Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2013

Dandan


-Θέλεις;

Τυχαία, τη στιγμή που έμπαινε κοίταζα την είσοδο του καφέ. Το πρόσεξε αμέσως και από μακριά με το βλέμμα με ρώτησε: “θέλεις;” Έκανα ότι ήμουν αφηρημένος, ότι κοίταζα το κενό και ότι τάχα ούτε τον είδα, ούτε τον “άκουσα” κι αμέσως μετά, για να τον αποφύγω στα σίγουρα, έσκυψα στο φλιτζάνι μου. Ένα γύρο στα τοιχώματα ήταν απλωμένα περίπλοκα σημάδια ξεραμένου καφέ· ανεξιχνίαστα σαν το μέλλον. Στον πάτο του οι δυο τελευταίες γουλιές εσπρέσο, κρύες πια.

Άνοιξα το πακέτο του καπνού και τράβηξα ένα τσιγαρόχαρτο, ενώ με την άκρη του ματιού τον έβλεπα να πλησιάζει με τη σειρά ένα- ένα τα άλλα τραπέζια. Δεν προλάβαινε, όχι να δείξει την πραμάτεια του, ούτε καν να πει “θέλεις;” κι όλοι τού έλεγαν “όχι”. Με λόγο ή με νόημα. Το ίδιο ετοιμαζόμουν να κάνω κι εγώ μόλις έφτανε στο τραπέζι που καθόμουν. Ορθά κοφτά. Και μάλιστα λίγο συνοφρυωμένα για σιγουριά.

Δεν χρειαζόταν προσπάθεια για να το πετύχω. Ήταν αργά το μεσημέρι μιας δύσκολης μέρας, στην αρχή μιας δύσκολης βδομάδας, στο τέλος μιας δύσκολης χρονιάς και σαν να μην έφτανε αυτό, όλα από το πρωί πήγαιναν ανάποδα. Έτσι το μόνο που ήθελα ήταν να συνεχίσω ήσυχος τον καφέ και να καπνίσω ένα- δυο ακόμα τσιγάρα. Ούτε διάθεση για κουβέντες είχα και σαφώς ούτε ένα ευρώ να περισσεύει για ξόδεμα. Ειδικά αυτό το τελευταίο ήταν άρτι τσεκαρισμένο: είχα πληρώσει για τον καφέ και στο πορτοφόλι μου, στη θήκη των χαρτονομισμάτων έστεκε μόνο του -το δίχως άλλο τράνζιτ- ένα θρασύτατα κολλαριστό πεντάευρο και στο τσεπάκι με τα κέρματα το ιλιγγιώδες ποσόν του 1,15.

-Μόνο πέντε ευρώ. Θέλεις

Είχε παρακάμψει διακριτικά το τελευταίο πριν το δικό μου τραπέζι -το ζευγάρι που καθόταν εκεί, είχε από ώρα επιδοθεί σε ένα μαραθώνιο φιλί- και με πέτυχε στη γελοία στιγμή που με τη γλώσσα έξω, περνούσα στην τελική φάση προετοιμασίας του στριφτού τσιγάρου. Δεν είχα υπολογίσει σωστά τον χρόνο που θα έκανε μέχρι να φτάσει σε μένα; Καθυστέρησα στο ρολάρισμα του τσιγάρου; Ποιός ξέρει. Το θέμα ήταν ότι δεν είχα προλάβει, ούτε να πάρω το συνοφρυωμένο ύφος, ούτε να δηλώσω το προαποφασισμένο “όχι”. Άνοιξε την πραμάτεια του και είδα σε παράλληλες σειρές πάνω σε μαλακό μαύρο ύφασμα, καμιά τριανταριά απαστράπτοντα ρολόγια. Τεράστια, χρωματιστά και ευτελή.

Εδώ και αρκετά χρόνια -όπως οι περισσότεροι άλλωστε- δε φοράω ρολόι. Το κινητό αντικατέστησε, μάλλον οριστικά, το ρολόι χειρός. Αλλά και χωρίς κινητό μπορώ να υπολογίσω την ώρα. Έχω καλή αίσθηση του χρόνου ειδικά για τα μικρά διαστήματα, όπως τα ελάχιστα λεπτά που περιμένεις τον φούρνο μικροκυμάτων να ζεστάνει το φαγητό. Πάντα βρίσκομαι δίπλα του δύο με τρία δευτερόλεπτα πριν χτυπήσει. Αλλά και στις διακοπές, μπορώ από την ένταση του φωτός, από τη θέση του ήλιου ή του φεγγαριού στον ουρανό να μαντέψω την ώρα με σχετική ακρίβεια. Συμπέρασμα; Δεν χρειάζομαι ρολόι.

Κούνησα λοιπόν το κεφάλι αρνητικά κι ο πανύψηλος μαύρος, έκλεισε την πραμάτεια του και έκανε μεταβολή. Νόμιζα ότι είχα ξεμπέρδεψει μαζί του, αλλά τη στιγμή που άναβα το τσιγάρο κι ενώ είχε απομακρυνθεί μερικά βήματα, σταμάτησε, γύρισε προς το μέρος μου και είπε: “Από το πρωί γυρίζω και δεν έχω πουλήσει ούτε ένα.”

Δεν είχε παράπονο η εκφορά της φράσης του, ούτε ικεσία. Ειπώθηκε απλά, με ένα τρόπο εξόχως αφοπλιστικό: πώς μιλάς σε ένα φίλο ή σε ένα πολύ δικό σου άνθρωπο, κάποιον που σε ξέρει καλά και δεν χρειάζεται να τονίσεις ούτε μια από τις λέξεις για να τού δώσεις να καταλάβει ακριβώς τί λές; Ή πώς λες κάτι εντελώς ουδέτερο, κάτι που δεν έχει καμία απολύτως σημασία, όπως “πάλι ψιχαλίζει” ή “νυχτώνει νωρίς τώρα.


Δεκατρία λεπτά αργότερα έβγαινα από το καφέ φορώντας ένα Rolex μαϊμού με μαύρο λουράκι. Δεν είχα διάθεση να επιλέξω και αφήνοντας το  κολλαριστό πεντάευρο στο τραπέζι,  τού ζήτησα να διαλέξει για μένα. Με κοίταξε για λίγο σοβαρός -σαν να προσπαθούσε να μαντέψει ποιο θα μου ταίριαζε καλύτερα- κι ύστερα έσκυψε στην πραμάτεια του. Πέρασε αργά το δείκτη του χεριού του πάνω από όλα τα ρολόγια. Μια- δυο φορές σταμάτησε, με ξανακοίταξε, κούνησε αρνητικά το κεφάλι και συνέχισε την ψηλάφηση, ώσπου κατέληξε στο πιο σοβαρό από αυτά που διέθετε το κατάστημα.

Αυτό είναι για σένα”, είπε  με βεβαιότητα και μού το έδωσε. Το κοίταξα προσεκτικά ρίχνοντας παράλληλα γρήγορες ματιές στα άλλα· είχε πέσει διάνα. Αν διάλεγα, σε αυτό  θα είχα καταλήξει κι εγώ. Το κατάλαβε από το ύφος μου, χαμογέλασε και είπε: “Θα σου κάνει καλή παρέα.” Ο τρόπος του ήταν και πάλι απλός και αφοπλιστικός, οπότε δε ζήτησα διευκρινήσεις και αρκέστηκα να τον ρωτήσω από πού ήταν.



Σαράντα επτά λεπτά από τη στιγμή που βγήκα από το καφέ, έφτανα με τα πόδια στο σπίτι. Για μια ώρα και είκοσι επτά λεπτά αναζητούσα μουσική από τη Σενεγάλη. Κατέληξα σε ένα τραγούδι του Ablaye Cissoko με τίτλο Dandan”. Νταντάν αποφάσισα να ονομάσω και το Rolex μου. Στα σενεγαλέζικα -ή μάλλον σε κάποια από τις 30 διαλέκτους αυτής της χώρας-  σημαίνει “σύντροφος” και νομίζω ότι του ταιριάζει μια χαρά. 


3 σχόλια:

spiral architect είπε...

Πιο παλιά, τότε που οι monkey businesses δεν ήταν τόσο ξεδιάντροπες κυκλοφορούσαν τα Folex και τα Sfiko από τον (και καλά!) ναυτικό.

Φορώ ακόμα το κουρντιστό δώρο του πατέρα μου απ' τα 15 μου, το ρώσικο Pакета μοντέλο Восток. Όταν μου τo'χε χαρίσει μου' χε πει ότι, ένα αντίστοιχο φορούσε ο Γκαγκάριν στην κάψουλα Βοστόκ.
Δεν ξέρω αν το τελευταίο ισχύει, αλλά ζω μ' αυτό το παραμύθι από τότε, αν και με τα χρόνια δεν μου χρειάζονται ρολόγια.

Εύη Βουλγαράκη-Πισίνα είπε...

Οι μπόσικοι είμαστε άνθρωποι... Και το Νταντάν, καλή παρέα, αρμονικότατη :)

γρηγόρης στ. είπε...

Κάπως έτσι ξεκίνησα τη συλλογή με τα κομπολόγια.
Καλοφόρετο!