήθελε να κατανοήσει σε βάθος. Και μερικά μπινελίκια διάσπαρτα ώστε να καταστεί πρόδηλη η μήνις. Όχι η οργή· η μήνις. Και βέβαια ένθετες οι ρήσεις κάποιων σπουδαίων, δυο τριών οπωσδήποτε σε κάθε άρθρο, όχι τόσο για την ενίσχυση των επιχειρημάτων, όσο ως απόδειξη της εκπληκτικής ευρυμάθειας που διέθετε. Έτσι ο Ηρόδοτος κι ο Ταραντίνο ή ο Βίτγκενσταϊν κι ο Χοσέ Μαρτί μπορούσαν να βρεθούν μέσα σε πεντακόσιες λέξεις, παρέα με τον Κοσμά τον Αιτωλό, το Βιτρούβιο και τον Νικ Κέιβ.

Δεν το ήξερε κανείς, αλλά τελειώνοντας πάντα τύπωνε το κείμενο. Τουλάχιστον όταν έγραφε στο σπίτι αργά το βράδυ, γιατί τις καθημερινές στο γραφείο αρκούνταν αναγκαστικά σε δυο σχολαστικές αναγνώσεις από την οθόνη. Όταν έβγαινε η σελίδα από τον εκτυπωτή, σηκωνόταν και βημάτιζε πάνω κάτω στο σαλόνι και διάβαζε δυνατά, τόσο ώστε να μην ξυπνήσει τους άλλους που ήδη κοιμούνταν. Ίσως ήταν περιττό, μια που ουδέποτε διόρθωσε οτιδήποτε, μα ήταν τρομερή η εξάρτηση από την ηδονή που ένιωθε ακούγοντας το κείμενο.

Χθες βράδυ,  άρχισε να διαβάζει τον τελευταίο λίβελο που συνέθεσε, με απόλυτη σιγουριά στη φωνή, κουνώντας αυστηρά το δάχτυλο σε ένα αόρατο μα υπαρκτό κοινό. Ακόμα και όταν στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη της εισόδου, δίπλα στον καλόγερο, δεν έβλεπε παρά μόνο τους άλλους. Μπροστά -μπροστά όσους λοιδορούσε -για πταίσματα που ανήγαγε σε κακουργήματα- κατακόκκινους από τη ντροπή και με σκυμμένα κεφάλια και πιο πίσω, τους συνήθεις χειροκροτητές. Ένα πλήθος σε έκταση. Όταν τελείωσε, αρχειοθέτησε τη σελίδα αφού σημείωσε χειρόγραφα την ημερομηνία δημοσίευσης πάνω δεξιά, σε ένα ξέχειλο φάκελο. Η ικανοποίηση  και αυτή τη φορά έφτανε μέχρι τα σπλάχνα. Γιατί δεν είναι λίγο στις μέρες μας να γίνεσαι καταγραφεύς και φορέας της Αλήθειας.


8 σχόλια:

Σελιτσάνος είπε...

Κι αυτός αριστερός ε;(inside joke.)

Τσαλαπετεινός είπε...

Σελιτσάνος: Όχι σαν Φώτης μα ούτε και Φιντέλ.

γρηγόρης στ. είπε...

Σαν να ακούω τα χειροκροτήματα και τα συνθήματα και αυτόν τον βλέπω να χαιρετά δεξιά κι αριστερά.

Τσαλαπετεινός είπε...

γρηγόρης στ.: Ωχ! Η σκηνή που περιγράφεις, μυρίζει πολιτική και θυμίζει μπαλκόνι.
;-)

Yannis Tsal είπε...

Μήπως φωτογραφίζεις τον... Ουρουγουανό Εραστή; :)

Γιαγιά Αντιγόνη είπε...

Στην τελευταία παράγραφο θα σταθώ συγκινημένη να χειροκροτήσω αγαπημένο μου πτηνό!

Τσαλαπετεινός είπε...

Yannis Tsal: Πάντα το πας μακριά, μα αυτή τη φορά έφτασες μέχρι το Μοντεβιδέο!

Τσαλαπετεινός είπε...

Γιαγιά Αντιγόνη: Μού φάνηκε ότι σας είδα να κλείνετε και το μάτι. Κάπως έτσι ;-)

Καλό Πάσχα γιαγιά Αντιγόνη!