Κυριακή, 1 Φεβρουαρίου 2015

Στον σταθμό


Τρεις ώρες και βάλε, νωρίς το πρωί του Σαββάτου (24/1) στο πρακτορείο στον Κηφισό. Στα μπλε βρώμικα καθίσματα, κάτω από αλλεπάλληλα αναρτημένες αφίσες του Ποταμιού, περίμενα χαζεύοντας. Ετεροδημότες βιαστικοί στο δρόμο για τη χειμωνιάτικη κάλπη. Του Ναζιανζινού, την ανεπανάληπτη κάλπη. Έρχονταν με ταξί, με γιωταχι, με το λεωφορείο. Με μηχανές και παπάκια. Φορτωμένοι βαλίτσες, σάκους, ακόμα και μεγάλες νάιλον σακούλες παραγεμισμένες. Μετά από λίγο, επιβιβάζονταν κι έπειτα τα λεωφορεία αναχωρούσαν. Ο σταθμός άδειαζε, ησύχαζε, για να ξαναγεμίσει μετά από ώρα.


Μόνο οι υπάλληλοι των πρακτορείων σταθεροί, εκεί, και μερικοί αχθοφόροι. Έναν από αυτούς πρόσεξα αμέσως καθώς στις συνεχείς διαδρομές του από την πιάτσα των ταξί μέχρι τα σταθμευμένα λεωφορεία και πίσω, πάλι και πάλι, τον ακολουθούσε ένας κόπρος. Ένας μαύρος χαρούμενος αλήτης. Αχώριστοι οι δυο τους, πήγαιναν δίπλα -δίπλα όλη την ώρα. Κι ο πελάτης κάθε φορά ακολουθούσε.


Σε ένα άδειασμα του σταθμού, ο αχθοφόρος άραξε πάνω στο καρότσι του κι άναψε τσιγάρο. Πήρε ρεπό κι ο κόπρος και άραξε κι αυτός δίπλα στο φίλο και συνέταιρό του. Κόντρα ο δυνατός ήλιος εκείνης της μέρας, τους μετέτρεψε σε φιγούρες με ένα λαμπρό περίγραμμα. Κάθε τζούρα του τσιγάρου βαθιά και λαίμαργη, έφτανε μέχρι τις πατούσες του κι από κει με φόρα έβγαινε πηχτή από στόμα και  μύτη. Τότε μια πυκνή αχλύ εξαφάνιζε για λίγο το πρόσωπο του θεριακλή αχθοφόρου κι ύστερα άπλωνε σε μικρό σύννεφο για να διαλυθεί κάπου στην πινακίδα του ΚΤΕΛ Ζακύνθου.


Ασάλευτοι και οι δυο τους, απολάμβαναν το διάλειμμα και μόνο ο τετράποδος συνέταιρος, γύριζε πότε πότε προς την είσοδο του σταθμού, σαν να ήθελε να ελέγξει αν είχαν καταφτάσει νέοι πελάτες. Ο αχθοφόρος έστρεψε το κεφάλι του μόνο όταν έτυχε να περάσει μια κοπέλα με τη βαλίτσα της. 


Τί έγινε στη συνέχεια, δεν μπορώ να πω. Έπρεπε να επιβιβαστώ κι εγώ σε ένα λεωφορείο με προορισμό μια άλλη πόλη κι από εκεί, να πάρω ένα ακόμα λεωφορείο για μια ακόμα πόλη, από όπου θα έπαιρνα το τελικό λεωφορείο για να καταλήξω στη μικρή μας πόλη, λίγες μόλις ώρες πριν ανοίξουν οι κάλπες της περασμένης Κυριακής.  Όλη αυτή η περιοδεία ανά την επικράτεια -χωρίς μάλιστα να είμαι υποψήφιος-  έγινε γιατί είχα χάσει,  για πρώτη φορά στα χρονικά, το πρωινό δρομολόγιο. Και έπρεπε οπωσδήποτε να ψηφίσω. 


4 σχόλια:

Σεβάχ ο Θαλασσινός είπε...

Πολύ όμορφα τοποθετημένες σκέψεις. Ενιωσα πως ειμαι κ γω εκει, καθισμενος σ'ένα απ'τα βρωμικα καρεκλακι των κτελ...

Καλό συνέχεια, φιλε.

Τσαλαπετεινός είπε...

Σεβάχ ο Θαλασσινός: Να σαι καλά Σεβάχ!

δύτης των νιπτήρων είπε...

Ε! περίμενες κι εσύ τρεις ώρες στα ΚΤΕΛ. Εγώ τι να πω που κοιμήθηκα δυο βράδια στη σειρά σε σλίπινγκ-μπαγκ στο καράβι; :)

Τσαλαπετεινός είπε...

δύτης των νιπτήρων: Άλλη η χάρη του καραβιού Δύτη, άλλη και το ξέρεις. ;-)


υ.γ. 3 ώρες ήταν η αναμονή στον Κηφισό. Κουβέντα δεν έκανα για τις αναμονές στους άλλους σταθμούς