Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΘΡΩΠΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΘΡΩΠΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2016

Αλκμήνη



  “Ήρθαν τα αυτοκόλλητά μου;”

  Το θρόισμα είχε σταματήσει. Άλλωστε, έτσι όπως ήμουν στο βάθος, δίπλα στο φωτοτυπικό που δούλευε και το κοίταζα υπνωτισμένος να βγάζει τυπωμένες σελίδες τη μια μετά την άλλη, αρχικά μόνο την ερώτηση άκουσα· κι όχι την πρώτη, μα τη δεύτερη φορά, καθώς την επανέλαβε. Πιο δυνατά από την πρώτη και πιο ναζιάρικα.

  Γύρισα και την είδα. Περασμένα εβδομήντα. Μαύρη μακριά φούστα φουρό. Από τούλι. Μπλούζα αστραφτερή, χρυσοπράσινη με τιράντες. Ένας τεράστιος μπλε φιόγκος αστραφτερός κι αυτός έδενε τα κόκκινα μαλλιά της στη κορυφή του κεφαλιού. Σταπατσαρισμένες γόβες που διατηρούσαν σαφή ίχνη μιας παλιάς λάμψης. Τσάντα με όλα τα χρώματα πάνω της, τα περισσότερα γυαλιστερά. Τα ίδια χρώματα, κάτω και πάνω στα βλέφαρά της. Η μόνη παραφωνία στο σύνολο, ήταν το απλό άσπρο ανδρικό πουκάμισο που φορούσε.

 Το “σαλεμένη” που πέρασε αμέσως από το μυαλό μου, το απόδιωξα. Μακριά από μας οι εύκολες ταμπέλες. Ή μάλλον οι ταμπέλες γενικότερα. Έψαξα άλλα: Ηρωίδα του Τέννεσι Ουίλιαμς, Λιμπελούλα που έγινε άνθρωπος, εκκεντρική σχεδιάστρια μόδας, γερασμένη νεράιδα. Το σκέφτηκα λίγο και διαπίστωσα ότι δυο στις τέσσερις εκδοχές, είχαν φτερά. Ή θα έπρεπε να έχουν.

  “Ήρθαν κυρία Αλκμήνη” της είπε η κοπέλα στο ταμείο του χαρτοβιβιλοπωλείου της γειτονιάς “Ελάτε, εδώ τα έχω”. Προχώρησε προς το μέρος της κοπέλας λικνιζόμενη με το μαύρο φουρό να θροίζει και πάλι. Της χαμογέλασε. Άφησε κάτω την τσάντα της κι πήρε ανυπόμονα τις σελίδες με τα αυτοκόλλητα. Ήταν πέντε -έξι, τα ξεφύλλισε λαίμαργα κι ύστερα βγάζοντας το παράταιρο πουκάμισο, είπε: “Ω! Σας ευχαριστώ!” Δεν ξέρετε πόση ανάγκη τα είχα. Όλα τα άλλα, χάθηκαν” . Κι έδειξε τα γυμνά της μπράτσα.

  Ήταν ολόλευκα και ευτραφή. Στις παλάμες κυρίως, οι καφετιές πανάδες της ηλικίας και παντού- από τα δάχτυλα μέχρι τους ώμους- ίχνη παλιάς κόλλας. Άρχισε να βγάζει από τις σελίδες τα αυτοκόλλητα και να τα τοποθετεί με επιμέλεια πάνω της. Το πρώτο, στο στήθος, κεντρικά, πάνω από το στέρνο. Ήταν μάλλον το μεγαλύτερο από όλα· μια νεράιδα με ροζ φωσφορίζον φουστάνι. Συνέχισε με τα άλλα που κόλλησε ένα -ένα προσεκτικά στα μπράτσα της, στους πήχεις, στις παλάμες, ώσπου ελάχιστη επιφάνεια σάρκας έμεινε χωρίς στολίδια.

  Μόλις τελείωσε, άπλωσε τα χέρια της και τα κοίταξε προσεκτικά. Φάνηκε ικανοποιημένη από το αποτέλεσμα. Ύστερα στάθηκε στις μύτες των ποδιών και έτσι όπως ήταν ήδη με ανοιχτά τα χέρια, έφερε δυο αργές στροφές γύρω από τον άξονά της. “Μπράβο κυρία Αλκμήνη! Μπράβο!” της είπε η κοπέλα στο ταμείο χειροκροτώντας. Χειροκρότησε κι ο ιδιοκτήτης του χαρτοβιβλιοπωλείου. Παρασύρθηκα κι εγώ. Έβαλα τη σακούλα με τις φωτοτυπίες στη μασχάλη και χειροκρότησα.


  Πλήρωσε με αέρα ντίβας και βγήκε από το χαρτοβιβλιοπωλείο της γειτονιάς. Την ακολούθησα. Ήμουν σίγουρος ότι θα την έβλεπα μόλις έστριβε στη γωνία να απογειώνεται καταστόλιστη και λαμπερή στην λιακάδα του Φλεβάρη. 



*Κολάζ της Hannah Höch, από εδώ.

Παρασκευή 12 Ιουνίου 2015

Μπάφος κι εξουσία

-... έσκυβε ο Μίλτος, τραβούσε μια γερή τζούρα ικανή να φτάσει μέχρι τις πατούσες του, έπιανε το κεφάλι της Γιώτας, - καταλαβαίνεις,  με κίνδυνο ο μπάφος να της κάψει το αριστερό αυτί- κι έτσι όπως ήταν μούρη με μούρη, φυσούσε όλο τον καπνό στο ανοιχτό στόμα της. Καθόταν εκείνη, της άρεσε, μαστούρωνε κανονικά. Μετά από λίγο καιρό παρέα με το Μίλτο, όπου άναβε μπάφος στο στρατόπεδο, έτρεχε πρώτη και καλύτερη η Γιώτα κουνώντας την ουρά της. Και το όνομά της, δεν ήταν από το Παναγιώτα, αλλά από το γράμμα γιώτα, γιωτάς, καταλαβαίνεις, γιατί το σκυλί ήταν κουτσό. Σακατεμένο το ένα της πόδι. 
-Εδώ κατεβαίνουμε;
-Όχι στον πέμπτο. Γιώτα πέντε η Γιώτα που λες. Είχαμε κι άλλα σκυλιά. Τρία ωραία λυκόσκυλα, πρέπει να τα είχαν παρατήσει και μερικούς κόπρους, ακόμα πιο ωραίοι αυτοί. Γύριζαν όλη μέρα ανενόχλητα στο στρατόπεδο, τα ταΐζαμε, τα ποτίζαμε, παίζαμε μαζί τους. Αν έπεφτε καμιά επιθεώρηση,  τρέχαμε για μέρες στο ρυθμό του “ότι δεν κινείται βάφεται, ότι κινείται το χαιρετάς”  και τελευταία μας δουλειά ήταν να μαζέψουμε τα σκυλιά και να τα κλείσουμε σε μια αποθήκη. Καταλαβαίνεις, τα σκυλιά, ελεύθερα, αλάνια όπως ήταν...
-Πέμπτος, βγαίνουμε
-...δεν έπρεπε να τα βλέπει η εξουσία.


(συζήτηση “συνεπιβατών” σε αργό ανελκυστήρα, από τον πρώτο που επιβιβάστηκα μέχρι τον πέμπτο όροφο που αποβιβάστηκαν)





Τετάρτη 13 Μαΐου 2015

Εκ του ασφαλούς


Τη Δευτέρα, την ώρα που κατέβαινα στο ισόγειο από τις σκάλες, είδα από μακριά τον Π. να μπαίνει. Ήταν με καμιά δεκαριά γνωστούς. Είχα καιρό να τον δω, πλησίασα, όλοι οι άλλοι με χαιρέτισαν...” . Ο Κ. άφησε τη φράση στον αέρα. Η φωνή του δεν είχε αλλάξει ούτε σε ένταση ούτε σε χροιά, μα ξέροντάς τον καλά, κατάλαβα ότι η συνέχεια θα ήταν δυσάρεστη. “Και;” τον ρώτησα. Δίστασε λίγο και μετά  μού είπε: “Πήγα να τον αγκαλιάσω -ξέρεις πόσα χρόνια είμαστε φίλοι- κι εκείνος είπε ένα ξερό, τυπικό γεια, που μόλις ακούστηκε, γύρισε και έφυγε βιαστικά. Καταλαβαίνεις; Έμεινα με τα χέρια ανοιχτά.”

Από τη στιγμή που έπεσε το μαύρο, Ιούνιο του `13 μέχρι το ντου των ΜΑΤ, Νοέμβρη της ίδιας χρονιάς, όποια στιγμή και να περνούσες από την ΕΡΤ, εκεί θα τον έβρισκες. Μεσημέρι, βράδυ, χαράματα, ο Κ εκεί. Πάνω κάτω. Μέσα και έξω στην περιφρούρηση. Με μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια, άυπνος, μερόνυχτα ολόκληρα. Όταν έφευγε ήταν για λίγο- ίσα ίσα για να κάνει ένα μπάνιο, να αλλάξει, να δει λίγο τα παιδιά του και να επιστρέψει. Και καλά στην αρχή που γέμισε ο κόσμος το προαύλιο και τη Μεσογείων, τότε που υπήρχε ζωντανή η ελπίδα. Να δεις το ζόρι μετά, τέλη Σεπτέμβρη και Οκτώβρη, που κι ο κόσμος έφυγε και η ελπίδα χάθηκε. Τότε που μέσα στην ΕΡΤ έμειναν μια χούφτα άνθρωποι, αντιμέτωποι καθημερινά με το ζοφερό ενδεχόμενο της επέμβασης και της εκκένωσης.

Μετά το ντου, άρχισε απελπισμένος να ψάχνει για δουλειά. Το επίδομα αστείο κι οι ανάγκες της πολυμελούς οικογένειας μεγάλες. Όταν βρέθηκε δουλειά, πίστεψε ότι ήταν τυχερός. Μέσα στην πιο άγρια κρίση το να βρεις δουλειά και μάλιστα έχοντας μάλιστα καβαντζάρει τα πενήντα, δεν είναι και λίγο. Πέρασε ο πρώτος μήνας, λεφτά τίποτα. Κάτι ιστορίες για αγρίους άκουσε από το αφεντικό κι έφυγε αμέσως. Ευτυχώς, γιατί όσοι έμειναν, δούλεψαν άλλους δυο μήνες απλήρωτοι. Βγήκε πάλι στη γύρα για καιρό, με τα ενοίκια, τους λογαριασμούς και τις υποχρεώσεις να τον πνίγουν. Πάλι κάτι βρέθηκε, αυτή τη φορά με εξοντωτικό ωράριο έναντι μηδαμινής αμοιβής κι αυτό για ελάχιστο διάστημα.

Το φθινόπωρο του `14 έχοντας φτάσει πλέον οικονομικά πολύ πιο πέρα από το αμήν, έκανε αίτηση στην ΝΕΡΙΤ. Τον προσέλαβαν κι άρχισε να δουλεύει. Εκείνη την εποχή εμφανίστηκε και το πρόβλημα υγείας. Σοβαρό μεν, ευτυχώς όμως ιάσιμο. “Έχετε περάσει έντονο στρες αυτή την εποχή;” ήταν η πρώτη κουβέντα που τού έλεγαν όλοι ανεξαιρέτως οι γιατροί κοιτάζοντας τις εξετάσεις. Απαντούσε ένα διστακτικό “Ε, ναι, όπως όλοι μας αυτή την εποχή”. Το απόγευμα της περασμένης Δευτέρας -που άνοιξε η κεντρική πύλη του ραδιομεγάρου της ΕΡΤ μετά από σχεδόν δυο χρόνια και μπήκαν οι απολυμένοι- είχε ένα ακόμα ραντεβού με γιατρό.

Ένα ξερό "γειά" μού είπε μόνο κι εξαφανίστηκε” επανέλαβε ο Κ. Εγώ πάλι είχα μείνει στην τελευταία φράση του: “Έμεινα με τα χέρια ανοιχτά”. Έβλεπα την εικόνα. Κόσμος στο ισόγειο της ΕΡΤ, ο Κ να κατεβαίνει τα σκαλιά, να βλέπει από μακριά τον Π, να πλησιάζει τον φίλο του με τα χέρια ανοιχτά και ο Π, με έναν τυπικό χαιρετισμό να απομακρύνεται. Ο Π, που ξέραμε καλά και οι δύο, ότι δεν είχε οικογενειακές υποχρεώσεις, που οι γονείς του μπορούσαν να τον στηρίξουν, που είχε κάποια εισοδήματα. Ο Π, που γενικώς την έβγαλε καθαρή όλο αυτό το διάστημα, την περασμένη Δευτέρα, απέναντι σε εκείνον που υποτίθεται ότι υπέκυψε, είχε το επικριτικό ύφος και τη αυστηρή στάση του ανθρώπου που έμεινε μέχρι το τέλος, απροσκύνητος. Εκ του ασφαλούς.




Τρίτη 8 Ιουλίου 2014

Η Ραφαέλα δεν μένει πια εδώ

Το σπίτι άδειο. Τρία παντζούρια κλειστά τα άλλα ανοιχτά. Μερικά τζάμια σπασμένα – τα παιδιά πετροβολούν ανελέητα τα παλιά σπίτια- κι εκεί στα κοφτερά τους χτυπάνε οι κουρτίνες που απέμειναν και σκίζονται. Τα ξέφτια τους ανεμίζουν τις νύχτες με φεγγάρι σχεδόν απόκοσμα.

Στη βεράντα η τέντα σκισμένη από τους αέρηδες- δεν θυμάμαι παλιά να φυσάει στα μέρη μας, όλα αλλάζουν τελικά- δυο ξεχαρβαλωμένες καρέκλες και ένα κουτσό τραπέζι. Στην αυλή οι γλάστρες με ξερά φυτά και το περιβόλι ζούγκλα. Τσουκνίδες αγριόχορτα και βατσινιές θεριεύουν και κάτω, στο χώμα, μπορεί να σέρνονται τα φίδια που ήρθε ο καιρός τους και ξύπνησαν.
 

Σε μια γωνιά της αυλής, μούσκεμα από την τελευταία μπόρα η κούκλα της. Μόλις που διακρίνεται ανάμεσα σε σκουριασμένους τενεκέδες. Τη βάζω να ξαπλώσει εκεί όπου όταν βγει ο ήλιος θα τη στεγνώσει.

Σκαλίζω, φυτεύω, κλαδεύω ποτίζω χωρίς τη σκιά μου. Η Ραφαέλα δεν είναι πια εδώ να με ακολουθεί σε κάθε βήμα. Να με βομβαρδίζει με απανωτές ερωτήσεις: “πώς το λένε αυτό το λουλουδάκι;”, “αν όλες είναι τριανταφυλλιές, πώς τις ξεχωρίζουμε;” “γιατί βρέχει;” “τί είναι μελίγκρα;” 


Η Ραφαέλα επαναπατρίστηκε. Για την ακρίβεια ξεριζώθηκε για δεύτερη φορά. Έφυγαν λίγο πριν αρχίσει η σχολική χρονιά που μόλις τέλειωσε, για την πατρίδα τους. Εκείνη που είχε πατρίδα  το δρόμο έξω από το σπίτι της. Τώρα σε ένα άλλο δρόμο, σε κάποιο χωριό της Αλβανίας, η Ραφαέλα ξένη, χωρίς την κούκλα της, θα είναι πάλι σιωπηλή όπως τότε που δεν ήξερε λέξη ελληνικά.

Γαρίφαλο, δες πώς μυρίζει”, “Από τα χώματα τις ξεχωρίζουμε”, “Διψάει το χώμα, για αυτό βρέχει”, "Αυτά τα πράσινα ζουζούνια" . Μουρμουρίζω τραγουδιστά τις απαντήσεις στις παλιές ερωτήσεις της Ραφαέλας και νομίζω ότι εκεί που είναι να τις ακούει.

МореСокол Пие Вода на Вардаро, "το γεράκι πίνει νερό στον Βαρδάρη", λέει ένα σκοπιανό τραγούδι, που έπαιξαν στα μέρη μας πλανόδιοι μουσικοί σε κάποιο γλέντι πριν από καιρό. Τα τραγούδια και τα πουλιά βλέπεις, περνούν τα σύνορα χωρίς διατυπώσεις.


Ραφαέλα Μερέντα (2011) και Ραφαέλα, 6 (2012)

To ποστ στο gather8

Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2014

Η Ωραία Βαβέλ

Το καφέ της γωνίας, είναι το στέκι της γειτονιάς. Τη δεύτερη φορά που θα περάσεις το κατώφλι του, θα σε καλωσορίσουν με το όνομά σου, που ρώτησαν να μάθουν από την πρώτη.

Εκεί θα βρεις τον πληθωρικό Λένι, Ιταλό δεύτερης γενιάς, συνταξιούχο οδηγό τραίνου - “και πεζοναύτης” όπως τονίζει- που θυμάται και διηγείται και ξαναδιηγείται την τελευταία του διαδρομή στο τιμόνι που κατέληξε στον Grand Central.

Πάντα στη γωνία κάθεται η γλυκιά Φατιμά από την Ιορδανία. Σε κερνάει καφέ και σου εξιστορεί με αμεσότητα την πολυτάραχη ζωή της. Άλλοτε βουρκώνει, άλλοτε χαμογελά κι άλλοτε σοβαρεύει. Και σαν να διαβάζει τη σκέψη σου, καταλήγει εμπιστευτικά: “Έχω αρχίσει να τα γράφω ξέρεις...”

Η Ελένη, γέννημα θρέμα της γειτονιάς, θα απλώσει στα λιγοστά τραπέζια και θα μας δείξει παλιές ασπρόμαυρες φωτογραφίες της περιοχής, από εκείνη τη μακρινή εποχή που πρωτοήρθαν Έλληνες στην Αστόρια και τους κοίταζαν με μισό μάτι οι Ιρλανδοί που ήταν ήδη εγκαταστημένοι εδώ.

Ο Ζαν, ο νεαρός μαύρος χορευτής που πρόσφατα έφτασε από το Παρίσι κι εγκαταστάθηκε σε ένα δωμάτιο δυο δρόμους πιο πάνω, θα φτάσει καθυστερημένος. Τον ρωτάνε όλοι “πώς πήγε;” και καθώς βγάζει παλτό, γάντια, κασκόλ και σκουφί, μας λέει ενθουσιασμένος για την πρώτη του οντισιόν επί αμερικανικού εδάφους. Κανείς δεν έχει αμφιβολία ότι ο Ζαν θα πάρει τη δουλειά.

Μετά θα γυρίσουμε όλοι το βλέμμα μας στην είσοδο για να κοιτάξουμε τη μικροκαμωμένη Ασιάτισσα με τον πανύψηλο Εβραίο με το καπελάκι που μόλις μπήκαν, όχι γιατί είναι παράξενο ζευγάρι-το σκέκι είναι ήδη μια ωραία Βαβέλ- μα γιατί περνάνε πρώτη φορά από εδώ. θα κάνουμε ησυχία και θα περιμένουμε να ακούσουμε τον Φρεντ που έχει βάρδια το απογευμα, να τους φωνάζει να πάρουν από το μπαρ τα ροφήματά τους: “Χανάκο καπουτσίνο, Ααρών εσπρέσο” .

Ύστερα θα μείνουμε αμίλητοι κοιτάζοντας έξω από τη τζαμαρία. Η χιονοθύελλα έχει ξεκινήσει ακριβώς την ώρα που είχαν προβλέψει τα δελτία καιρού και οι περαστικοί που λιγοστεύουν, γίνονται ολοένα και πιο βιαστικοί. Το σταυροδρόμι μετατρέπεται σε σκηνή κι εμείς στα ζεστά -όλοι μια παρέα- θεατές. 

Στο στέκι της γειτονιάς, που από τη δεύτερη φορά που θα περάσεις το κατώφλι του, όλοι θα σε καλωσορίσουν με το όνομά σου, ακούγεται μόνο η μηχανή του καφέ να ξεφυσάει κι από τα ηχεία ο Willie Nelson να εξομολογείται: "My Baby's Gone".


Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2013

Μια Κυριακή του Οκτώβρη

Μόνο εμείς και μερικές ακόμα χιλιάδες Αθηναίοι είχαμε την καταπληκτική, τη μοναδική ιδέα να βρεθούμε Κυριακή μεσημέρι στο Μοναστηράκι. Για βόλτα, για δυο σουβλάκια και -επειδή μερικές φορές πρέπει να το ρίχνεις έξω- για έναν καφέ αργότερα. 


Φτάνω πρώτος, ξαφνιάζομαι από τον κόσμο και παρακαλάω ν` αργήσει ο φίλος, να προλάβω να βγάλω όσο γίνεται πιο πολλές εικόνες για το ποστ της Δευτέρας. Γιατί ο ευσυνείδητος μπλογκερ δε σταματάει ποτέ -ούτε καν τις Κυριακές- να σκέφτεται τις αναρτήσεις του. 


Δεν ήταν η επικαιρότητα που αυτές τις μέρες έφερε τους τσιγγάνους/αθίγγανους/ρομά στο προσκήνιο, μα αυτή η επιτηδευμένη στάση του σώματος και κυρίως η ντελικάτη κίνηση του χεριού της κοπέλας μέσα στα χρώματα των μπαλονιών που προκάλεσε το ένα από τα πρώτα κλικ. 


Την ίδια στιγμή που η νεαρή τσιγγάνα επιδιδόταν σε χορευτικές κινήσεις, μια άλλη, κάπως μεγαλύτερη φρόντιζε για το μεροκάματο, επιχειρώντας να πουλήσει “χειροποίητο” τραπεζομάντιλο σε τουρίστα που την κοίταζε δύσπιστος και δεν καταλάβαινε γρι από τα αγγλικά της: “βέρι τσιπ μίστερ, βερι γκουντ, βέρι τσιπ” 


Αμέσως μετά άκουσα έξαλλα γαβγίσματα, έστρεψα τη μηχανή και είδα ότι προερχόταν από ένα τσιουάουα. Ιδιοκτήτες του ένα ζευγάρι τσιγγάνων/αθίγγανων/ρομά με μόνο ένα παιδί δίπλα τους. Αν αυτή η εικόνα έφτανε στα ΜΜΕ αυτές τις μέρες, πολύ πιθανόν να ακούγαμε και για την “αρπαγή σκυλιού ράτσας από τους αδίστακτους...”


...τους αδίστακτους που αρπάζουν “ξανθά αγγελούδια”. Γιατί δεν βρέθηκε ένας να τους πει ότι “όλα τα παιδιά του Θεού έχουν φτερά”. Κι εφ` όσον έχουν φτερά, όπως έλεγε κι ο Ευγένιος Ο Νηλ, μπορούν...


...βλέποντας τα χρώματα και τα θαύματα γύρω τους, να αφήσουν τη σιγουριά της πατρικής αγκαλιάς και να πετάξουν.


Να πετάξουν και να βρεθούν πολύ ψηλά. Κι από εκεί πάνω, να έχουν την καλύτερη θέα της πλατείας που όσο όσο περνούσε η ώρα συγκέντρωνε ακόμα περισσότερο κόσμο. Συνέρρεαν όλοι πλην του φίλου που (ευτυχώς) καθυστερούσε. 


Όμως κι άλλοι φαίνεται ότι είχαν καθυστερήσει και αναζητούσαν την παρέα τους με ένα τηλεφώνημα. 


Άλλοι πάλι περίμεναν υπομονετικά απολαμβάνοντας το μικρό καλοκαιράκι που μας πρόσφερε ο φετινός Οκτώβρης, σαν αποζημίωση για τις πρώτες  κρύες μέρες του, που μας έκαναν βιαστικά και απερίσκεπτα να ευχηθούμε πρόωρα “καλό χειμώνα”

"Άσε τις φωτογραφίες και πάμε για φαγητό" είπε ο φίλος που έφτασε, χωρίς να τον πάρω είδηση. Περίμενα την κατάλληλη στιγμή για πιάσω το φοβερό συνδυασμό καστανής ξανθιάς και κοκκινομάλλας, δεν γύρισα, δεν τού απάντησα και μόλις που πρόλαβα γιατί με τράβηξε από το μανίκι, το κοντομάνικο λέγοντάς μου: “Πεινάω σα λύκος” 


Για άδειο τραπέζι σε Μπαϊρακτάρη, Θανάση και πέριξ αυτών ούτε κουβέντα. Ούτε κουβέντα επίσης για άλλες φωτο. Μόνο μετά το φαγητό, τη μικρή βόλτα και τον καφέ πίσω από την Αγία Ειρήνη όταν πια ο φίλος με άφησε αργά το απόγευμα, έβγαλα και πάλι τη μηχανή και για λίγο συνέχισα να κλέβω στιγμές...

Γνωστών... 

κι αγνώστων περαστικών. Με γοητευτικά... 

ή με απολύτως έκπληκτα βλέμματα. 

Για να ξαναβρεθώ  και πάλι στο Μοναστηράκι όπου οι red bandanas τραβούσαν την προσοχή...

...μικρών...

...και μεγάλων.


 Και πραγματικά δεν μπορούσα να αποφασίσω, αν έπρεπε να πιάσω τις εκπληκτικές τους φιγούρες ή...


να στρέψω το φακό, στα βλέμματα των ανθρώπων... 


που τους παρακολουθούσαν.


Τελικά όμως αποφάσισα ότι το καλύτερο θα ήταν να πιάσω και τα δύο -βλέμματα και φιγούρες- σε μια εικόνα. Πρώτα εστιάζοντας στο βλέμμα


κι έπειτα στη φιγούρα και στην ένταση των θωρακικών...

...αλλά και στο ρυθμό που οι red bandanas παρέσυραν τις πράσινες. 

Είτε στον καρπό, είτε στο κεφάλι ήταν τα μαντίλια, το βλέμμα έμενε σταθερά στο θέαμα στο κέντρο της πλατείας... 

...στο τέλος της πιο όμορφης Κυριακής τρέχοντος Οκτωβρίου. 

Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2012

Επιβάτες


Δεν πρόλαβε να την ανοίξει την Κυριακή, το έκανε Δευτέρα. Έπιασε πρώτα την εφημερίδα και διάβαζε για ώρες. Δε σήκωσε κεφάλι ούτε για να δει τα λιμάνια που έπιασε το καράβι. Λογικά πρέπει να διάβασε μέχρι και τα διανυκτερεύοντα φαρμακεία. Ύστερα έπιασε τα ένθετα έντυπα, ένα -ένα με τη σειρά και τα διάβασε με τον ίδιο ζήλο. Μόνο όταν φάνηκε ο Πειραιάς, τα μάζεψε όλα -εφημερίδα και ένθετα- και τα έβαλε στην τσάντα του. Ίσως γιατί ήθελε να τα πετάξει στην ανακύκλωση. Μπορεί όμως να τα κράτησε για να κάνει στο σπίτι πια, μια επανάληψη.

 Νησιώτισσα που έφυγε μικρή για την Αθήνα -λέω εγώ τώρα μα μπορεί να πέφτω κι έξω. Πάντα τα καλοκαίρια πήγαινε στο νησί της, στο πατρικό, για ένα μήνα, μα τα τελευταία χρόνια που έφυγαν πια από πάνω της οι βαριές υποχρεώσεις, μένει εκεί από την αρχή του καλοκαιριού μέχρι τέλη Σεπτέμβρη. Φέτος που κράτησε ο καιρός, παρέτεινε κι άλλο τη διαμονή της. Χθες, στο κατάστρωμα δεν το πίστευε ότι μέσα Οκτώβρη θα έκανε τόση ζέστη που θα της χρειαζόταν η βεντάλια.  

Οι επιβάτες των πλοίων  μπορεί να πει κανείς ότι χοντρικά ανήκουν σε δύο κατηγορίες: αυτοί που σε όλη τη διάρκεια του ταξιδιού δε σταματούν τις βόλτες-από αεροπορικές θέσεις, κατάστρωμα, μετά στα εστιατόρια και πάλι κατάστρωμα κι ύστερα στις αεροπορικές- κι οι άλλοι που με την επιβίβαση κάθονται σε μια θέση απ` όπου σηκώνονται μόνο για να αποβιβαστούν. Αυτός ο άντρας, ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Πέρασε όλες τις ώρες του ταξιδιού στο πρυμναίο κατάστρωμα, κοιτάζοντας χωρίς γυαλιά ηλίου τη θάλασσα. Σκεφτικός. 

Ήταν με κάποιον. Καθόταν μαζί ψηλά, στο τελευταίο κατάστρωμα, δίπλα στο φουγάρο. Φυσούσε. Όχι κρύος αέρας. Νοτιάς, σε όλη τη διαδρομή. Όταν από τα μεγάφωνα ακούστηκε ότι σε λίγα λεπτά το πλοίο θα έφτανε στο τρίτο λιμάνι του δρομολογίου, πήγε μόνη της στην πρύμνη, παρακολούθησε όλες τις μανούβρες  του πλοίου, το κατέβασμα του καταπέλτη κι ύστερα, πίσω από τα γυαλιά είδα το βλέμμα της χαμένο, όχι στα ασβεστωμένα σπίτια μα σε ένα παρελθόν κάπως μακρινό, όπου υποψιάστηκα ότι ήταν θαμμένος ένας παλιός έρωτας. Ύστερα από ώρα κι ενώ είχαμε πια απομακρυνθεί από το νησί, γύρισε πίσω στη θέση της δίπλα σε εκείνον που  μάλλον δεν είχε αντιληφθεί την απουσία της.

Her name is Bonnie μού είπε με έντονη Αμερικάνικη προφορά η ηλικιωμένη κυρία που κρατούσε το λουράκι. Ήμουν σίγουρος ότι δεν είχε προσέξει τον τηλεφακό που σημάδεψε το κάτασπρο σκυλάκι της και ξαφνιάστηκα όταν με πλησίασε και μού μίλησε. Την ευχαρίστησα, μού χαμογέλασε και πρόσθεσε “...για τα αρχείο σου, το λέω. Να ξέρεις πώς θα αποθηκεύσεις την εικόνα της.” 


 Ήταν αφοσιωμένη  στο "Bares to Υou" της Sylvia Day. Μάλλον μόλις το είχε αρχίσει γιατί πρόσεξα ότι ήταν στις πρώτες σελίδες. Ίσως τη στιγμή που την φωτογράφησα να διάβαζε: “I pushed through the revolving door of the Crossfire into the lobby ten minutes before nine the next morning. Wanting to make the best impression on my first day, I'd gone with a simple sheath dress paired with black pumps that I slid on in replacement of my walking shoes on the elevator ride up. My blond hair was twisted up in an artful chignon that resembled a figure eight, courtesy of Cary. I was hair-inept, but he could create styles that were glamorous masterpieces. I wore the small pearl studs my dad had given me as a graduation gift and the Rolex from Stanton and my mother.”

Ήθελα να πιστεύω ότι κοίταζε τη θάλασσα και περίμενε την εμφάνιση δελφινιών. Στεκόταν εκεί υπομονετικά  με τα μαλλιά να ανεμίζουν στον νοτιά. Δελφίνια δε φάνηκαν και μόνο όταν γύρισε διαπίστωσα -ομολογώ με κάποια απογοήτευση - ότι κρατούσε στο χέρι της κινητό. Λίγο μετά κι ενώ είχε πια καθίσει, άκουσα τον ήχο ενός εισερχόμενου μηνύματος. Την είδα να το βγάζει από την τσάντα της να το ανοίγει και να το διαβάζει. Ύστερα νομίζω ότι το διέγραψε κι άναψε τσιγάρο. 

Χτένιζε τα μαλλιά της μικρής για αρκετή ώρα, απαλά σαν να της χάιδευε το κεφάλι με τη χτένα. Εκείνη καθόταν ήσυχα, ακίνητη με τον αρκούδο αγκαλιά και μόνο όταν τελείωσε το περίτεχνο χτένισμα -αυτοί οι στριφογυριστοί σχηματισμοί στην κορυφή του κεφαλιού- σηκώθηκε προσεκτικά, έβγαλε από το τσεπάκι της δυο λαστιχάκια με χρωματιστά λουλούδια και τα έδωσε στη μητέρα για να της στερεώσει τα μαλλιά. Μετά η μικρή άφησε τον αρκούδο, πήρε τη χτένα και για αρκετή ώρα τη χτένιζε με τη σειρά της τη μητέρα με τον ίδιο τρυφερό τρόπο. Ύστερα, αφού χώρισε τα μαλλιά στα δύο άρχισε να τα πλέκει. Είναι αλήθεια ότι η μικρή παιδεύτηκε κάπως. Στο τελείωμα της κάθε κοτσίδας έβαλε δυο απλά, μαύρα λαστιχάκια χωρίς κανένα στολίδι. Ύστερα κοίταξαν η μία την άλλη και από τα βλέμματα επιδοκιμασίας που ακολούθησαν κατάλαβα ότι ήταν περιττός ο καθρέφτης. 


Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2012

Καπετάν Altin



Πρώτα το είδε στη θάλασσα να πηγαίνει ορθόπλωρα, ύστερα αραγμένο στην άμμο και το λιμπίστηκε. Ο Ιταλός που το είχε κι αρμένιζε τις προηγούμενες μέρες, δεν ήθελε να το κουβαλήσει πίσω και το πουλούσε. Όταν έγινε δικό του -ντούκου έδωσε τα λεφτά ο Κώστας- η πρώτη του δουλειά ήταν να ξύσει προσεκτικά με ψιλό γυαλόχαρτο το κόκκινο πλαστικό μέχρι να χαθεί το παλιό όνομα. Η δεύτερη, να πιάσει πινέλο και μαύρη λαδομπογιά και να γράψει με ωραία ευανάγνωστα γράμματα στα ελληνικά: “Αντελίνα”. Το όνομα της μάνας του.

Με τη μάνα του χώρισαν απότομα, τότε που τον πήρε και τον έφερε εδώ, άρον άρον ο μεγάλος του αδελφός για να γλυτώσει “ο μικρός” από τις αδέσποτες των καλάσνικοφ που θέριζαν τότε εκεί πάνω. Η μάνα τους ζορίστηκε να αποχωριστεί το στερνοπούλι της μα δεν είπε κουβέντα. “Καλύτερα μακριά και ζωντανό” σκέφτηκε “παρά εδώ και να μου το φέρουν μια μέρα πεθαμένο”. Εκείνος, παιδί ακόμα, ούτε που κατάλαβε τί γινόταν. Πού πήγαιναν. Ότι θα αργούσε να ξαναγυρίσει.

Από τα δώδεκα στο Νησί. Χρόνια τώρα, δουλειά, δουλειά, δουλειά. Από την πρώτη μέρα. Από το ξημέρωμα μέχρι τη μαύρη νύχτα. Ολοχρονίς. Από όλα πέρασε: οικοδομή τους χειμώνες, καΐκια, εστιατόρια και νοικιαζόμενα δωμάτια το καλοκαίρι. Ήρθε παιδί, έγινε έφηβος χωρίς να το καταλάβει, άντρεψε και τώρα μετράει ήδη πρόωρες ρυτίδες και λίγες άσπρες τρίχες.

Τέλειωσε η τουριστική σαιζόν, οι ταβέρνες και τα δωμάτια κλείνουν το ένα μετά το άλλο. Η οικοδομή έσπασε αρκετά πριν από δυο χρόνια κι από πέρυσι δεν παίζει καθόλου ώστε να σκαντζάρει δουλειά όπως έκανε τα προηγούμενα χρόνια. Έτσι ο Κώστας, κυρίως λόγω του φουσκωτού, έδωσε στον εαυτό του μια βδομάδα άδεια πριν ανηφορίσει για το χωριό του -ένα ορεινό χωριό κοντά στα Τίρανα- και τη μάνα του που τον περιμένει πώς και πώς. 

Εκεί θα ξεχειμωνιάσει. Δουλεύοντας πάλι. Μερικές επισκευές στο σπίτι τους όσο το επιτρέπει ο καιρός και καθημερινή φροντίδα των ζωντανών. Να ξεκουράσει λίγο τους γέρους. Να χαρεί και τη φροντίδα της μάνας του. Την άνοιξη πάλι εδώ, στο Νησί. Στο πόστο του. Πάντα με ένα χαμογελαστό “yes please” στους ξένους, γιατί εκτός από τα ελληνικά, έμαθε κι αγγλικά. Έπιασαν τόπο τα μαθήματα με τα παιδιά του αφεντικού, τους χειμώνες, μετά την οικοδομή. Οι τρεις τους με δασκάλα, ιδιαίτερα.

Από την αρχή δεν τον ξεχώριζαν από τα παιδιά τους. Ούτε στα δώρα σε γιορτές και γενέθλια, ούτε στα μαλώματα στις αταξίες τους, μα ούτε και στη δουλειά που τα ξεπάτωναν το ίδιο και τα τρία, ειδικά τα καλοκαίρια. Μια φορά του ξέφυγε κι είπε “μάνα” τη γυναίκα του αφεντικού. Το χάρηκε εκείνη, μα τον μάλωσε, τάχα αυστηρά, λέγοντάς του ότι αν τον άκουγε η κυρά Αντελίνα να λέει άλλη “μάνα”, πολύ θα της κακοφαινόταν.

Την περασμένη βδομάδα πήρε εργαλεία κι άνοιξε τη εξωλέμβια. Πρώτα την καθάρισε με πινέλο βουτηγμένο στη βενζίνη κι ύστερα την έπλυνε με γλυκό νερό. Τα λάδια της άντεχαν, του λέγαμε “άστα, κρατάνε ακόμα” αλλά εκείνος τα άλλαξε. Τσέκαρε δυο φορές τη στάθμη τους κι ύστερα καθάρισε προσεκτικά τα μπουζί ώσπου να λάμψει η ακίδα τους. Έπιασε το φίλτρο καυσίμου, δεν είχε τίποτα, ούτε σκουπιδάκι μα το παίδεψε κι αυτό αρκετή ώρα. Ύστερα σκούπισε σχολαστικά με ένα παλιό μακό την μικρή MERCURY τη γυάλισε καλά καλά, την καμάρωσε κι ύστερα την έκλεισε.

Την επόμενη, πρωί -πρωί βάλαμε όλοι ένα χεράκι για να ρίξουμε την “Αντελίνα” στη θάλασσα με πολλές ευχές και ακόμα περισσότερα πειράγματα. Μόνο σαμπάνια δεν σπάσαμε την ώρα της καθέλκυσης. Σάλταρε και κάθισε με ύφος καπετάνιου, ο βουνίσιος. Έβαλε μπρος κι γκάζωσε. “Γεια σου καπετάν Altin με τη βάρκα σου !“ του φώναξε ο μικρός του αφεντικού, παλικαράκι κι αυτός πια. Ήταν η πρώτη φορά που άκουγα το πραγματικό του όνομα, γιατί χρόνια τώρα, Κώστα τον ήξερα.


Εκείνη την πρώτη μέρα έφυγε μόνος του. Με δανεικό ένα μπουκάλι αντηλιακό και με το κολατσιό του σε πλαστική σακούλα. Τον είδαμε να ξεμακραίνει από την ακτή, να πλησιάζει την ξέρα και να τρομάζει τα θαλασσοπούλια που αράζουν εκεί. Γύρισε όταν  είχαμε αρχίσει να ανησυχούμε γιατί κόντευε πια να νυχτώσει. Είχε κάνει το γύρο του νησιού κόστα- κόστα με στάση σε κάθε παραλία, σε κάθε όρμο. Έσβηνε τη μηχανή, έριχνε άγκυρα και έπεφτε στο νερό. Κολυμπούσε ένα γύρο και άρχιζε τα μακροβούτια μέχρι να πιάσει άμμο. Έβλεπε κάτω στο βυθό τη σκιά της “Αντελίνας”  του και δεν την χόρταινε. Ύστερα ανέβαινε στο βαρκάκι, στέγνωνε στον ήλιο, έβαζε αντηλιακό και κινούσε για την επόμενη. “Αυτή είναι ζωή, ρε παιδιά!” μας είπε το βράδυ όταν τραβήξαμε μαζί το φουσκωτό στην άμμο.

Τις επόμενες μέρες, πήρε κι εμάς για βόλτα. Πρώτα τα “αδέλφια” του που επιβιβάστηκαν πάνοπλοι με μάσκες, βατραχοπέδηλα και ψαροντούφεκα. Γύρισαν πάλι αργά το απόγευμα με καλή ψαριά και έβαλαν τις σκορπίνες και τον κέφαλο για σούπα και τους σαργούς στο τηγάνι. Τις επόμενες μέρες πήρε και τους άλλους φίλους του για βόλτα. Ένα- δυο το πολύ κάθε φορά γιατί η δεκαπεντάρα μηχανή δε σήκωνε περισσότερους κι ας είχε μπουνάτσες όλες αυτές τις μέρες. Όταν ήρθε η σειρά μου, αποβραδίς μού ζήτησε να πάρω φωτογραφική μηχανή μαζί μου.

Βγήκε από τον κόλπο με τέρμα τα γκάζια, τρόμαξε πάλι τα θαλασσοπούλια στην ξέρα. Όταν πέταξε μακριά και το τελευταίο πουλί, έκοψε ταχύτητα και με ρώτησε που ήθελα να πάμε. Σκέφτηκα τις σπηλιές. Έβαλε αμέσως ρότα προς βορά, λάδι η θάλασσα, πετούσε η “Αντελίνα”. Καβαντζάραμε τον κάβο στο ακρωτήρι κι έσβησε τη μηχανή. Καθόταν σοβαρός- σοβαρός ο μιας βδομάδας καπετάνιος και μόνο όταν έβλεπε το φακό να τον σημαδεύει, χαμογελούσε. 

