Πέμπτη, 6 Οκτωβρίου 2016

Εν πλω



Βρήκα μια ήσυχη και απάνεμη γωνιά κοντά στην πρύμνη και βολεύτηκα όσο καλύτερα μπορούσα. Η θητεία μου στα βαπόρια με βοηθάει κάτι τέτοιες στιγμές.
Σε λίγο ένας νέος άντρας με πλησίασε χαμογελώντας.
Ακούμπησε μια ψεύτικη Samsonite δίπλα μου, κούνησε το κεφάλι σαν να συμφωνούσε σε κάτι και ξεκίνησε να περπατάει λες και ήταν αρμόδιος να ελέγξει αν όλα πάνω στο βαπόρι λειτουργούσαν σύμφωνα με τους κανονισμούς.
Κάποια στιγμή με ρώτησε αν θέλω μπύρα, γιατί θα πήγαινε να πάρει μια για τον εαυτό του. Ήθελα, κι αυτό του έδωσε μεγάλη χαρά. Ρώτησε και τη μεσόκοπη γυναίκα που καθόταν με το κεφάλι γερμένο στην παλάμη αν χρειάζεται κάτι, γιατί πράγματι έδειχνε να χρειάζεται κάτι.
-Φοβάμαι, παιδάκι μ΄...Κουνάει και φοβάμαι. Την παρηγόρησε γιατί κατάλαβε πως αυτό χρειαζόταν η γυναίκα.
Έφερε τις μπύρες, τις ήπιαμε και μετά άνοιξε την τσάντα, έβγαλε τους Σατανικούς στίχους και άρχισε να διαβάζει. Αυτό με εξέπληξε περισσότερο από την μπίρα κι απ' όλη τη μέχρι τώρα στάση του.
Κάθε τόσο αναποδογύριζε το βιβλίο, για να φέρει μια σακούλα να 'χει να ξεράσει κάποιος ή ένα ποτήρι νερό για να πιει. Διάβαζε αλλά το βλέμμα του έπαιζε ολόγυρα, μήπως ξαφνικά κάποιος χρειαστεί κάτι.
Εφτά χρόνια δούλευε στην Κω και μιλούσε για τη ζωή του νησιού με τέτοια γνώση, που με μπέρδεψε τελείως και δεν μπορούσα να συμπεράνω με τί καταγινόταν. Τώρα πήγαινε στη Σάμο, για να βοηθήσει τον αδελφό του στον τρύγο.
Αργά τη νύχτα το βαπόρι έφτασε στο νησί που θα κατέβαινα κι ετοιμάστηκα. Λυπόμουν που σε θα μάθαινα ποτέ τί σκατά έκανε ο τύπος τόσα χρόνια στη Κω.
Τη στιγμή που αποχαιρετιόμασταν, γέλασε:
-Είμαι υπάλληλος στις φυλακές.
Δεν κατάλαβα και το κατάλαβε.
-Σωφρονιστικός υπάλληλος....εξήγησε. Πώς το λένε...δεσμοφύλακας.




Από το βιβλίο “Υπ' όψιν της Λίτσας” του Αντώνη Σουρούνη των εκδόσεων Καστανιώτη. Το απόσπασμα προέρχεται από τις “Ιστορίες καλοκαιρινής τρέλας”. Ο συγγραφέας πέθανε σήμερα στη Θεσσαλονίκη, σε ηλικία 74 ετών.  

Δεν υπάρχουν σχόλια: