Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μετανάστης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μετανάστης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2016

Η σύγκρουση


Βιαζόμουν να φτάσω στον προορισμό μου κι έπεσα σε λαϊκή. Με τα πόδια, όχι εποχούμενος. Να αλλάξω κατεύθυνση ούτε που το σκέφτηκα· ολόκληρος γύρος θα ήταν. Σλάλομ λοιπόν ανάμεσα σε καρότσια, κόσμο και φωνές. Στην αρχή προσηλωμένος στο στόχο, βιαστικός, λίγο μετά όμως με παρέσυραν οι πάγκοι: τα πράσινα ζαρζαβάτια, τα ολοκόκκινα ρόδια και τα μήλα, τα πρώτα μανταρίνια. Και τα κάστανα. Κι οι ελιές. Εκεί όμως που αφαιρέθηκα για τα καλά ήταν μπροστά σ`έναν πάγκο με όψιμα σταφύλια. Μαύρα, άσπρα και ροζέ με τα τσαμπιά τους τοποθετημένα με απόλυτη συμμετρία. Βιτρίνα σωστή ο πάγκος του μερακλή, να θες πρώτα να τη φωτογραφήσεις κι ύστερα να πέσεις σαν τους σπουργίτες του παιδικού τραγουδιού σε μια ρώγα από το κάθε χρώμα κι έπειτα να αρχίσεις τα τσιρι τρι, τσιριτρό κάτω από τον ήλιο του Νοέμβρη.

Τότε έγινε η σύγκρουση. Καθώς κοίταζα αλλού χωρίς να έχω κόψει ταχύτητα, έπεσα πάνω σε έναν άνθρωπο. “Συγνώμη” είπα και γύρισα να δω το θύμα της αφηρημάδας μου. “Ντεν πειράζει, ένα Πακιστανό λιγότερο” μού είπε σοβαρός έως κι αγριεμένος. Ξαναείπα “συγνώμη”, με συντριβή αυτή τη φορά και τότε ο Πακιστανός έσκασε στα γέλια αλλά δεν κατάλαβα αν ήταν για το ύφος μου ή για το αστείο του.  Ίσως και για τα δύο. Ύστερα τον βοήθησα να μαζέψει τα πράσα που μετέφερε και τού έφυγαν από τα χέρια με τη σφοδρή σύγκρουση. 


Παρασκευή 4 Μαρτίου 2016

Πλατεία Βικτωρίας

Για την πλατεία Βικτωρίας και τους ανθρώπους που βρίσκουν εκεί υπαίθριο καταφύγιο αν αρχίσει να γράφει κανείς, είναι δύσκολο να σταματήσει. 

 Κάτω και γύρω από το γλυπτό σύμπλεγμα, έργο του Γερμανού καλλιτέχνη Johannes Pfuhl -”ΘΗΣΕΥΣ ΣΩΖΩΝ ΤΗΝ ΙΠΠΟΔΑΜΕΙΑΝ”, όπως αναγράφεται στην μαρμάρινη οκταγωνική βάση- εκατοντάδες κατατρεγμένοι βρίσκονται με απίστευτη καρτερία σε αναμονή· αναμονή μιας καλύτερης και ασφαλούς ζωής που όλοι ανεξαιρέτως την χωροθετούν στη Γερμανία.

 Το πιθανότερο είναι ότι δεν θα τα καταφέρουν με τα σύνορα κλειστά ακόμα και για τους Σύριους πρόσφυγες. Η πλειονότητα των ανθρώπων της πλατείας προέρχεται από το Αφγανιστάν. Μια χώρα που από το 1839 που άρχισε ο πρώτος Αγγλοαφγανικός πόλεμος -μια πράξη του “Μεγάλου Παιχνιδιού” όπως αποκαλείται η αγγλορωσική διαμάχη για τη δημιουργία αυτοκρατορίας στην Ασία- ελάχιστα διαστήματα ειρήνης έχει γνωρίσει. Αλλά αν κανείς δεν έχει χρόνο ή διάθεση να ανατρέξει στην ιστορία αυτής της πολύπαθης χώρας, αρκεί η διαδικτυακή αναζήτηση με λέξεις κλειδιά “explosion” και “Αfghanistan” που αποφέρει σε ελάχιστα δευτερόλεπτα γύρω στα 15 εκατομμύρια αποτελέσματα. Ωστόσο, οι Αφγανοί, δεν θεωρούνται πρόσφυγες.
 
Το ίδιο και οι Σομαλοί που φτάνουν και εκείνοι στην Ευρώπη από μια ρημαγμένη χώρα. Από μια χώρα που το προσδόκιμο ζωής στο σύνολο του πληθυσμού ήταν σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2015, μόλις τα 52 χρόνια .

 Η Σομαλία παρέμεινε αυτάρκης σε τρόφιμα μέχρι τα τέλη του 1970 παρά τις επαναλαμβανόμενες ξηρασίες. Από τις αρχές του 1980, η εθνική της οικονομία αποσταθεροποιήθηκε και η γεωργία της έχει καταστραφεί. Η διαδικασία της οικονομικής αποδιάρθρωσης άρχισε πριν την έναρξη του εμφυλίου πολέμου το 1991. Το οικονομικό και κοινωνικό χάος που προέκυψε ως αποτέλεσμα της “οικονομικής θεραπείας” του ΔΝΤ, έθεσε τις βάσεις για την έναρξη “εμφύλιου πόλεμου” υπό την αιγίδα των ΗΠΑ. Μια ολόκληρη χώρα με πλούσια ιστορία εμπορίου και οικονομικής ανάπτυξης, μετατράπηκε σε μια“περιοχή”. Κατά πικρή ειρωνεία, αυτή η περιοχή περιλαμβάνει σημαντικό πετρελαϊκό πλούτο. Τέσσερις πετρελαϊκοί κολοσσοί των ΗΠΑ είχαν λάβει ήδη θέση πριν από την έναρξη του εμφυλίου πολέμου το 1991. (1)
 

 Στην πλατεία Βικτωρίας εκατοντάδες πρόσφυγες -η πλειονότητα των οποίων είναι παιδιά και έφηβοι- επιβιώνουν κάτω από αντίξοες συνθήκες. Κάτω από τον ήλιο και τη βροχή. Χωρίς πρόσβαση σε στοιχειώδεις χώρους υγιεινής. Επιβιώνουν αποκλειστικά και μόνο λόγω της βοήθειας που προσφέρουν καθημερινά εκατοντάδες πολίτες που φτάνουν διαρκώς φορτωμένοι τρόφιμα και είδη ρουχισμού. Επιβιώνουν λόγω της βοήθειας του Ερυθρού Σταυρού που μοιράζει σάντουιτς και νερό και των εθελοντών γιατρών που είναι έτοιμοι να ανακουφίσουν τους άρρωστους και τους τραυματισμένους, εξετάζοντάς τους στα παγκάκια της πλατείας.
 
 Η απουσία του κράτους κραυγαλέα και εδώ. Ωστόσο, σήμερα έκανε αναπάντεχα την εμφάνισή του ο Δήμαρχος της Αθήνας, κύριος Γιώργος Καμίνης που με πλήρη άγνοια των δεδομένων, ως άλλη Μαρία Αντουανέτα, με πλήρη έλλειψη στοιχειώδους ανθρωπιάς, δήλωσε ευθαρσώς: "Ο Δήμος Αθηναίων -και το δηλώνω κατηγορηματικά- θα παραχωρήσει κι άλλο χώρο υπό μια προϋπόθεση: να αδειάσει η Πλατεία Βικτορίας...Αυτό το αίσχος στην πλατεία Βικτορίας πρέπει να εκλείψει." Στη συνέχεια μάλιστα πρόσθεσε: "Δε θέλουμε να μοιράζονται τρόφιμα και είδη πρώτης ανάγκης. Δε θέλουμε να γίνει ατύπως (ένας καταυλισμός)" (2)


1.Απόσπασμα από το άρθρο του Καναδού οικονομολόγου και συγγραφέα Michel Chossudovsky
2. Συνέντευξη του δημάρχου σήμερα στον ΣΚΑΙ
(οι φωτογραφίες από την Πλατεία Βικτωρίας, από το μεσημέρι της Δευτέρας 29/2 και από την Τετάρτη 2/3) 

Τρίτη 1 Μαρτίου 2016

Πόντο- πόντο



  Ξυπνάνε νωρίς κι οι δυο. Η Αννίτα, τη βοηθάει να σηκωθεί από το κρεβάτι, την πλένει, την ντύνει και της χτενίζει τα μαλλιά. Άσπρα, πυκνά ακόμα, γίνονται ένας ωραίος κότσος στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Ύστερα, τρώνε μαζί το πρωινό και λένε τα όνειρα της βραδιάς που πέρασε. Μετά η Αννίτα πιάνεται με τις δουλειές του σπιτιού και το μαγείρεμα, ενώ η κυρία Σοφία κάθεται στην πολυθρόνα της, δίπλα στο παράθυρο και βλέπει στην αυλή το άγγιγμα της πρώιμης άνοιξης. Νωρίς το μεσημέρι, μετά το φαγητό, η Αννίτα βάζει τη γερόντισσα να ξαπλώσει και πάει για λίγες ώρες στο σπίτι της. Όχι για ξεκούραση, μα για να φροντίσει και την οικογένειά της. Το απόγευμα επιστρέφει, πίνουν μαζί καϊμακλίδικο καφέ, γυρίζουν τα φλιτζάνια, η κυρία Σοφία βάζει τα γυαλιά της και διαβάζει με επιτυχία τα σημάδια του ξεραμένου καφέ.

  Το βράδυ κάθονται δίπλα- δίπλα στον καναπέ, απέναντι από την τηλεόραση με ένα δίσκο η κάθε μια στα πόδια της για τις ειδήσεις. Καιρό τώρα δεν κατεβαίνει μπουκιά από το βραδινό τους. Κοιτάζουν και βουρκώνουν. Κάποια βράδια, δεν αντέχουν τις εικόνες των κατατρεγμένων και κλαίνε βουβά χωρίς να κοιτάζει η μια την άλλη. Κρυφά σκουπίζουν τα μάτια τους. Κρυφά χώνουν τα μαντήλια τους στην τσέπη της η μια, στο μανίκι της η άλλη. Μετά, ό,τι και να έχει το πρόγραμμα της τηλεόρασης, το βάρος δε φεύγει, το βάρος εκεί· μένει και τις πλακώνει. Βλέπουν άσχετα κι αναστενάζουν. Πέφτουν για ύπνο με τις εικόνες των ειδήσεων στο μυαλό τους κι όταν βαρύνουν πια τα βλέφαρα και κλείσουν, οι εικόνες του σήμερα, μπερδεύονται, ανακατεύονται παράξενα κι αλλάζουν χρόνο και τόπο.

  'Ετσι το πρωί, την ώρα που λένε η μια στην άλλη τα όνειρα, η κυρία Σοφία μιλάει για τη μάνα της που ξέφυγε το '22 από τη φωτιά και το μαχαίρι της Μικρασίας. Μισό αιώνα τώρα πεθαμένη κι επιστρέφει τελευταία κάθε βράδυ για να πει στη κόρη της, ξανά και ξανά, όλες αυτές τις ιστορίες που της έλεγε όταν ήταν μικρή. Για το φόβο, για τον ξεριζωμό, για την απελπισία, για το ταξίδι στο άγνωστο. Όχι έτσι γενικά κι αόριστα, μα κάθε φορά, επικεντρώνεται σε μια λεπτομέρεια, σε ένα περιστατικό. Έτσι της λέει για το όνομα της βάρκας που τους πέρασε απέναντι - “Παναγιά Γρηγορούσα”-  για τις ψείρες που αλώνιζαν στο άλουστο κεφάλι της, για τις πληγές στα πόδια από το χωρίς τέλος περπάτημα που με το σάλιο της το ίδιο τις γιατροπόρευε. Για τις βρισιές και τις κατάρες που άκουσε κάπου αντί για καλωσόρισμα και την έκαναν να σκεφτεί ότι το μαχαίρι του Τούρκου πιο πονετικά θα την λάβωνε αν έμενε, αλλά και για μια φέτα ψωμί με πέντε σταγόνες λάδι κι αλάτι που της έδωσε μια άγνωστη γυναίκα λίγο πριν σωριαστεί από πείνα. “Αχ Μάνα μου...” καταλήγει η γερόντισσα και σκουπίζει σχολαστικά με το χέρι της τα ψίχουλα του πρωινού· όλα σε μια γωνιά δίπλα στο πιάτο της.

  Ύστερα βουβαίνεται η κυρία Σοφία και παίρνει σειρά η Αννίτα και λέει ότι το βράδυ στον ύπνο της πέρασε για άλλη μια φορά τα σύνορα, ακριβώς όπως το '92, γκαστρωμένη στο μήνα της. Είδε να βουλιάζει και πάλι βαριά στο χιόνι, νύχτα χωρίς φεγγάρι, να παγώνει από τον τρόμο περισσότερο κι από το κρύο με τα τρομερά μάτια μας αλεπούς μέσα σε έναν χιονισμένο θάμνο που αντίκρισε ξαφνικά. Να γλιστράει από τη λαχτάρα, να μην την προλαβαίνει ο άντρας της, να κατρακυλάει σε απότομη πλαγιά ώρα πολύ, να σταματάει πάνω σε δέντρο. “Έτσι κυρά Σοφία έπεσα στο δέντρο, έτσι, με το πλάι. Με τον ώμο χτύπησα, όχι με την κοιλιά”. Κι αμέσως να τη σκεπάζει ολόκληρη χιόνι τιναγμένο από τα κλαδιά, να την ξεθάβει ο άντρας της και να μη βρίσκει ούτε στο όνειρο, το ένα της παπούτσι. Να συνεχίζει μονοσάνδαλη μέχρι το ξημέρωμα. Στο πρώτο χωριό να συναντάνε μια γυναίκα, να τους αγριοκοιτά, να χάνεται βιαστικά σε ένα σπίτι, να τρέμουν σαν τα αγρίμια στην ιδέα ότι θα βγει αμέσως από κει μέσα άντρας με δίκαννο και να τρέχουν να σωθούν. Κι ύστερα από λίγο, η γυναίκα να ξαναβγαίνει μόνη της και να τρέχει να τους προλάβει φωνάζοντας “Παπούτσια, παπούτσια” -η πρώτη ελληνική λέξη που άκουσε η Αννίτα- να τους φτάνει, και να της δίνει εκτός από τα παπούτσια κι ένα ζευγάρι κάλτσες. Στεγνές και ζεστές.




  ''Να μην μπορούμε να βοηθήσουμε κι εμείς αυτούς τους ανθρώπους”, έλεγε η Αννίτα κάθε πρωί όταν τέλειωνε το ξετύλιγμα των ονείρων της προηγούμενης νύχτας, την ώρα που μάζευε πιάτα και φλιτζάνια του πρωινού κι κυρία Σοφία κουνούσε το κεφάλι της. Κουνούσε το κεφάλι κι αναστέναζε, μέχρι τις προάλλες που κάτι σκέφτηκε κι αντί να αναστενάξει, χαμογέλασε και της ζήτησε να φέρει αμέσως τη σκάλα από την αυλή και να ανέβει στο πατάρι. “Να ανοίξεις το μεγάλο μπαούλο” της φώναξε από κάτω. “Έχω εκεί μέσα φυλαγμένη μια μεγάλη σακούλα. Τη βρήκες;”. Τη βρήκε η Αννίτα, βαριά κι ασήκωτη και την κατέβασε. Εκείνη τη μέρα, το μεσημέρι, βολεύτηκαν μόνο με δυο αυγά μάτια και λίγη σαλάτα, στην άκρη του τραπεζιού. Στο υπόλοιπο μέρος, ένα βουνό από μαλλιά. Μεγάλα και μικρά κουβάρια. Άλλα πάλι σε κούκλες, άθικτα. Από όλα τα χρώματα. Λεπτά και χοντρά. Μαλλιά που αγοράστηκαν αλλά δεν πλέχτηκαν ποτέ κι άλλα που περίσσεψαν από πουλόβερ, κουβέρτες, ζακέτες και σάλια που πλέχτηκαν πριν από χρόνια. 

  Από εκείνη τη μέρα, η ενενηντάχρονη κυρία Σοφία, κόρη προσφύγων από τη Μικρασία με τις μνήμες ζωντανές από τις διηγήσεις της μάνας της και η σαραπεντάχρονη Αννίτα, μετανάστρια από την Αλβανία που ακόμα πονάει ο ώμος από εκείνο το παλιό τράνταγμα πάνω στο χιονισμένο δέντρο, πλέκουν πυρετωδώς σκουφάκια και κασκόλ για τους πρόσφυγες και τους μετανάστες που κρυώνουν στα κλειστά σύνορα. Και ζακετάκια για τα μωρά τους. Όλες οι άλλες δουλειές του σπιτιού, έμειναν πίσω αλλά δεν τις νοιάζει καθόλου. Πιάνουν φωτιά οι βελόνες τους το βράδυ μπροστά στην τηλεόραση. Στις ειδήσεις δε βουρκώνουν πια. Εντοπίζουν στα ρεπορτάζ ασκεπή κεφάλια, γυμνούς λαιμούς, βυζανιάρικα στις αγκαλιές και αμέσως λογαριάζουν το μέγεθος, τα χρώματα που θα τους ταιριάζουν. Και πλέκουν, πλέκουν μέχρι αργά. Και την άλλη μέρα από το πρωί, τα ίδια. Πλέκουν ασταμάτητα και ένα περίεργο: πόντο -πόντο χωρίς να το καταλαβαίνουν μαζί με το νήμα πλέκουν κι ευχές για τους άγνωστους ανθρώπους που θα τα φορέσουν εκεί στα σύνορα μόλις φτάσει το δέμα. Να μην ταλαιπωρηθούν άλλο, να φτάσουν επιτέλους γεροί σε ένα τόπο, να τους καλοδεχτούν, να ριζώσουν, να προκόψουν. Να ζήσουν. 



