Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλίο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλίο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 6 Οκτωβρίου 2016

Εν πλω



Βρήκα μια ήσυχη και απάνεμη γωνιά κοντά στην πρύμνη και βολεύτηκα όσο καλύτερα μπορούσα. Η θητεία μου στα βαπόρια με βοηθάει κάτι τέτοιες στιγμές.
Σε λίγο ένας νέος άντρας με πλησίασε χαμογελώντας.
Ακούμπησε μια ψεύτικη Samsonite δίπλα μου, κούνησε το κεφάλι σαν να συμφωνούσε σε κάτι και ξεκίνησε να περπατάει λες και ήταν αρμόδιος να ελέγξει αν όλα πάνω στο βαπόρι λειτουργούσαν σύμφωνα με τους κανονισμούς.
Κάποια στιγμή με ρώτησε αν θέλω μπύρα, γιατί θα πήγαινε να πάρει μια για τον εαυτό του. Ήθελα, κι αυτό του έδωσε μεγάλη χαρά. Ρώτησε και τη μεσόκοπη γυναίκα που καθόταν με το κεφάλι γερμένο στην παλάμη αν χρειάζεται κάτι, γιατί πράγματι έδειχνε να χρειάζεται κάτι.
-Φοβάμαι, παιδάκι μ΄...Κουνάει και φοβάμαι. Την παρηγόρησε γιατί κατάλαβε πως αυτό χρειαζόταν η γυναίκα.
Έφερε τις μπύρες, τις ήπιαμε και μετά άνοιξε την τσάντα, έβγαλε τους Σατανικούς στίχους και άρχισε να διαβάζει. Αυτό με εξέπληξε περισσότερο από την μπίρα κι απ' όλη τη μέχρι τώρα στάση του.
Κάθε τόσο αναποδογύριζε το βιβλίο, για να φέρει μια σακούλα να 'χει να ξεράσει κάποιος ή ένα ποτήρι νερό για να πιει. Διάβαζε αλλά το βλέμμα του έπαιζε ολόγυρα, μήπως ξαφνικά κάποιος χρειαστεί κάτι.
Εφτά χρόνια δούλευε στην Κω και μιλούσε για τη ζωή του νησιού με τέτοια γνώση, που με μπέρδεψε τελείως και δεν μπορούσα να συμπεράνω με τί καταγινόταν. Τώρα πήγαινε στη Σάμο, για να βοηθήσει τον αδελφό του στον τρύγο.
Αργά τη νύχτα το βαπόρι έφτασε στο νησί που θα κατέβαινα κι ετοιμάστηκα. Λυπόμουν που σε θα μάθαινα ποτέ τί σκατά έκανε ο τύπος τόσα χρόνια στη Κω.
Τη στιγμή που αποχαιρετιόμασταν, γέλασε:
-Είμαι υπάλληλος στις φυλακές.
Δεν κατάλαβα και το κατάλαβε.
-Σωφρονιστικός υπάλληλος....εξήγησε. Πώς το λένε...δεσμοφύλακας.




Από το βιβλίο “Υπ' όψιν της Λίτσας” του Αντώνη Σουρούνη των εκδόσεων Καστανιώτη. Το απόσπασμα προέρχεται από τις “Ιστορίες καλοκαιρινής τρέλας”. Ο συγγραφέας πέθανε σήμερα στη Θεσσαλονίκη, σε ηλικία 74 ετών.  

Τετάρτη 9 Μαρτίου 2016

Συνάντηση στην Τερατσίνα



(Από το ημερολόγιο του Σταντάλ που δημοσιεύτηκε μετά το θάνατό του)

