Πρώτα
το είδε στη θάλασσα να πηγαίνει ορθόπλωρα,
ύστερα αραγμένο στην άμμο και το
λιμπίστηκε. Ο Ιταλός που το είχε κι
αρμένιζε τις προηγούμενες μέρες, δεν
ήθελε να το κουβαλήσει πίσω και το
πουλούσε. Όταν έγινε δικό του -ντούκου
έδωσε τα λεφτά ο Κώστας- η πρώτη του
δουλειά ήταν να ξύσει προσεκτικά με
ψιλό γυαλόχαρτο το κόκκινο πλαστικό
μέχρι να χαθεί το παλιό όνομα. Η δεύτερη,
να πιάσει πινέλο και μαύρη λαδομπογιά
και να γράψει με ωραία ευανάγνωστα
γράμματα στα ελληνικά: “Αντελίνα”.
Το όνομα της μάνας του.
Με
τη μάνα του χώρισαν απότομα,
τότε που τον πήρε και τον έφερε εδώ, άρον
άρον ο μεγάλος του αδελφός για να γλυτώσει
“ο μικρός” από τις αδέσποτες των
καλάσνικοφ που θέριζαν τότε εκεί πάνω.
Η μάνα τους ζορίστηκε να αποχωριστεί
το στερνοπούλι της μα δεν είπε
κουβέντα. “Καλύτερα μακριά και
ζωντανό” σκέφτηκε “παρά εδώ
και να μου το φέρουν μια μέρα πεθαμένο”.
Εκείνος, παιδί ακόμα, ούτε που κατάλαβε
τί γινόταν. Πού πήγαιναν. Ότι θα αργούσε
να ξαναγυρίσει.
Από
τα δώδεκα στο Νησί. Χρόνια τώρα, δουλειά,
δουλειά, δουλειά. Από την πρώτη μέρα.
Από το ξημέρωμα μέχρι τη μαύρη νύχτα.
Ολοχρονίς. Από όλα πέρασε: οικοδομή τους
χειμώνες, καΐκια, εστιατόρια και
νοικιαζόμενα δωμάτια το καλοκαίρι. Ήρθε
παιδί, έγινε έφηβος χωρίς να το καταλάβει,
άντρεψε και τώρα μετράει ήδη πρόωρες
ρυτίδες και λίγες άσπρες τρίχες.
Τέλειωσε
η τουριστική σαιζόν, οι ταβέρνες και τα δωμάτια κλείνουν το ένα μετά το άλλο. Η οικοδομή έσπασε αρκετά πριν από δυο χρόνια κι από πέρυσι
δεν παίζει καθόλου ώστε να σκαντζάρει
δουλειά όπως έκανε τα προηγούμενα
χρόνια. Έτσι ο Κώστας, κυρίως
λόγω του φουσκωτού, έδωσε στον εαυτό
του μια βδομάδα άδεια πριν ανηφορίσει
για το χωριό του -ένα ορεινό χωριό κοντά
στα Τίρανα- και τη μάνα του που τον
περιμένει πώς και πώς.
Εκεί θα ξεχειμωνιάσει.
Δουλεύοντας πάλι. Μερικές επισκευές
στο σπίτι τους όσο το επιτρέπει ο καιρός
και καθημερινή φροντίδα των ζωντανών.
Να ξεκουράσει λίγο τους γέρους. Να χαρεί
και τη φροντίδα της μάνας του. Την άνοιξη
πάλι εδώ, στο Νησί. Στο πόστο του. Πάντα με ένα
χαμογελαστό “yes
please” στους ξένους, γιατί εκτός
από τα ελληνικά, έμαθε κι αγγλικά. Έπιασαν
τόπο τα μαθήματα με τα παιδιά του
αφεντικού, τους χειμώνες, μετά την
οικοδομή. Οι τρεις τους με δασκάλα,
ιδιαίτερα.