το ποστ αφιερώνεται σε όλους όσους θέλουν να βοηθήσουν 
τους πρόσφυγες και τους μετανάστες και αναρωτιούνται πώς.

Δευτέρα 10 Αυγούστου 2015

Συγνώμη Γιάννη Μπεχράκη







Έβλεπα χθες για πολλή ώρα την πρόσφατη φωτογραφία του Γιάννη Μπεχράκη που εικονίζει τουρίστες ξαπλωμένους σε παραλία στην Κω ενώ στην ακτή πλησιάζει ένα μικρό φουσκωτό με πρόσφυγες από τη Συρία και την Αφρική. Παρ' όλο που δεν με εξέπληξε η στάση τους, μού φάνηκε αδιανόητη η αδιαφορία τους. Αφόρητη.

Έκλεισα την οθόνη, αλλά συνέχισα να σκέφτομαι αυτή την εικόνα όλη μέρα χθες αλλά και σήμερα. Πριν λίγο, την κατέβασα και την έκοψα στη μέση. Στο ένα τμήμα της, αυτό με τους πρόσφυγες, φαντάζομαι τώρα που το βλέπω, ότι στην ακτή που δε φαίνεται πλέον, υπάρχουν άνθρωποι έτοιμοι να συνδράμουν, όπως ξέρω ότι συμβαίνει καθημερινά σε όλα τα νησιά που προσεγγίζουν οι κατατρεγμένοι. Στο δε άλλο τμήμα της φωτογραφίας, στη θάλασσα που δε φαίνεται, δεν υπάρχει τίποτα που να χαλάει τις διακοπές των τουριστών. Τίποτα που να τους κάνει ανάλγητα να στρέψουν το βλέμμα αλλού.


Μπορεί να είναι κάπως παρήγορο το αποτέλεσμα του crop και η αφελής ομολογουμένως σκέψη ότι αυτές οι δυο ομάδες ανθρώπων δεν συναντήθηκαν ποτέ, ωστόσο πρέπει να ζητήσω συγνώμη από τον Γιάννη Μπεχράκη που έκανα τέτοια επέμβαση στη φωτογραφία του.


Κυριακή 7 Ιουνίου 2015

Εικόνες






Οι φωτο των ηγετών από εδώ και των μεταναστών από εδώ

Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2014

Το στίγμα της Αμυγδαλέζας


μαύρο γάλα της αυγής πίνουμε τα βράδια
μαύρο γάλα πρωί μεσημέρι μαύρο γάλα και τη νύχτα
πίνουμε πίνουμε
σκάβουμε έναν τάφο ψηλά στα σύννεφα εκεί θα έχουμε άνεση*





"Δε μιλάμε για κέντρα φιλοξενίας, αλλά για ρατσιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Φυλακίστηκα γιατί δεν είχα χαρτιά. Μπήκαμε υγιείς και βγήκαμε άλλοι άνθρωποι, με άλλο μυαλό, ψυχικά και σωματικά άρρωστοι. Ξεκινήσαμε την απεργία πείνας για τον θάνατο του αδελφού μας Μοχάμεντ Ασφάκ και για να μας δώσουν χαρτιά, δε γίνεται να περάσουμε όλη τη ζωή μας στη φυλακή. Αν είσαι φτωχός και κάνεις το παραμικρό σε βγάζουν παράνομο. Όμως παράνομο δεν είναι και το να σε φυλακίζουν απλώς επειδή δεν έχεις χαρτιά; (Νιώθεις ανακουφισμένος που αποφυλακίστηκες;) Ναι, όμως το χαρτί της απέλασης μου φέρνει απελπισία. Αν είναι να με διώξουν τότε για ποιό λόγο με κράτησαν 25 μήνες;”

"Ξεκινήσαμε την απεργία πείνας μετά το θάνατο του Μοχάμεντ Ασφάκ. Έπασχε από άσθμα και δεν μπορούσε να αναπνεύσει. Δεν τον πήγαν ποτέ σε νοσοκομείο, γι αυτό πέθανε."

 Mahmood Waheed 26 ετών κρατούμενος για 2 χρόνια και 17 ημέρες

"Είμαι συντετριμμένος, δεν μπορώ να εκφράσω με λόγια τη θλίψη μου. Δεν ξέρω γιατί δεν του έδωσαν φάρμακα και γιατί δεν έφεραν κάποιον γιατρό. Με τον Ασφάκ ήμασταν φίλοι και συγκρατούμενοι στην Κόρινθο. Εκεί χτυπήθηκε άσχημα, τον πήγαν στο νοσοκομείο και μετά του έδιναν ένα φάρμακο που τον κρατούσε κοιμισμένο από 24 ως 30 ώρες. Πιστεύω ότι αυτό το φάρμακο δεν ήταν από το νοσοκομείο. Χρειάζεται κάποια έρευνα για το τί του έδιναν για να μη βήχει και διαμαρτύρεται.”

"Πεθανε ο Ασφάκ και μετά πέθανε και ένας Μπαγκλαντεσιανός. Είμαστε άνθρωποι και δε γίνεται να πεθαίνουν οι διπλανοί μας στα χέρια μας. Ξεκινήσαμε την απεργία μήπως και μας ακούσει κάποιος. Αν ζητήσει κάποιος για δεύτερη ή τρίτη φορά φάρμακα ή γιατρό, η απάντηση είναι κλωτσιές και βρισιές, όπως: Μαλάκα φύγε πίσω!”

"Η συμπεριφορά της αστυνομίας και των φυλάκων ήταν καθαρά ρατσιστική, μας έβριζαν και μας χτυπούσαν. Ναι μας χτυπούσαν αρκετές φορές”


Farruk Hassim, 28 ετών. Κρατούμενος για 2 χρόνια και 7 ημέρες

"Οι συνθήκες στην Αμυγδαλέζα είναι πολύ άσχημες αλλά το πιο άσχημο είναι η συμπεριφορά των αστυνομικών, το παίζουν μάγκες βρίζουν και χτυπάνε. Αρκετές φορές δε μας αφήνουν ούτε να βγούμε από τα κοντέινερ στα οποία μένουμε. Κι αν βγούμε πάλι μας βρίζουν και μας χτυπάνε. Στα κοντέινερ πολλοί λίγοι έχουν ρεύμα και νερό. Το καλοκαίρι στα σιδερένια κοντέινερ έχουμε 50 βαθμούς. Οι τουαλέτες είναι σπασμένες και η αποχέτευση πλημμυρίζει τα δωμάτια που κοιμόμαστε με αποτέλεσμα να ζούμε με ποντίκια και κατσαρίδες.”

"Τα ποντίκια είναι πάρα πολλά. Τόσο μεγάλα. Οι συνθήκες είναι πολύ άσχημες. Όποιος δεν έχει χρήματα δεν μπορεί να επικοινωνήσει με την οικογένειά του και μπορεί να περάσουν μήνες για να μάθει κάποιος που βρισκόμαστε. Δεν επιτρέπονται τα κινητά. Όπως είπε και ο σύντροφος μας Σατζατ Ουσμάν, δεν είναι ανθρώπινες οι συνθήκες που ζήσαμε. Μπορώ να πω πάρα πολλά αλλά είναι και πολλά για τα οποία ντρέπομαι. Όσοι είμαστε εμείς που ζούμε εκεί τα ποντίκια και οι κατσαρίδες είναι διπλάσια. Δεν έχουμε ρεύμα τρεχούμενο νερό και τα νερά της αποχέτευσης πλημμυρίζουν τα δωμάτιά μας.”

Mahmad Tenveer, 26 ετών κρατούμενος για 2 χρόνια και 17 ημέρες.

"Νιώθω καλά που τώρα είμαι έξω, το χαρτί της απέλασης όμως με στεναχωρεί. Με είχαν φυλακίσει για 25 μήνες και τώρα με στέλνουν πίσω εκεί που δεν μπορώ να πάω. Είναι ακόμα πολλά άτομα που έχουν περάσει 25, 26, 27 μήνες κλεισμένοι στην Αμυγδαλέζα και είναι ακόμα εκεί. Είμαι σε κατάσταση σοκ. Δεν μας άκουε κανείς εκεί μέσα. Πώς είναι δυνατόν κάποιος άρρωστος να μένει χωρίς φάρμακα και γιατρό;”

"Χθες βράδυ όταν μας άφησαν ήμασταν πολύ χαρούμενοι και όταν σήμερα το πρωί πήγαμε στην Πέτρου Ράλλη στη διεύθυνση αλλοδαπών , μας είπαν πως πρέπει να εγκαταλείψουμε τη χώρα σε 30 μέρες και να παρουσιαστούμε 2 φορές σε Α.Τ. Με εντολή απέλασης και χωρίς χαρτιά νιώθω σαν ζωντανός νεκρός που πρέπει να γυρίσω πίσω. Η εντολή απέλασης είναι μια πολύ σκληρή και ρατσιστική απόφαση. Αυτό που θέλουμε είναι νόμιμα χαρτιά και να κλείσουν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης.”

"Εμείς ζητήσαμε πολιτικό άσυλο και αυτοί μας έκλεισαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης για 25 μήνες και τώρα μας απελαύνουν. Γιατί μας κράτησαν τόσο πολύ; Αν ήθελαν να μας διώξουν τότε γιατί μας κρατούσαν κλεισμένους;”


Οι μαρτυρίες των ανθρώπων που απελευθερώθηκαν από το στρατόπεδο συγκέντρωσης της Αμυγδαλέζας, από το βίντεο που επιμελήθηκε ο Τάσος Μόρφης για την Popaganda. Οι φωτογραφίες του Άγγελου Χριστοφιλόπουλου. Περισσότερες εικόνες στο λινκ. 

*Paul Celan, Η Φούγκα του Θανάτου, μετάφραση GeorgeLe Nonce


Τρίτη 14 Οκτωβρίου 2014

Γέφυρες

Ξέρω έναν άνθρωπο που έχει χτίσει μια γέφυρα.

Ο Φλοριάν οδηγούσε καπνίζοντας αμίλητος και ξαφνικά και μού είπε: “Τη βλέπεις αυτή τη γέφυρα εκεί πέρα;” Γύρισα και κοίταξα. Πέρα μακριά, στον κάμπο που διέσχιζε η Εγνατία, μια γέφυρα. “Αυτή! Εγώ την έχτισα”. Έπειτα για αρκετή ώρα, κι ενώ η γέφυρα είχε πια χαθεί, μού μίλησε αναλυτικά για την κατασκευή της. Τις χαράξεις, τις εκχωματώσεις, τα καλουπώματα, τους θηριώδεις πυλώνες, τα σίδερα και τα μπετά που έπεσαν, τα συνεργεία που δούλεψαν για να κατασκευαστεί. Τους μηχανικούς και τους εργολάβους. Λίγα συγκράτησα από αυτά που ανέφερε λεπτομερώς, μα μού έμεινε ο τρόπος που τα είπε. Η έξαρση, στη φωνή και στο βλέμμα του, ειδικά τη στιγμή που έλεγε: “Έγώ την έχτισα”.


Γνώρισα έναν άνθρωπο που συντηρεί μια γέφυρα.

Φίλος φίλων ο Κώστας, πέρασε τυχαία από το καφέ που ήμασταν στην Broadway. Όταν η κουβέντα έφτασε στις δουλειές, μού έδειξε μια εκπληκτική φωτογραφία -σαν να την είχε τραβήξει πουλί- στο κινητό του: καλώδια σε ιλιγγιώδη προοπτική, κάτω διπλής κατεύθυνσης δρόμος, πιο κάτω ο ποταμός East και στο βάθος, ο πύργος της γέφυρα του Brooklyn με φόντο το Manhattan. Εγώ τη συντηρώ” είπε ο Κώστας κι συνέχισε με κατασκευή της,  την λαμπρή τελετή των εγκαινίων της το Μάη του 1883 -σαν να ήταν σε όλα παρών. Και βέβαια για τις εργασίες συντήρησης και για την μοναδική θέα από εκεί ψηλά,  από τους νεογοτθικούς πύργους με τα οξυκόρυφα τόξα. Λίγα συγκράτησα από αυτά τα ανέφερε, μα μού έμεινε ο τρόπος που τα είπε. Η έξαρση, στη φωνή και στο βλέμμα, ειδικά τη στιγμή που έλεγε: “Εγώ την συντηρώ”.

Ξέρω δυο ανθρώπους, μετανάστες κι οι δυο. Ο ένας έχτισε κι ο άλλος συντηρεί μια γέφυρα. 

Πέμπτη 31 Ιουλίου 2014

An unprecedented racist scandal*









bdnews24.com  Μπαγκλαντές



The Daily Star, Μπαγκλαντές

topix Ολλανδία 

Azınlıkça Τουρκία


rtbf.be info Βέλγιο


L` essentiel Λουξεμβούργο


Ο τίτλος του ποστ από εδώ

#bloodstrawberries (18.4.2013)

Τρίτη 8 Ιουλίου 2014

Η Ραφαέλα δεν μένει πια εδώ

Το σπίτι άδειο. Τρία παντζούρια κλειστά τα άλλα ανοιχτά. Μερικά τζάμια σπασμένα – τα παιδιά πετροβολούν ανελέητα τα παλιά σπίτια- κι εκεί στα κοφτερά τους χτυπάνε οι κουρτίνες που απέμειναν και σκίζονται. Τα ξέφτια τους ανεμίζουν τις νύχτες με φεγγάρι σχεδόν απόκοσμα.

Στη βεράντα η τέντα σκισμένη από τους αέρηδες- δεν θυμάμαι παλιά να φυσάει στα μέρη μας, όλα αλλάζουν τελικά- δυο ξεχαρβαλωμένες καρέκλες και ένα κουτσό τραπέζι. Στην αυλή οι γλάστρες με ξερά φυτά και το περιβόλι ζούγκλα. Τσουκνίδες αγριόχορτα και βατσινιές θεριεύουν και κάτω, στο χώμα, μπορεί να σέρνονται τα φίδια που ήρθε ο καιρός τους και ξύπνησαν.
 

Σε μια γωνιά της αυλής, μούσκεμα από την τελευταία μπόρα η κούκλα της. Μόλις που διακρίνεται ανάμεσα σε σκουριασμένους τενεκέδες. Τη βάζω να ξαπλώσει εκεί όπου όταν βγει ο ήλιος θα τη στεγνώσει.

Σκαλίζω, φυτεύω, κλαδεύω ποτίζω χωρίς τη σκιά μου. Η Ραφαέλα δεν είναι πια εδώ να με ακολουθεί σε κάθε βήμα. Να με βομβαρδίζει με απανωτές ερωτήσεις: “πώς το λένε αυτό το λουλουδάκι;”, “αν όλες είναι τριανταφυλλιές, πώς τις ξεχωρίζουμε;” “γιατί βρέχει;” “τί είναι μελίγκρα;” 


Η Ραφαέλα επαναπατρίστηκε. Για την ακρίβεια ξεριζώθηκε για δεύτερη φορά. Έφυγαν λίγο πριν αρχίσει η σχολική χρονιά που μόλις τέλειωσε, για την πατρίδα τους. Εκείνη που είχε πατρίδα  το δρόμο έξω από το σπίτι της. Τώρα σε ένα άλλο δρόμο, σε κάποιο χωριό της Αλβανίας, η Ραφαέλα ξένη, χωρίς την κούκλα της, θα είναι πάλι σιωπηλή όπως τότε που δεν ήξερε λέξη ελληνικά.

Γαρίφαλο, δες πώς μυρίζει”, “Από τα χώματα τις ξεχωρίζουμε”, “Διψάει το χώμα, για αυτό βρέχει”, "Αυτά τα πράσινα ζουζούνια" . Μουρμουρίζω τραγουδιστά τις απαντήσεις στις παλιές ερωτήσεις της Ραφαέλας και νομίζω ότι εκεί που είναι να τις ακούει.

МореСокол Пие Вода на Вардаро, "το γεράκι πίνει νερό στον Βαρδάρη", λέει ένα σκοπιανό τραγούδι, που έπαιξαν στα μέρη μας πλανόδιοι μουσικοί σε κάποιο γλέντι πριν από καιρό. Τα τραγούδια και τα πουλιά βλέπεις, περνούν τα σύνορα χωρίς διατυπώσεις.


Ραφαέλα Μερέντα (2011) και Ραφαέλα, 6 (2012)

To ποστ στο gather8

Παρασκευή 13 Ιουνίου 2014

Άμμος Χαλάσσης


Τον ψάχνω καιρό τώρα.

Τον είχαν στείλει για ρύζι· δεκαπέντε κιλά. Τόσο αγόραζαν πάντα και δεν τους έφτανε ούτε για μια βδομάδα. Όταν έπεσε η πρώτη βόμβα δεν είχε προλάβει να φτάσει στην αγορά. Ο ήχος των αεροπλάνων του Σαντάμ, λάμψεις, εκρήξεις, σκόνη, κραυγές. Τρόμου και πόνου. Να μην ξεχωρίζεις ποιες ήταν πιο σπαραχτικές. Από το σημείο που βρισκόταν εκείνη τη στιγμή μέχρι το σπίτι -ούτε δέκα λεπτά απόσταση- έκανε να φτάσει πάνω από ώρα. Αυτή τη φορά το σπίτι τους ανέγγιχτο δίπλα σε άλλα που ήταν ερείπια. Έψαξε κάθε γωνιά και δεν βρήκε κανένα. Ετοιμαζόταν να φύγει για τις σπηλιές -εκεί που έβρισκαν καταφύγιο κάθε φορά που δεχόταν αεροπορική επιδρομή- όταν άκουσε κλάμα. Στα ερείπια του διπλανού σπιτιού βρήκε χτυπημένη στο πόδι μια συνομήλική του, μόλις δεκαέξι, έγκυος στο μήνα της. Την φορτώθηκε. Πλάτη με πλάτη, όσο μπορούσε πιο προσεκτικά. Πήρε να ανηφορίζει για τις σπηλιές. Μετά από λίγο κι άλλη επιδρομή. Ριπές, σκόνη. Καλύφτηκε κι όταν πέρασαν τα αεροπλάνα συνέχισε. Ένιωθε μούσκεμα. “Ιδρώτας”, σκέφτηκε. Προχωρούσε αγκομαχώντας από το βάρος που βήμα το βήμα γινόταν μεγαλύτερο. Προχωρούσε ως τη στιγμή που είδε αίμα να στάζει από το σώμα του. Όχι σταγόνες. Ποτάμι. Σταμάτησε, τη ρώτησε αν είναι καλά, εκείνη δεν απάντησε, γονάτισε και την ακούμπησε χάμω ανάσκελα. Μέσα από την ανοιχτή κοιλιά της είδε το παιδί να σαλεύει μια στιγμή μέσα στα αίματα, μέχρι που έσβησε κι αυτό.

Τηλεφώνησα πολλές φορές μα δεν απαντά.

Ένα χρόνο μετά, πήρε απόφαση να φύγει από το Ιράκ. Πρώτα Ιράν για μερικά χρόνια, μετά Τουρκία και τέλος εδώ. Παράνομα. Πέρασε κολυμπώντας σα σκυλί τον Έβρο με τα χαρτιά σφιχτά στα δόντια μέσα σε νάιλον σακούλα κι έφτασε μέχρι την Αθήνα· με τα πόδια. Περπατούσε μόνο βράδυ παράλληλα με την Εθνική οδό. Τις μέρες κρύβονταν. Στην Αθήνα τον συνέτρεξαν άλλοι Κούρδοι. Βολεύτηκε. Βρήκε δουλειά σε εργολάβο, αξημέρωτα πήγαινε, νύχτα γύριζε σπίτι. Όλη μέρα στις οικοδομές κι ύστερα στη βιοτεχνία κουφωμάτων που είχε το αφεντικό. Έξι μέρες τη βδομάδα και μερικές φορές επτά. Ανάλογα με τη φούρια. Κι εκείνα τα χρόνια είχε μεγάλη φούρια. Σαράντα ευρώ τη μέρα. Κι ο εργολάβος του χρωστούσε ένα χιλιάρικο δουλεμένα μεροκάματα. Άλλα τόσα τού είχε φάει ένας δικηγόρος. Ο επόμενος δικηγόρος, απλώς “έχασε” όλα τα χαρτιά του. Το πήρε απόφαση ότι θα είναι παράνομος. Έτσι για χρόνια ήταν δουλειά -σπίτι, σπίτι -δουλειά. Ούτε μια φορά έξω για καφέ. Για μια βόλτα. Από φόβο.

Πέρασα από το σπίτι του. Κατάκλειστο.

Φάτσα φαγιούμ. Σκοτεινή κι αγέλαστη. Μεγάλα μάτια ολοστρόγγυλα. Μαύρα. Μέτριο ανάστημα, σωματική διάπλαση που καθόλου δε μαρτυρούσε την απίστευτη αντοχή του. Ούτε τη δύναμη. Τον βρήκα άνοιξη του 2005. Κοντά τρεις μήνες γκρεμίζαμε και χτίζαμε παρέα. Κουβάλησε ατέλειωτα μπάζα, έριξε τσιμέντο, έριξα μέσα στο χαρμάνι κάτι ψιλά για να στεριώσει, έχτισε καινούριους τοίχους, τους σοβάτισε, κάψαμε πορτοπαράθυρα, τα τρίψαμε μέχρι που φάνηκε το ξύλο, τα στόκαρα -στις λεπτοδουλειές δεν έπιανε το χέρι του- τα έβαψα. Στα διαλείμματα για φαγητό και καφέ τα λέγαμε. Με λόγια, αλλά κυρίως με νοήματα. Στην αρχή τουλάχιστον. Γιατί μετά, άρχισε κουτσά στραβά να μαθαίνει ελληνικά. Μόνο το “θ” δεν μπορούσε να προφέρει. Όσο και να προσπαθούσε, “Χ” του έβγαινε. Έτσι, έλεγα κι εγώ όπως εκείνος: “Άμμος χαλάσσης”. Για να συννενοούμαστε. Μάθαινε αυτός ελληνικά κι εγώ, μέρα με τη μέρα, μάθαινα κάτι καινούριο για εκείνον και την οικογένειά του που είχε μείνει πίσω, σε μια μικρή πόλη του Ιράκ κοντά στα σύνορα με την Τουρκία. Για το σπίτι τους που μεγάλωνε καθώς μεγάλωνε η οικογένεια και το ξανάχτιζαν κάθε φορά που τους βομβάρδιζε ο Σαντάμ. Για τον πατέρα του, τις τρεις “μαμάδες” που γεννοβόλησαν 16 παιδιά και κανένα από αυτά δεν τις ξεχώριζε. Κυρίως όμως μιλούσε για τη δίδυμη αδελφή του που τού έλειπε πιό πολύ απ` όλους. Όταν τελειώσαμε κι έπιασε δουλειά με το μάστορα που μού είχε περάσει τα πλακάκια στο δάπεδο και στο μπάνιο, λυπήθηκα. “Θα έρχομαι να σε βλέπω. Εδώ, εσένα έχω αδελφό”, μού είπε την τελευταία μέρα. Και κράτησε το λόγο του. Ερχόταν πότε πότε, τηλεφωνούσε συχνά για να μού πει τα νέα του και να μάθει τα δικά μου. Τηλεφωνούσε πάντα στις μεγάλες γιορτές, Χριστούγεννα, Πάσχα, για να μού ευχηθεί “Χρόνια Πολλά”. Εγώ πάλι είχα το νου μου να μη ξεχάσω να τον πάρω στο ραμαζάνι. Την επόμενη χρονιά, άμα άκουσε ότι απολύθηκα, την ίδια κιόλας μέρα ήρθε με τα ρούχα της δουλειάς και μού έφερε λεφτά. Αρνήθηκα, αλλά επέμενε να τα κρατήσω μέχρι να ξαναβρώ δουλειά. Με έσωσε τότε ο Κούρδος αδελφός μου.

Ξαναπέρασα από το σπίτι του. Τα ίδια.

Καλοκαίρι του 2007, με πέτυχε στη “χάλασσα” και ρωτούσε επίμονα να μάθει πότε θα γύριζα. Μόλις είχε γνωρίσει “ένα κορίτσι από το Βουλγαρία” και ήθελε οπωσδήποτε να τη δω. “Άμα σ` αρέσει εσένα, καλή θα είναι” τού είπα στο τηλέφωνο, μα εκείνος επέμενε: Τέσσερα μάτια, βλέπουν καλύτερα από δυο”. Ταίριαζαν. Λιγομίλητος και μαζεμένος αυτός, τσαούσα εκείνη. Τους άκουσα να λένε γλυκόλογα ο ένας στον άλλον, στα ελληνικά -την κοινή τους γλώσσα- κι έδωσα την έγκριση που επιζητούσε. Πρώτη φορά στο σπίτι του πήγα τη μέρα του γάμου. Μού είπε να πάω σε ένα κεντρικό σημείο στο Περιστέρι. Ήρθε να με πάρει ντυμένος με την παραδοσιακή στολή της περιοχής του. Ζήτησε και τού την έστειλαν. Χοντρή μαύρη τσόχα μέσα στη ζέστη τέλη εκείνου του Αυγούστου που καιγόταν η Ελλάδα από ασύμμετρη απειλή. Σε μια γκαρσονιέρα νοικοκυρεμένη, καμιά τριανταριά οι καλεσμένοι. Φίλοι του Κούρδοι οι περισσότεροι και μερικές Βουλγάρες, φίλες της νύφης που φορούσε ένα απλό άσπρο φόρεμα. Στο λαιμό της γυάλιζε ένα μεγάλο χρυσό μενταγιόν με την Ακρόπολη. Ο ιμάμης από τα Μεσόγεια, άργησε λίγο να φτάσει. Έγινε η τελετή κι ύστερα φάγαμε όλοι μαζί παϊδάκια κοτόπουλο από κοντινό ψητοπωλείο. Χωρίς στάλα αλκοόλ. Όταν όμως στη συνέχεια ερχόταν σπίτι μου οι νιόπαντροι εκείνος πότε πότε έπινε καμιά μπύρα. Τον πείραζα ότι δεν είναι καλός μουσουλμάνος κι έλεγε για να δικαιολογηθεί: “Δεν έχει πολύ αλκοόλ”. Παρά τις προσπάθειες της τσαούσας -και προσπάθησε πολύ- και παρά τον γάμο με πολίτη της ευρωπαϊκής ένωσης εκείνος δεν κατάφερε να αποκτήσει  νόμιμα χαρτιά. Συνέχισε να αποφεύγει τις άσκοπες εξόδους. Δουλειά σπίτι. Σπίτι δουλειά κι οι δυό τους. Και πολύ σπάνια, στα ρεπό τους για καφέ. Όταν άρχισαν να γίνονται συχνές οι επιθέσεις σε αλλοδαπούς τηλεφωνούσα πιο τακτικά για να του πω να προσέχει τα θρασίμια- χρασίμια τα είπα κι ας μην κατάλαβε- με τις μαύρες μπλούζες. Τελευταία φορά μιλήσαμε τη μέρα που ανακοινώθηκε κι εξαπολύθηκε το όνειδος του Ξένιου Δία.


Τους ψάχνω δυο χρόνια τώρα. 


H εικόνα από εδώ.


Το σημερινό κείμενο είναι συμμετοχή σε δι-ιστολογικό αφιέρωμα με θέμα «Σύνορα- πρόσφυγες – αλληλεγγύη», με την ευκαιρία του 4ου Αντιρατσιστικού Φεστιβάλ Χίου, το οποίο οργανώνεται από τη «Λάθρα;» – Επιτροπή Αλληλεγγύης στους Πρόσφυγες Χίου.




Συμμετέχουν ακόμα:

 6ο Σύνταγμα Πεζικού, Βιβλιοθηκάριος