Σταματήσαμε στην Τερατσίνα· εκεί, στο πολυτελές πανδοχείο που είχε ανεγερθεί από τον Πίο τον ΣΤ', μας προσκάλεσαν να δειπνήσουμε με κάποιους ταξιδιώτες που μόλις είχαν αφιχθεί από τη Νάπολη. Στο τραπέζι, παρατηρούσα τους συνδαιτυμόνες μου, κάπου επτά ή οκτώ άτομα, αλλά την αμέριστη προσοχή μου απέσπασε ένας ξανθός νεαρός γύρω στα είκοσι πέντε· ένας άντρας εκθαμβωτικής ομορφιάς, παρά την αμυδρή υποψία φαλάκρας. Τον παρακάλεσα θερμά να μού πει νέα από την Νάπολη και ειδικότερα για τη μουσική στην πόλη. Ικανοποίησε την περιέργειά μου με σαφέστατες και εξαιρετικά πνευματώδεις απαντήσεις. Τον ρώτησα επίσης αν μπορούσα ακόμα να ελπίζω ότι θα δω τον Οθέλλο του Ροσσίνι, όταν φτάσω στην Νάπολη. Επέμεινα ιδιαιτέρως στο θέμα, τονίζοντας ότι, κατά την άποψή μου, ο Ροσσίνι ήταν η λαμπρή ελπίδα της ιταλικής σχολής. Πως ήταν ο μοναδικός εν ζωή συνθέτης που γεννήθηκε μεγαλοφυής. Τότε, παρατήρησα πως ο συνομιλητής μου έδειχνε κάπως αμήχανος, ενώ οι σύντροφοί του μού χάριζαν πλατιά μειδιάματα. Για να μη μακρηγορώ, ο άντρας ήταν ο Ροσσίνι!



 
Σημ. Το 1817 που έγινε η τυχαία συνάντηση στην Τερατσίνα, ο Σταντάλ ήταν 34 χρόνων, ενώ ο Ροσσίνι 25, όπως σωστά είχε υπολογίσει ο Γάλλος συγγραφέας.  Ο Ροσσίνι, συνέθεσε την όπερα Οθέλλος ή ο Μαυριτανός της Βενετίας το 1816. 

Αντέγραψα το απόσπασμα από το βιβλίο “Τα μεγάλα Ταξιδιωτικά Ρεπορτάζ” των εκδόσεων Νάρκισσος. Η ανθολόγηση των κειμένων, του 'Ερικ Νιούμπι.

Η εικόνα, “Άποψη της Τερατσίνα” 1837, έργο του Γερμανού τοπιογράφου Carl Morgenstern


Τρίτη 12 Μαΐου 2015

Καφές με τον Αντάρτη


Από όλους τους καφέδες της μέρας, για μένα τουλάχιστον, ο καλύτερος και ο πλέον απαραίτητος είναι ο πρώτος πρωινός. Τον πίνω πάντα ζεστό -αν εξαιρέσεις τις πολύ ζεστές μέρες του καλοκαιριού που μπορεί να ρίξω ένα δυο παγάκια- και πάντα σκέτο. Ούτε γάλα, ούτε ζάχαρη. Και αρκετά δυνατό. Προτιμώ να τον απολαμβάνω έξω, ακόμα και τις πολύ κρύες μέρες του χειμώνα. Μόνο όταν βρέχει δυνατά περιορίζομαι στο σπίτι. Όταν ψιχαλίζει, βολεύομαι πάλι έξω, σε ένα σημείο όμως που δεν το πιάνουν οι σταγόνες.

Τον πρώτο πρωινό καφέ τον πίνω πάντα μόνος. Συχνά αναγκάζομαι να σηκωθώ αρκετά πιο νωρίς από ό τι χρειάζεται και εντελώς αθόρυβα, για να το πετύχω. Αξίζει όμως η θυσία λίγης ώρας ύπνου, αν πρόκειται να πετύχεις την ομαλή μετάβαση από το όνειρο στην πραγματικότητα. Είναι δύσκολη διαδικασία και πολύ σημαντική για να πάει καλά η μέρα. Συνήθως οι άλλοι –ακόμα κι όταν ξέρουν καλά το κουσούρι σου- παρεμβάλλονται επιβάλλοντας την παρουσία τους ή ακόμα χειρότερα, την αταίριαστη με την ώρα φλυαρία τους.
 
Σήμερα, στον πρώτο πρωινό καφέ είχα παρέα. Εμφανίστηκε χωρίς να το καταλάβω· αργά, ανεπαίσθητα. Τον πρόσεξα μόνο όταν, αφού είχε διασχίσει το τραπέζι, άρχισε να ανηφορίζει το φλιτζάνι. Όταν έφτασε στο χείλος του, με κοίταξε με έναν συγκινητικά διακριτικό τρόπο, χωρίς να πει κουβέντα, σαν να ζητούσε την άδεια. Δίστασα, αλλά τελικά συγκατάνευσα και μόνο τότε, συνέχισε από την εσωτερική πλευρά, κατηφορίζοντας προς την επιφάνεια του καφέ που είχε αρχίσει να κρυώνει. 