Να φαίνεται κι η βάρκα, ακούς; Όχι μόνο εγώ...” μου έλεγε κάθε φορά. “Θέλω να τη δει κι η μάνα μου”. Στάθηκα όρθιος στην πλώρη, και τον έβγαλα καθισμένο δεξιά στην πρύμνη με φόντο την ανοιχτή θάλασσα. Πίσω του αχνοφαίνονταν το παρά ένα βοσκό ακατοίκητο νησί στα ανατολικά και ψηλά ένα ωραίο σύννεφο. Ύστερα πιο πέρα, στις σπηλιές, που εκατό χρόνια πριν κρύβονταν πειρατές, έβγαλα κι άλλες. Ο Καπετάν Altin, στο κόκκινο φουσκωτό με φόντο τα βράχια. Και το κύμα να σκάει πάνω τους αφρισμένο.  “Αυτή είναι ζωή” ξαναείπε στο γυρισμό κι ας είχε βγάλει βοριαδάκι και κοπανιόμασταν σαν τα χταπόδια πάνω στο φουσκωτό και ας μουσκέψαμε μέχρι να φτάσουμε.

Χθες το πρωί πέρασε από το δωμάτιο και του έδωσα το CD με τις φωτογραφίες. Ύστερα πήγε να μαζέψει τα πράγματά του. Το μεσημέρι έκαναν λογαριασμό με το αφεντικό, πληρώθηκε και όλο το απόγευμα μάζευε τη βάρκα του. Την έβαλε στην αποθήκη δίπλα στα πλυντήρια, κλείδωσε κι έδωσε τα κλειδιά στα “αδέλφια” του για να μπορούν να την παίρνουν όποτε θέλουν. Το βράδυ έφερε ένα μπουκάλι ουίσκι και μας κέρασε. Ήπιαμε στην υγειά του, τού ευχηθήκαμε καλό ταξίδι και μας καληνύχτισε γύρω στις δώδεκα με μ` ένα “καλή αντάμωση”. Του χρόνου πια.


Κυρά Αντελίνα, έρχεται το στερνοπούλι σου. Μπάρκαρε σήμερα με το πλοίο της γραμμής για Πειραιά. Μεθαύριο με λεωφορείο ανηφορίζει στην αγκαλιά σου.


Η φωτογραφία, του φίλου μου του Νίκου Π. 

Πέμπτη 28 Ιουνίου 2012

Μήτσος 53


Καριόληδες βάλτε τη σειρήνα να φτάσουμε μια ώρα αρχίτερα πριν πεθάνω στο δρόμο” σκεφτόταν ξαπλωμένος στο φορείο καθώς ο πόνος είχε γίνει αβάσταχτος. Ήταν Τετάρτη, μέρα λαϊκής και η κίνηση σε όλους τους δρόμους της πόλης ήταν αυξημένη. Παρ` όλο που κάπως είχε ηρεμήσει, στο ασθενοφόρο από το κέντρο υγείας από όπου τον έδιωξαν άρον άρον -χωρίς όμως, οι αναίσθητοι, να κρύψουν τα πονηρά τους χαμόγελα- μέχρι το νοσοκομείο οι σφυγμοί του είχαν ξεπεράσει τους 140.

Είχε μουσκέψει από τον ιδρώτα, είχε έντονη τάση για εμετό και έτσι όπως ζαλιζόταν, χωρίς να το καταλάβει, είχε γραπωθεί σφιχτά από το φορείο. Ούτε λόγος να βάλει τα χέρια του στην πονεμένη περιοχή. Φοβόταν ότι αν την ψηλαφούσε θα τρόμαζε ακόμα περισσότερο. Ένοιωθε ότι έκαιγε ολόκληρος από πυρετό και περισσότερο εκεί κάτω, “στην περιοχή του δήγματος” όπως την είχε πει ο γιατρός που τον εξέτασε στο κέντρο υγείας. Ένοιωθε ότι όχι απλώς είχε πρηστεί, αλλά ότι κόντευε να σπάσει το φερμουάρ πρώτα κι ύστερα, να σκιστεί η ραφή του παντελονιού. Του παντελονιού που ανέβασε τελευταία στιγμή πριν τον δουν όπως τον γέννησε η μάνα του, οι εργάτριες που έτρεξαν αμέσως μόλις έβαλε τις φωνές. Πρώτα από τον πόνο κι ύστερα από την τρομάρα του.

Είχαν σταματήσει όπως κάθε μέρα για το μεσημεριανό διάλειμμα. Είχαν καθίσει στη σκιά της τέντας στην καλύβα, στην άκρη του κτήματος για να φάνε όλοι μαζί. Και το αφεντικό μαζί τους για πρώτη φορά. Ο Μήτσος ήταν πρωινός τύπος: μετά τον καφέ και το δεύτερο τσιγάρο πήγαινε καρφί στην τουαλέτα, όμως σήμερα μόλις απόφαγε το μπριάμ που του είχε ετοιμάσει η μάνα του- ένα μπριάμ λουκούμι- ένοιωσε τα έντερά του να γουργουρίσουν με ένα πόνο σφάχτη που τον έκανε να σηκωθεί, να πάει γρήγορα -χωρίς καν να σκεφτεί να πάρει  χαρτί μαζί του ή έστω ένα χαρτομάντηλο- στην άλλη άκρη του κτήματος, εκεί που ήταν η μεγάλη καρυδιά τριγυρισμένη από αγριόχορτα στο μπόι του, να κατεβάσει τα παντελόνια και να καθίσει ανακούρκουδα για να κάνει την ανάγκη του. Για δεύτερη φορά σε μια μέρα.

Η ανάγκη...” σκέφτηκε καθώς ανακουφιζόταν. Σοφός άνθρωπος πρέπει να ήταν αυτός που ονόμασε έτσι το χέσιμο. Όπως και να το κάνεις είναι άλλο πράμα να λες “πάω για χέσιμο” κι άλλο να λες “πάω να κάνω την ανάγκη μου”. Όχι μόνο ακούγεται καλύτερα μα είναι κυριολεκτικό. Τί άλλωστε εκτός από ανάγκη θα τον έκανε να τιναχτεί πάνω ζητώντας ένα βιαστικό συγνώμη από το αφεντικό και να φύγει τρέχοντας. Τη στιγμή μάλιστα που του έλεγε πόσο ευχαριστημένος ήταν και ότι ήθελε να αναλάβει εκείνος και πάλι να μαζέψει εργάτριες, να οργανώσει το συνεργείο και να επιβλέψει τη συγκομιδή των φασολιών.

Ενώ το ασθενοφόρο έπαιρνε τη μεγάλη στροφή -την τελευταία πριν το νοσοκομείο- ο καργιόλης οδηγός έβαλε επιτέλους τη σειρήνα. Θες γιατί την άκουσαν, θες γιατί τους είχαν ειδοποιήσει από το κέντρο υγείας για το επείγον του περιστατικού, τον κατέβασαν αμέσως δύο τραυματιοφορείς και τον μετέφεραν τρέχοντας σε θάλαμο εντατικής. Σε όλη τη διαδρομή σκεφτόταν ότι επ` ουδενί δεν θα δεχόταν να τον εξετάσει γυναίκα μα τώρα που ένοιωθε ότι είχε αρχίσει να χάνει τον κόσμο από την αδυναμία, δεν τόλμησε να πει κουβέντα όταν μπήκε στο θάλαμο η γιατρός με τις δύο νοσοκόμες. Άμα έρχεσαι μούρη με μούρη με το θάνατο, ούτε τα χεσμένα σου σώβρακα σκέφτεσαι, ούτε...



Δυό μέρες μετά, ακόμα πρησμένος εκεί κάτω, πήρε εξιτήριο. Την τρίτη μέρα πήγε στη δουλειά, όχι από το πρωί αλλά γύρω στις έντεκα όπως του είχε πει το αφεντικό που, να είναι καλά ο άνθρωπος, τού τηλεφώνησε στο νοσοκομείο για να μάθει πώς πάει. Από μακριά μερικές από τις εργάτριες δεν κρατήθηκαν μόλις τον είδαν, χαμογέλασαν, αλλά μετά βλέποντας το άγριο ύφος του, γύρισαν και συνέχισαν να βάζουν καλάμια στα φασόλια. Μια μάλιστα σαν να είπε στις άλλες-δεν ήταν σίγουρος βέβαια, αλλά έτσι του φάνηκε διαβάζοντας τα χείλη της- “ήρθε ο φαρμακοψώλης”. “Άμα δεις από μένα άλλο μεροκάματο, γράψε μου” σκέφτηκε χολωμένος και προχώρησε προς την καλύβα που τον περίμενε το αφεντικό. Κι αυτός γελώντας.

Σηκώθηκε όμως, τον χτύπησε στην πλάτη, και του πέταξε ένα “Σιδερένιος βρε Μήτσο! Παλικάρι ε;”. Ύστερα του έδειξε την οχιά που την βρήκαν τελικά με δική του εντολή και της τσάκισαν το κεφάλι. Την είχαν κρεμασμένη μέσα στην καλύβα από ένα καρφί. Μέτρο και βάλε το θηρίο. Την είδε ο Μήτσος και τον έλουσε πάλι κρύος ιδρώτας, αλλά πριν αποστρέψει το βλέμμα πρόσεξε ότι ήταν λίγο χεσμένη η άκρη της ουράς της. 

Μα να μην προσέξεις βρε Μήτσο... Κι εσύ, πάνω στο φίδι κάθισες να κάνεις την ανάγκη σου;” συνέχισε το αφεντικό κι ο Μήτσος ζορισμένος κάτι μουρμούρισε κι ύστερα είπε ότι θα πήγαινε να ξεφορτώσει τα τελευταία καλάμια από το αγροτικό. “Καλά, πήγαινε...αλλά να προσέχεις!” είπε το αφεντικό πάλι γελώντας και τελευταία στιγμή πριν βγει ο Μήτσος από την καλύβα συμπλήρωσε με νόημα: “Να ξέρεις πάντως ότι είχε και τα καλά της αυτή η υπόθεση: νομίζω ότι αν σε δαγκώσει φίδι εκεί κάτω, αποκλείεται να χρειαστείς ποτέ βιάγκρα.”

Δευτέρα 25 Ιουνίου 2012

Ελένη, 37


Με τόσους μήνες ανεργίας στην πλάτη της ούτε το σκέφτηκε δεύτερη φορά: πήγε στα φασόλια και φορτώθηκε το δεμάτι με τα καλάμια στον αριστερό ώμο. Βήμα, στάση, παίρνει ένα καλάμι από το δεμάτι με το δεξί, το στηρίζει δίπλα στη ρίζα του φυτού, επόμενο βήμα, στάση, άλλο καλάμι και πάει λέγοντας. Από πίσω ακολουθεί άλλος. Δουλειά του είναι να χώνει τα στηρίγματα πιο βαθειά κι ύστερα να τα δένει ψηλά ανά τέσσερα. Μεγαλώνουν τα φασόλια και τυλίγονται μόνα τους. Όλα με την ίδια φορά. Των δεικτών του ρολογιού.


Όλη μέρα στις βραγιές. Κάθε μέρα. Και τα Σάββατα και τις Κυριακές. όσο έχει δουλειά. Με το δεμάτι στον ώμο. Στην αρχή φαίνεται ελαφρύ. Όσο περνάνε οι ώρες βαραίνει κι ας λιγοστεύουν τα καλάμια. Μόλις τελειώνει το δεμάτι, η Ελένη παίρνει το επόμενο από τη στίβα. Κι ύστερα το μεθεπόμενο. Οκτώ το πρωί με επτά τ` απόγευμα. Το πρωί ψύχρα και υγρασία από το ποτάμι. Άμα ανεβεί ο ήλιος ψηλά, κάμα. Βράζει ο κάμπος. Κάθε που σκύβει βλέπει τον ιδρώτα της να στάζει και να βρέχει το χώμα δίπλα στη ρίζα. Ζαλίζεται από τη ζέστη. Ζαλίζεται κάθε που πέφτει το βλέμμα της στις ατέλειωτες καλαμιές που αφήνει πίσω της.


Μια ώρα διάλειμμα για φαγητό το μεσημέρι. Στη σκιά. Όλοι μαζί οι εργάτες. Φαγητό από το σπίτι μαγειρεμένο αποβαδίς. Βγαίνουν τα τάπερ, ξεδιπλώνουν τα αλουμινόχαρτα, ανοίγουν οι νάιλον σακούλες με το ψωμί. Πριν δουν τον διπλανό να λιγουρεύεται το φαί τους, κερνάνε μεζεδάκι. Ένας κεφτές, μια πιπεριά ψημένη, ένα ντολμαδάκι. Όταν τελειώσουν ετοιμάζουν καφέ. Πάντα κρύο. Πού να κουβαλάνε και γκαζάκι για ελληνικό μαζί τους. Κουβέντες σκόρπιες. Για το πόσες μέρες ακόμα έχει δουλειά σε αυτό το χωράφι. Για το αν ζητάνε σε άλλο εργάτες. Καμιά φορά αστεία και πειράγματα. Και γέλια. Ύστερα, μέχρι τη στιγμή που ξαναρχίζουν δουλειά, σιωπηλοί, βγάζουν τις σκλήθρες από τα καλάμια, που πέρασαν τα γάντια και καρφώθηκαν στα χέρια τους.


Τριάντα ευρώ τη μέρα. Τα μισά λεφτά τώρα, τα άλλα μισά κατά τον Οκτώβρη. Μετά τη σοδειά. Τα βράδυα η Ελένη δεν μπορεί να κοιμηθεί από τους πόνους στην πλάτη, στους ώμους, στα χέρια. “Δυο λοναρίντ και πάλι δεν κλείνω μάτι.” Μα δεν παραπονιέται "όσο έχει δουλειά"



στον Thas 
που βοήθησε με τον τρόπο του