Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2016

Αλκμήνη



  “Ήρθαν τα αυτοκόλλητά μου;”

  Το θρόισμα είχε σταματήσει. Άλλωστε, έτσι όπως ήμουν στο βάθος, δίπλα στο φωτοτυπικό που δούλευε και το κοίταζα υπνωτισμένος να βγάζει τυπωμένες σελίδες τη μια μετά την άλλη, αρχικά μόνο την ερώτηση άκουσα· κι όχι την πρώτη, μα τη δεύτερη φορά, καθώς την επανέλαβε. Πιο δυνατά από την πρώτη και πιο ναζιάρικα.

  Γύρισα και την είδα. Περασμένα εβδομήντα. Μαύρη μακριά φούστα φουρό. Από τούλι. Μπλούζα αστραφτερή, χρυσοπράσινη με τιράντες. Ένας τεράστιος μπλε φιόγκος αστραφτερός κι αυτός έδενε τα κόκκινα μαλλιά της στη κορυφή του κεφαλιού. Σταπατσαρισμένες γόβες που διατηρούσαν σαφή ίχνη μιας παλιάς λάμψης. Τσάντα με όλα τα χρώματα πάνω της, τα περισσότερα γυαλιστερά. Τα ίδια χρώματα, κάτω και πάνω στα βλέφαρά της. Η μόνη παραφωνία στο σύνολο, ήταν το απλό άσπρο ανδρικό πουκάμισο που φορούσε.

 Το “σαλεμένη” που πέρασε αμέσως από το μυαλό μου, το απόδιωξα. Μακριά από μας οι εύκολες ταμπέλες. Ή μάλλον οι ταμπέλες γενικότερα. Έψαξα άλλα: Ηρωίδα του Τέννεσι Ουίλιαμς, Λιμπελούλα που έγινε άνθρωπος, εκκεντρική σχεδιάστρια μόδας, γερασμένη νεράιδα. Το σκέφτηκα λίγο και διαπίστωσα ότι δυο στις τέσσερις εκδοχές, είχαν φτερά. Ή θα έπρεπε να έχουν.

  “Ήρθαν κυρία Αλκμήνη” της είπε η κοπέλα στο ταμείο του χαρτοβιβιλοπωλείου της γειτονιάς “Ελάτε, εδώ τα έχω”. Προχώρησε προς το μέρος της κοπέλας λικνιζόμενη με το μαύρο φουρό να θροίζει και πάλι. Της χαμογέλασε. Άφησε κάτω την τσάντα της κι πήρε ανυπόμονα τις σελίδες με τα αυτοκόλλητα. Ήταν πέντε -έξι, τα ξεφύλλισε λαίμαργα κι ύστερα βγάζοντας το παράταιρο πουκάμισο, είπε: “Ω! Σας ευχαριστώ!” Δεν ξέρετε πόση ανάγκη τα είχα. Όλα τα άλλα, χάθηκαν” . Κι έδειξε τα γυμνά της μπράτσα.

  Ήταν ολόλευκα και ευτραφή. Στις παλάμες κυρίως, οι καφετιές πανάδες της ηλικίας και παντού- από τα δάχτυλα μέχρι τους ώμους- ίχνη παλιάς κόλλας. Άρχισε να βγάζει από τις σελίδες τα αυτοκόλλητα και να τα τοποθετεί με επιμέλεια πάνω της. Το πρώτο, στο στήθος, κεντρικά, πάνω από το στέρνο. Ήταν μάλλον το μεγαλύτερο από όλα· μια νεράιδα με ροζ φωσφορίζον φουστάνι. Συνέχισε με τα άλλα που κόλλησε ένα -ένα προσεκτικά στα μπράτσα της, στους πήχεις, στις παλάμες, ώσπου ελάχιστη επιφάνεια σάρκας έμεινε χωρίς στολίδια.

  Μόλις τελείωσε, άπλωσε τα χέρια της και τα κοίταξε προσεκτικά. Φάνηκε ικανοποιημένη από το αποτέλεσμα. Ύστερα στάθηκε στις μύτες των ποδιών και έτσι όπως ήταν ήδη με ανοιχτά τα χέρια, έφερε δυο αργές στροφές γύρω από τον άξονά της. “Μπράβο κυρία Αλκμήνη! Μπράβο!” της είπε η κοπέλα στο ταμείο χειροκροτώντας. Χειροκρότησε κι ο ιδιοκτήτης του χαρτοβιβλιοπωλείου. Παρασύρθηκα κι εγώ. Έβαλα τη σακούλα με τις φωτοτυπίες στη μασχάλη και χειροκρότησα.


  Πλήρωσε με αέρα ντίβας και βγήκε από το χαρτοβιβλιοπωλείο της γειτονιάς. Την ακολούθησα. Ήμουν σίγουρος ότι θα την έβλεπα μόλις έστριβε στη γωνία να απογειώνεται καταστόλιστη και λαμπερή στην λιακάδα του Φλεβάρη. 



*Κολάζ της Hannah Höch, από εδώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: