Παρασκευή, 29 Ιουλίου 2016

Η Φανίτσα



Μια μέρα κάποιος άφησε μπροστά στο ερειπωμένο σπίτι ένα κάρο φορτωμένο μέχρι πάνω με σανό. Ακριβώς κάτω από το ρημαγμένο μπαλκόνι του πρώτου ορόφου. Μια, δυο μέρες, εκεί. Την τρίτη μπουκάραμε από την πίσω πόρτα, ανεβήκαμε πάνω και βγήκαμε στο μπαλκόνι. Άφηναν κενά τα ξύλα του, κενά που έβλεπες κάτω. Τα κάγκελα, ξύλινα κι αυτά, είχαν πέσει από καιρό. Έτριζε. Όλα τα παιδιά της γειτονιάς εκεί. Ένα -ένα πηδούσαμε από ψηλά στο κάρο. 

Σαν να πετάς ήταν. Ανάσα, ένα βήμα μπροστά στο κενό, φωνή “Ααα” και στον αέρα. Για λίγο, αλλά στον αέρα. Φούσκωνε αλεξίπτωτο το φουστανάκι της Φανίτσας κι ύστερα χάνονταν όλη μέσα στο σανό. Πρώτα τα χέρια της έβγαζε. Πάλευαν κάθε φορά να κατεβάσουν το φουστάνι, να μη δούμε το βρακί και τα πόδια της. Άσπρο ήταν. Άσπρο με ένα παπάκι πορτοκαλί μπροστά. Άσπρα και τα πόδια της, λεπτά, ξυλαράκια, με μια ελίτσα στο αριστερό. Τρεις πιθαμές πάνω από το γόνατο.

Δεν τα είδε άλλος. Μόνο εγώ. Κι όταν ξανάπεσε από το μπαλκόνι, πριν προλάβει να σηκωθεί, έπεσα πάνω της. Πρέπει να λαχτάρησε. Την ένοιωσα να σαλεύει. Να προσπαθεί βιαστικά να ξεφύγει. Εκεί που υπέθεσα ότι ήταν τ` αυτί της- ανάκατα μαλλιά, σανός ένα πράγμα- έσκυψα και της είπα μονορούφι: “Άσπρο είναι το βρακί σου, απόψε θα έρθω να σε κλέψω. Έχει κι ένα παπάκι μπροστά. Πορτοκαλί”. Τραβήχτηκε απότομα, τράβηξε και τα μαλλιά. Ήταν τρομαγμένη, μπορεί και νευριασμένη αλλά δεν ήξερα αν ήταν πού είδα το βρακί της με το παπάκι ή που της είπα ότι θα πάω να την κλέψω. Δεν ξέρω πώς μού 'ρθε αυτό· εγώ από καιρό έψαχνα τρόπο να της πω απλώς ότι θέλω να την παντρευτώ. 

“Τη φίλησε, τη φίλησε” άρχισαν να φωνάζουν οι άλλοι από πάνω κοροϊδευτικά. Στο τρίτο “τη φίλησε” η Φανίτσα, μού έσκασε ένα χαστούκι, σηκώθηκε κατεβάζοντας το φουστάνι της, πήδηξε από το κάρο κι έφυγε τρέχοντας. Οι άλλοι, πάνω στο μπαλκόνι, συνέχισαν το δούλεμα μέχρι που ακούσαμε φωνές. “Θα σκοτωθούν τα παλιόπαιδα”. Μας είχαν πάρει χαμπάρι. Έφτασαν μαινάδες οι μανάδες μας, μας έριξαν κάτι ανάποδες και μας έσυραν από το αυτί στα σπίτια. Την άλλη μέρα κάρφωσαν τις πόρτες και τα κάτω παράθυρα του σπιτιού. Πήραν και το κάρο. 




Πολλά χρόνια αργότερα, ένα βράδυ ρώτησα τη Φανή που καθόταν δίπλα μου, αν θυμόταν το κάρο με τον σανό δείχνοντάς της ψηλά το μπαλκόνι. Επισκευασμένο κι αυτό κι όλο το σπίτι που είχε γίνει μπαρ. Καλοκαίρι όπως τότε, κι εμείς, μια μεγάλη παρέα, καθόμασταν σε ένα τραπέζι έξω, εκεί ακριβώς που κάποτε, κάποιος είχε αφήσει για τρεις μέρες ένα κάρο φορτωμένο μέχρι πάνω με σανό. 

“Αν το θυμάται λέει!” τη πρόλαβε ο άντρας της ο Νικόλας -παιδικός φίλος κι αυτός- και μού διηγήθηκε γελώντας την ιστορία, όπως τού την είχε εκμυστηρευτεί  η ίδια. Εκείνη την νύχτα από  φόβο  μην τυχόν και πάω να την κλέψω, έστριψε καλά -καλά το πανωσέντονο, το 'κανε ένα μακρύ χοντρό σκοινί κι έδεσε τη μια άκρη του στο πόδι της -”αυτό με την ελίτσα” σκέφτηκα- και την άλλη γερά στο πόδι του κρεβατιού. “Κατάλαβες;” συνέχισε ο Νικόλας “Ήθελε να ξυπνήσει έτσι και πήγαινες να την κλέψεις. Μια βδομάδα δεμένη κοιμόταν από το φόβο της”.  


φωτο: Schwarz Weiß

1 σχόλιο:

agrampelli είπε...

τόσο τρυφερό.. Τσαλαπετεινέ μου το αγαπώ <3