Από
την αρχή δεν τον ξεχώριζαν από τα παιδιά
τους. Ούτε στα δώρα σε γιορτές και
γενέθλια, ούτε στα μαλώματα στις αταξίες
τους, μα ούτε και στη δουλειά που τα
ξεπάτωναν το ίδιο και τα τρία, ειδικά
τα καλοκαίρια. Μια φορά του ξέφυγε κι
είπε “μάνα” τη γυναίκα του
αφεντικού. Το χάρηκε εκείνη, μα τον
μάλωσε, τάχα αυστηρά, λέγοντάς του ότι
αν τον άκουγε η κυρά Αντελίνα να λέει
άλλη “μάνα”, πολύ θα της
κακοφαινόταν.
Την
περασμένη βδομάδα πήρε εργαλεία κι
άνοιξε τη εξωλέμβια. Πρώτα την καθάρισε
με πινέλο βουτηγμένο στη βενζίνη κι
ύστερα την έπλυνε με γλυκό νερό. Τα λάδια
της άντεχαν, του λέγαμε “άστα,
κρατάνε ακόμα” αλλά εκείνος τα
άλλαξε. Τσέκαρε δυο φορές τη στάθμη τους
κι ύστερα καθάρισε προσεκτικά τα μπουζί
ώσπου να λάμψει η ακίδα τους. Έπιασε το
φίλτρο καυσίμου, δεν είχε τίποτα, ούτε
σκουπιδάκι μα το παίδεψε κι αυτό αρκετή
ώρα. Ύστερα σκούπισε σχολαστικά με ένα
παλιό μακό την μικρή MERCURY τη
γυάλισε καλά καλά, την καμάρωσε κι ύστερα
την έκλεισε.
Την
επόμενη, πρωί -πρωί βάλαμε όλοι ένα
χεράκι για να ρίξουμε την “Αντελίνα”
στη θάλασσα με πολλές ευχές και ακόμα
περισσότερα πειράγματα. Μόνο σαμπάνια
δεν σπάσαμε την ώρα της καθέλκυσης.
Σάλταρε και κάθισε με ύφος καπετάνιου,
ο βουνίσιος. Έβαλε μπρος κι γκάζωσε. “Γεια
σου καπετάν Altin με
τη βάρκα σου !“ του
φώναξε ο μικρός του αφεντικού, παλικαράκι
κι αυτός πια. Ήταν η πρώτη φορά που άκουγα
το πραγματικό του όνομα, γιατί χρόνια
τώρα, Κώστα τον ήξερα.

Εκείνη
την πρώτη μέρα έφυγε μόνος του. Με δανεικό ένα μπουκάλι αντηλιακό και με το κολατσιό του σε
πλαστική σακούλα. Τον είδαμε να ξεμακραίνει
από την ακτή, να πλησιάζει την ξέρα και
να τρομάζει τα θαλασσοπούλια που αράζουν
εκεί. Γύρισε όταν είχαμε αρχίσει να
ανησυχούμε γιατί κόντευε πια να νυχτώσει.
Είχε κάνει το γύρο του νησιού κόστα-
κόστα με στάση σε κάθε παραλία, σε κάθε
όρμο. Έσβηνε τη μηχανή, έριχνε άγκυρα
και έπεφτε στο νερό. Κολυμπούσε ένα γύρο
και άρχιζε τα μακροβούτια μέχρι να πιάσει άμμο. Έβλεπε κάτω στο βυθό τη
σκιά της “Αντελίνας” του και δεν
την χόρταινε. Ύστερα ανέβαινε στο
βαρκάκι, στέγνωνε στον ήλιο, έβαζε
αντηλιακό και κινούσε για την επόμενη. “Αυτή
είναι ζωή, ρε παιδιά!” μας είπε το
βράδυ όταν τραβήξαμε μαζί το φουσκωτό
στην άμμο.
Τις
επόμενες μέρες, πήρε κι εμάς για βόλτα.
Πρώτα τα “αδέλφια” του που επιβιβάστηκαν
πάνοπλοι με μάσκες, βατραχοπέδηλα και
ψαροντούφεκα. Γύρισαν πάλι αργά το
απόγευμα με καλή ψαριά και έβαλαν τις
σκορπίνες και τον κέφαλο για σούπα και
τους σαργούς στο τηγάνι. Τις επόμενες
μέρες πήρε και τους άλλους φίλους του
για βόλτα. Ένα- δυο το πολύ κάθε φορά
γιατί η δεκαπεντάρα μηχανή δε σήκωνε
περισσότερους κι ας είχε μπουνάτσες
όλες αυτές τις μέρες. Όταν ήρθε η σειρά
μου, αποβραδίς μού ζήτησε να πάρω
φωτογραφική μηχανή μαζί μου.
Βγήκε
από τον κόλπο με τέρμα τα γκάζια, τρόμαξε
πάλι τα θαλασσοπούλια στην ξέρα. Όταν
πέταξε μακριά και το τελευταίο πουλί, έκοψε
ταχύτητα και με ρώτησε που ήθελα να
πάμε. Σκέφτηκα τις σπηλιές. Έβαλε αμέσως
ρότα προς βορά, λάδι η θάλασσα, πετούσε
η “Αντελίνα”. Καβαντζάραμε τον κάβο
στο ακρωτήρι κι έσβησε τη μηχανή. Καθόταν
σοβαρός- σοβαρός ο μιας βδομάδας καπετάνιος
και μόνο όταν έβλεπε το φακό να τον
σημαδεύει, χαμογελούσε.
“Να φαίνεται
κι η βάρκα, ακούς; Όχι μόνο εγώ...” μου
έλεγε κάθε φορά. “Θέλω να τη δει κι
η μάνα μου”. Στάθηκα όρθιος στην
πλώρη, και τον έβγαλα καθισμένο δεξιά
στην πρύμνη με φόντο την ανοιχτή θάλασσα.
Πίσω του αχνοφαίνονταν το παρά ένα
βοσκό ακατοίκητο νησί στα ανατολικά
και ψηλά ένα ωραίο σύννεφο. Ύστερα πιο
πέρα, στις σπηλιές, που εκατό χρόνια
πριν κρύβονταν πειρατές, έβγαλα κι
άλλες. Ο Καπετάν Altin, στο
κόκκινο φουσκωτό με φόντο τα βράχια.
Και το κύμα να σκάει πάνω τους αφρισμένο.
“Αυτή είναι ζωή” ξαναείπε στο
γυρισμό κι ας είχε βγάλει βοριαδάκι και
κοπανιόμασταν σαν τα χταπόδια πάνω στο
φουσκωτό και ας μουσκέψαμε μέχρι να
φτάσουμε.
Χθες
το πρωί πέρασε από το δωμάτιο και του
έδωσα το CD με τις φωτογραφίες.
Ύστερα πήγε να μαζέψει τα πράγματά του.
Το μεσημέρι έκαναν λογαριασμό με το
αφεντικό, πληρώθηκε και όλο το απόγευμα
μάζευε τη βάρκα του. Την έβαλε στην
αποθήκη δίπλα στα πλυντήρια, κλείδωσε
κι έδωσε τα κλειδιά στα “αδέλφια” του
για να μπορούν να την παίρνουν όποτε
θέλουν. Το βράδυ έφερε ένα μπουκάλι
ουίσκι και μας κέρασε. Ήπιαμε στην υγειά
του, τού ευχηθήκαμε καλό ταξίδι και μας
καληνύχτισε γύρω στις δώδεκα με μ` ένα
“καλή αντάμωση”. Του χρόνου πια.
Κυρά
Αντελίνα, έρχεται το στερνοπούλι σου.
Μπάρκαρε σήμερα με το πλοίο της γραμμής
για Πειραιά. Μεθαύριο με λεωφορείο
ανηφορίζει στην αγκαλιά σου.
Η
φωτογραφία, του φίλου μου του Νίκου Π.