Δοκίμασε, φάνηκε να τού άρεσε, σκέτος και δυνατός και τριγύρισε για λίγο στο εσωτερικό του φλιτζανιού. Έτσι όπως είχε κολλήσει στην καμπύλη επιφάνεια, δεν με δυσκόλεψε, ούτε εκείνος κινδύνεψε, όταν ήπια τις τελευταίες γουλιές. “Αντάρτη*”, του είπα στο τέλος, “με σένα, έτσι ήσυχος που είσαι, δεν έχω πρόβλημα να πίνω τον καφέ μου κάθε πρωί!”  Φεύγοντας από το σπίτι τον πήρα μαζί μου. Τον άφησα σε ένα πάρκο, μια που στην αυλή, την προηγούμενη μέρα είχα σκορπίσει σαλιγκαροκτόνο για τους ομοίους του, που καιρό τώρα κατασπαράζουν τα πιο τρυφερά φύλλα.


*Αντάρτης είναι το όνομα του ήρωα σαλιγκαριού στο βιβλίο του Χιλιάνου συγγραφέα, Λουίς Σεπούλβεδα, “Η ιστορία ενός σαλιγκαριού που ανακάλυψε τη σημασία της βραδύτητας”. (Εκδόσεις opera)

Από το ποστ, ο καφές αφιερώνεται στην Χριστίνα Σκούρτη
και ο Αντάρτης στον Απόστολο Δεδουσόπουλο



Δευτέρα 13 Απριλίου 2015

Adios don Eduardo


Ένα σχέδιο στον τοίχο 

Σε κάποια κρεβατοκάμαρα στον Κορινθιακό Κόλπο, μια γυναίκα παρατηρεί στο φως της φωτιάς το προφίλ του κοιμισμένου εραστή της.
Η σκιά απλώνεται στον τοίχο.
Ο εραστής που είναι ξαπλωμένος πλάι της θα φύγει. Μόλις ξημερώσει θα πάει στον πόλεμο, στον θάνατο.
Το ίδιο και η σκιά του, η πιστή συντρόφισσα, θα φύγει και θα πεθάνει μαζί του.
Είναι ακόμα νύχτα.
Η γυναίκα παίρνει ένα κάρβουνο από τη φωτιά και σχεδιάζει στον τοίχο το περίγραμμα της σκιάς του. Αυτές οι γραμμές δε θα φύγουν. Ξέρει πως δεν μπορούν να την αγκαλιάσουν, όμως θα βρίσκονται εκεί.



Οι άνεμοι της θάλασσας. 

Σύμφωνα με τις αφηγήσεις των παλιών ναυτικών, η θάλασσα ήταν γαλήνια, μια τεράστια λίμνη δίχως το παραμικρό κύμα, και μπορούσες να τη διασχίσεις μόνο κωπηλατώντας.

Τότε ένα κανό, χαμένο στο χρόνο, πήγε στην άλλη άκρη του κόσμου και βρήκε το νησί όπου ζούσαν οι άνεμοι. Οι ναυτικοί τους έπιασαν, τους πήραν μαζί τους και τους υποχρέωσαν να φυσούν. Οι αιχμάλωτοι άνεμοι έσπρωξαν το κανό που γλίστρησε στα νερά, κι έτσι οι ναυτικοί, που κωπηλατούσαν εδώ και αιώνες, μπόρεσαν επιτέλους να πέσουν για ύπνο.

Δεν ξύπνησαν ποτέ.
Το κανό τσακίστηκε στα βράχια.
Από τότε οι άνεμοι αναζητούν το χαμένο νησί που ήταν κάποτε το σπίτι τους. Μάταια περιφέρονται στις εφτά θάλασσες του κόσμου οι ούριοι άνεμοι, οι μουσώνες και οι κυκλώνες. Καμιά φορά βουλιάζουν τα πλοία που συναντούν στο δρόμο τους για να εκδικηθούν την απαγωγή τους.



Mare nostrum 

Είχε περάσει πάνω από ένας αιώνας από τότε που ο πάπας της Ρώμης μοίρασε το μισό κόσμο στην Ισπανία και στην Πορτογαλία, όταν το 1635 ο Άγγλος νομοθέτης Τζον Σελντεν δημοσίευσε το Mare clausum.

Η πραγματεία εκείνη αποδείκνυε ότι ιδιοκτήτη δεν είχε μόνο η γη αλλά και η θάλασσα, και κατά συνέπεια η Αυτού Μεγαλειότητα ο Βασιλεύς της Αγγλίας είχε το δικαίωμα να είναι ο νόμιμος ιδιοκτήτης των εδαφών και των θαλασσών της επεκτεινόμενης αυτοκρατορίας του.

Το βρετανικό δίκαιο της ιδιοκτησίας βασιζόταν στον θεό Ποσειδώνα, στον Νώε και τα τρία παιδιά του, στη Γένεση, στο Δευτερονόμιο, στους Ψαλμούς καθώς και στις προφητείες του Ησαΐα και του Ιζεκιήλ.


Τριακόσια εβδομήντα χρόνια αργότερα, οι Ηνωμένες Πολιτείες διεκδίκησαν τα απόλυτα δικαιώματα του αστρικού χώρου και των ουρανίων σωμάτων, αλλά δεν επικαλέστηκαν πηγές παρόμοιου κύρους. 


Τα αποσπάσματα από το βιβλίο "Καθρέφτες, μια σχεδόν παγκόσμια ιστορία", του Eduardo Galeano, από τις εκδόσεις Πάπυρος. O Ουρουγουανός δημοσιογράφος και συγγραφέας πέθανε σήμερα σε ηλικία 74 ετών στο Μοντεβιδέο. 


Εδουάρδο Γκαλεάνο: «Ο Τσε ζει...», από τον Οικοδόμο

Σάββατο 6 Δεκεμβρίου 2014

Η ώρα της Ιστορίας


Άκεφος, με χαλκάδες στα μάτια, ο Κίτσος σούρθηκε το άλλο πρωί στην τάξη. Πρώτη ώρα είχαν το Γαβριάδη- πράγμα που πάντα σκοτείνιαζε τη μέρα κι έφερνε προκαταβολικά γρουσουζιά. Με το που μπήκε στην τάξη, ο Ιστορικός είχε κιόλας αρχίσει να φωνάζει απουσιολόγιο. Με εκείνη τη λαρυγγική φωνή του- σα γυναίκα που βιάζουν.
“Τί ώρα είναι αυτή;” σταμάτησε για να μιλήσει στον Κίτσο.
“Οκτώ και τέταρτο”, είπε ο Κίτσος βραχνά.
“Πήγαινε να καθίσεις στη θέση σου”, τούπε, “αμέσως”
Ο Κίτσος κάθισε δίπλα στον Άκη, όπως πάντα. Ανήσυχος ο φίλος του στήλωσε πάνω του τα μάτια ερωτηματικά. Σκυμμένος στο βιβλίο της Ιστορίας ο Κίτσος έβλεπε την Άρτεμη με το κινηματογραφικό στήθος της και το αιώνιο στάχυ στο στόμα, να βαδίζει ανάμεσα στα παλικάρια του εικοσιένα σκορπίζοντας μικρές φλόγες που απειλούσαν να γίνει επανάσταση. Ώσπου κάποτες ένιωσε τον Άκη να τον σκουντάει.
“Μάθημα”, είπε η υστερική φωνή απ` την έδρα.
Σηκώθηκε επί τόπου, στηρίζοντας τα γόντά του πάνω στην κόψη του θρανίου.
“Εις τί ωφέλησε η υποστήριξη των Μεγάλων Δυνάμεων την επανάστασιν του εικοσιένα;” ρώτησε ο Γαβριάδης.
Ο Κίτσος ένιωσε όλα τα μάτια στραμμένα καταπάνω του. Θαρρείς και τούτη την ώρα να του έπεφταν από τον ουρανό μαζωμένες όλες οι ευθύνες. Τεντώθηκε όλος.
“Στο να διαιρέσει ακόμα περισσότερο το ήδη διαιρεμένο Έθνος” είπε με φωνή σιγανή, ωστόσο σταθερά.
“Τί εννοείς;” είπε ο Γαβριάδης κρεμώντας τα πουλίσια χέρια του πάνω από την έδρα.
“Εννοώ ότι οι αγωνιστές στάθηκαν μπαίγνιο της Ευρώπης και μοιράστηκαν σε αγγλόφιλους, ρωσόφιλους και γαλλόφιλους κατά το πρότυπο της πολιτική: “διαίρει και βασίλευε”
“Πού τα είδες αυτά γραμμένα;” είπε ο Γαβριάδης. “Σε ποιά σελίδα του βιβλίου;”
“Το βιβλίο το διάβασα κι αυτό κατάλαβα. Σελίδες δε θυμάμαι”
Ένα μουρμουρητό πέρασε πάνω απ' την τάξη. Όλοι κοίταζαν τον Κίτσο.
“Ποία ήτο η πρώτη επίσημος μορφή διακυβερνήσεως εις την ελευθέραν Ελλάδα;”
“Η βασιλεία του Όθωνα και των Βαυαρών. Μοναρχία απολυταρχική και κυβέρνηση παρακρατική”, είπε ο Κίτσος.
“Παρακρατική· τί πάει να πει η λέξις αυτή;”
Στο μυαλό του Κίτσου ήταν σα νάχε ανοίξει μια τρύπα και νάπεφτε ένα φως από ψηλά.
“Παρακρατικό είναι το σύστημα που κυβερνούν οι χαφιέδες και που το κράτος αστυνομεύεται από δυνάμεις αντισυνταγματικές. Όταν η ελευθερία του λαού διακυβεύεται και πνίγεται στα μπουντρούμια”
“Σιωπή!” βρόντηξε το χέρι πάνω στην έδρα ο Ιστορικός. “Απάντησε σωστά ειδεμή σε καθίζω χάμω”.
“Κίτσο” του είπε χαμηλόφωνα ο Άκης ταμπουρωμένος πίσω από το βιβλίο του, “το νου σου!”
“Και τί έχεις να πεις διά τον ρόλον τον οποίον διαδραμάτισε ο Μέτερνιχ εις την Ευρώπην;” ρώτησε ο ιστορικός κρεμνώντας τα γαμψά, πουλίσια χέρια του πάνω από την έδρα.
“Ο Μέτερνιχ ήταν μια φυσιογνωμία ξεχωριστή” είπε ο Κίτσος, “ένας αριστοτέχνης της διπλωματίας”.
“Τότε πώς εξηγείς τον ανθελληνικό ρόλο που έπαιξε εις την επανάστασιν;”
“Όλες οι φυσιογνωμίες σφάλλουν κάποτες στην εκτίμησή τους· τουλάχιστον αυτός ήταν κηρυγμένος ανοιχτά εναντίον της Ελλάδος. Δε συνομώτησε κρυφά, κι ούτε μας έκανε ποτέ το φίλο.”
“Με άλλα λόγια εσύ που φαίνεται να τον θαυμάζεις, είσαι και εσύ ανθέλλην...”
Η τάξη σώπαινε με κομμένη την αναπνοή.
“Μια τελευταία ερώτησις”, είπε ο Ιστορικός.
“Πού, πότε και υπό ποίας συνθήκας σκοτώθηκε ο Γεώργιος Καραϊσκάκης;”
“Στο Φάληρο, τον Απρίλη του 1827· ποιός σκότωσε τον Καραϊσκάκη μένει ανεξακρίβωτο, μπορεί και να δολοφονήθηκε· νομίζω πάντως πως όπως και να έχει το πράγμα ο Καραϊσκάκης έπεσε θύμα της Εγγλέζικης πολιτική που εμπνευστής της στην Ελλάδα στάθηκε ο Μαυροκορδάτος”.
“Σώπα”, είπε κατακόκκινος ο Γαβριάδης. “Δε σε ρώτησα να μας πεις τί νομίζεις. Πού τα έμαθες όλα αυτά; Για πες μας, κουμουνιστής είσαι;”
“Κουμουνιστής δεν είμαι”, είπε ο Κίτσος, ¨εκτός αν με κουμουνιστή εννοείτε έναν άνθρωπο που μπορεί και εκτιμάει τα πράγματα και προχωρεί πέρα απ' αυτό που τού δίνουν να πιστέψει”
“Ποιός τού δίνει να πιστέψει, τί;”
“Να αυτό”, είπε ο Κίτσος πιάνοντας απ' τη ράχη το βιβλίο της Ιστορίας και ανεμίζοντάς το. “Αυτό το κουρελόχαρτο”.
Ξαφνικά ο Γαβριάδης απόμεινε ακίνητος· όλο το αίμα ήρθε και μαζεύτηκε στο κεφάλι του, θαρρείς το τριγωνικό του κρανίο με τη χωρίστρα στη μέση ήταν έτοιμο από στιγμή σε στιγμή να χωρίσει στα δύο. Χτύπησε με το χάρακα την έδρα.
“Αναρχικός!” αναφώνισε, “έξω γρήγορα, έξω είπα...”
Ο Κίτσος έσκυψε κι άρχισε αργά να μαζεύει τα βιβλία του. Η τάξη παγωμένη κοίταζε πότε τον Κίτσο, πότε το Γαβριάδη. Μέσα σε νεκρική σιωπή ο Κίτσος μάζεψε ένα-ένα τα βιβλία του.
“Άσε τα και έβγα έξω αμέσως”, βρόντηξε η φωνή του Ιστορικού.
“Δε βγαίνω”, είπε ο Κίτσος ήσυχα.
“Τί είπες;”
“Είπα, δε βγαίνω. Πληρώνω σ' αυτό το σχολείο, κι έχω δικαίωμα σαν όλους εδώ μέσα ν' ακούσω το μάθημα και να εξεταστώ”.

Για μια απειροελάχιστη στιγμή, η τάξη έχασε την αίσθηση του χρόνου. Θαρρείς και μεγάλα κύματα νάχαν ορμήσει μέσα στην κάμαρη, σκαμπανεβάζοντας, που άλλοτες σήκωναν τον Κίτσο ψηλά, κι άλλοτε τον άφηναν να πέσει. Κι ανάμεσα ακουγόντουσαν φωνές υπόκωφες, σαν από μια επανάσταση που μαίνονταν στο βυθό και γύρευε αφορμή, τρόπο να ξεσπάσει. Ύστερα καθώς ο χρόνος ξαναβρήκε την κανονική του ροή, ένα κύμα γέλιου απλώθηκε στην τάξη, στην αρχή σιγανό, έπειτα ακράτητο. Ο Γαβριάδης έκανε να κατέβει απ' την έδρα, το πόδι του μπλέχτηκε στο σχοινί απ' όπου κρεμόταν ο σπόγγος του μαυροπίνακα, κι ήρθε να πέσει φαρδύς- πλατύς χάμω.

Τότε είναι που η τάξη σηκώθηκε στο πόδι, ανεμίζοντας βιβλία, πετώντας μολύβια και γόμες, ανοίγοντας τα παράθυρα, ωσότου οι φωνές σκόρπισαν, ήρθαν χτυπήθηκαν στους στενούς δρόμους της πόλης· έβλεπες τους διαβάτες όρθιους να αφουγκράζονται, τους μαγαζάτορες βγαλμένους στα κατώφλια τους, τις νοικοκυρές σταματημένες στις μπουγάδες τους. Έπειτα τα παιδιά, ακράτητα, άλλοι από τις πόρτες κι άλλοι από τα παράθυρα, ξεχύθηκαν στους δρόμους. Άλλοι ήθελαν να σηκώσουν τον Κίτσο στα χέρια, άλλοι να τον φιλήσουν, εκείνος όμως τους ξέφυγε κι από μια πάροδο έτρεξε να κρυφτεί.

Εκείνο το βράδυ, ο Κίτσος δε γύρισε στο σπίτι του. Άλλοι είπαν πως τον είδαν να μπαίνει στο σπίτι της Άρτεμης, άλλοι πως τον είδαν από μακριά να περπατάει στον Χλωμό, ανάμεσα σε βράχια και πυκνές λόχμες, σαν άγριος να ταίζεται μέλι και ακρίδες. Το επεισόδιο έκανε το γύρο της πόλης, μα γρήγορα καταλάγιασε κι αυτό. Σαν τους αέρηδες που φύσηξαν ότι ήταν να φυσήξουν κι έπειτα παγωμένοι, άσπλαχνοι, έπεσαν να κοιμηθούν.


Το απόσπασμα (σελ 139- 144) προέρχεται από  Τα Μηχανάκια, του Μένη Κουμανταρέα που εκδόθηκε από τον Κέδρο το 1962 . Ο συγγραφέας βρέθηκε σήμερα το πρωί δολοφονημένος στο σπίτι του στην Κυψέλη. Τον Οκτώβριο του 2012 ο Μένης Κουμανταρέας είχε υποστεί επίθεση από ακροδεξιό, λίγες μέρες μετά από την συμμετοχή του σε αντιρατσιστική εκδήλωση στον Άγιο Παντελεήμονα.


Η πρώτη φωτογραφία,  από το εξώφυλλο του βιβλίου που φιλοτέχνησε ο Χρόνης Μπότσογλου. 

Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2014

Το μαραφέτι, οι πειρατές και η ανάπτυξη

Μού το είχε υποσχεθεί καιρό πριν και κράτησε το λόγο του. Μόλις πήρε καινούριο kindle μού χάρισε το παλιό του. Όσην ώρα μού έκανε μια βιαστική επίδειξη των δυνατοτήτων του, δεν πρόσεχα καθόλου. Σκεφτόμουν με δέος τον άθλο που είχα μπροστά μου: να συνηθίσω αντί του βάρους, της υφής και της μυρωδιάς ενός κανονικού βιβλίου, να διαβάζω από αυτό το ελαφρύ, άοσμο, ηλεκτρονικό μαραφέτι.

Πέρασαν μερικές μέρες χωρίς να το αγγίξω καθόλου. Το κοίταζα δύσπιστα και ανέβαλα την πρώτη επαφή. Μια μέρα όμως ξεθάρρεψα και το άνοιξα. Δεν ήταν καθόλου δύσκολο τελικά να το χειριστώ, αν και πρέπει να ομολογήσω ότι αρκετές φορές το σάλιωσα στην δεξιά πάνω πλευρά του στην προσπάθεια να αλλάξω σελίδα. 

Ήμουν διπλά τυχερός καθώς υπήρχαν ήδη αποθηκευμένα 160 βιβλία. Ξeφύλλισα αρκετές φορές τον κατάλογο και βρήκα τα περισσότερα πολύ ενδιαφέροντα. Όμως εκείνη την πρώτη μέρα, δεν διάβασα τίποτα στο kindle· προτίμησα να συνεχίσω την ογκώδη συναρπαστική βιογραφία του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες- κατά σύμπτωση κι αυτό δώρο ενός άλλου καλού φίλου.

Την επόμενη όμως, βγαίνοντας, το πήρα μαζί μου. Στο μετρό δεν τόλμησα να το ανοίξω από τον φόβο των μελών αυτής της φοβερής, πολυμελούς ομάδας στο face book που εντοπίζουν αναγνώστες στα μέσα μαζικής μεταφοράς, τους φωτογραφίζουν κρυφά και έπειτα ανεβάζουν τις φωτογραφίες με ένα μικρό κείμενο για τον ανυποψίαστο αναγνώστη, το μέσον και φυσικά -όταν είναι δυνατόν- και τον τίτλο του βιβλίου.

Στο τέλος της μέρας που αποδείχτηκε αρκετά δύσκολη -όπως οι περισσότερες άλλωστε των τελευταίων ετών- και πριν πάρω το δρόμο της επιστροφής, σκέφτηκα να κάνω μια στάση για διάβασμα. Δεν δυσκολεύτηκα καθόλου στην επιλογή· αφ` ενός το σημείο που στάθηκα ήταν πολύ κοντά στον Άγιο Ελισσαίο, αφ` ετέρου, ήθελα κάτι “παλιό” ώστε να ξεφύγω για λίγο από το σήμερα.

Άρχισα, λοιπόν καθισμένος στον περίβολο της βιβλιοθήκης του Αδριανού να διαβάζω τη Γυφτοπούλα του Παπαδιαμάντη. Στην αρχή μού κακοφάνηκε πολύ που έλειπαν τα πνεύματα και οι περισπωμένες, αλλά σιγά σιγά το κείμενο με συνεπήρε για τα καλά. Ώσπου έφτασα σε ένα απόσπασμα που έλεγε:

“Άλλως δε κατά τον καιρόν εκείνον ουδείς ήτο κτήτωρ του ιδίου αυτού αγρού, ουδέ κάτοχος των πεδίλων του. Η γη δεν ανήκεν εις τους κατοίκους αυτής. Τα μεν παράλια περιήρχοντο αμοιβαδόν εις την κατοχήν των πειρατών και των τολμηρών τυχοδιωκτών παντός είδους, τα δε μεσόγεια ανήκον εις τους τιμαριούχους και εις τους άρχοντας.”

Σταμάτησα να διαβάζω και γέλασα καθώς σκέφτηκα ότι τελικά είναι πολύ δύσκολο να ξεφύγεις από το σήμερα, ειδικά όταν έχεις στα χέρια σου έναν “παλιό” συγγραφέα σαν τον Παπαδιαμάντη, ακόμα και αν τον διαβάζεις στο καινούριο σου kindle. Τα ίδια "τον καιρόν εκείνον", τα ίδια και στις μέρες μας. Με τη μόνη διαφορά ότι σήμερα την πειρατεία  την ονομάζουν ανάπτυξη.



Παρασκευή 8 Αυγούστου 2014

Ποίηση στο σχοινί


·
Nefosis καλή μου φίλη

Είχα αφήσει τα τελευταία σπίτια της Απολλωνίας και κατηφόριζα προς το Κάστρο. Ήταν απόγευμα, Αύγουστος και λίγους μήνες πριν, είχα διαβάσει αποσπάσματα από το βιβλίο του Κυριάκου Σιμόπουλου “Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα”. Με είχαν ενθουσιάσει τόσο που προσπαθούσα να μιμηθώ τους περιηγητές: γύριζα με τα πόδια τη Σίφνο, χωρίς φωτογραφική μηχανή, με ένα μπλοκάκι για σκίτσα και ένα τετράδιο για να γράφω όπως και εκείνοι, τις εντυπώσεις μου.

Φυσούσε θυμάμαι κι η διαδρομή ήταν ευχάριστη. Ο δρόμος -έτσι όπως είχε περάσει ο Δεκαπενταύγουστος και οι περισσότεροι τουρίστες είχαν αναχωρήσει- ήταν έρημος. Σε μια στροφή του, εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά μου το Κάστρο. Μάλλον καλύτερα θα ήταν να γράψω: αποκαλύφθηκε. Κοντοστάθηκα. Κοίταξα γύρω: το έντονο ανάγλυφο με τις πεζούλες -αλλού λιόδεντρα κι αλλού αμπέλια-, τον ορίζοντα όπου αχνοφαίνονταν το Δεσποτικό και πίσω του η Αντίπαρος, τον Αρτεμώνα να κατηφορίζει και να ενώνεται με την Απολλωνία, πιο πέρα τα Εξάμπελα και βέβαια στο τέλος κοίταξα και πάλι τον μοναδικό οικισμό του Κάστρου κουρνιασμένο πάνω στο βράχο.

Φτάνοντας πολύ κοντά, και πριν περάσω την λόζια, κάθισα σε μια ξερολιθιά κι άναψα τσιγάρο. Δεν είχα κουραστεί από τη διαδρομή, μα είναι απόλαυση να έχεις φτάσει στον προορισμό σου και να καθυστερείς λίγο την είσοδο. Απόλαυση και μια διαδικασία προετοιμασίας. Ήταν ήσυχα. Καμία κίνηση· μόνο ήχοι: οι διαρκείς των τζιτζικιών τριγύρω μου που πλάνταζαν στο τραγούδι και το επαναλαμβανόμενο μοτίβο των κυμάτων που έφτανε αχνό από τη μικρή -αθέατη από το σημείο που βρισκόμουν- παραλία, πολλά μέτρα κάτω, στη ρίζα του βράχου.

Είχα την αίσθηση ότι δεν υπήρχε ψυχή πουθενά, ώσπου είδα μια ηλικιωμένη γυναίκα να βγαίνει από το πρώτο σπίτι του οικισμού κρατώντας μια παλιά μεταλλική λεκάνη. Την άφησε κάτω και άρχισε να απλώνει την μπουγάδα της. Ήταν μόνο κάλτσες. Ανδρικές μάλλινες. Όλες σκούρες, το κάθε ζευγάρι σε διαφορετική απόχρωση του μπλε και του πράσινου. Δεν ήταν παρά πέντε- έξι ζευγάρια οπότε δεν έκανε πολλή ώρα. Όταν τέλειωσε σήκωσε την λεκάνη και μπήκε στο σπίτι. Οι κάλτσες ήδη ανέμιζαν κρεμασμένες. “Στο χέρι τις έπλυνε” σκέφτηκα καθώς διέκρινα από τις άκρες τους να φεύγουν σταγόνες.

Τις κοίταζα αρκετή ώρα και μετάνιωνα που δεν είχα μαζί μου φωτογραφική μηχανή. Θα ήταν ωραία εικόνα, αυτές οι ατίθασες σκούρες κάλτσες, οι πιο πολλές πάνω στο λευκό φόντο του σπιτιού και μερικές στο ουλτραμέρ του Αιγαίου. Σκεφτόμουν  να κάνω ένα πρόχειρο σκίτσο με μολύβι, σημειώνοντας με λέξεις τα χρώματα στο χαρτί για να στήσω αργότερα μια ακουαρέλα.

Τότε μόνο πρόσεξα τον τρόπο, την σειρά που τις είχε απλώσει η ηλικιωμένη. Δεξιά ήταν οι πιο σκούρες μπλε. Στο τέλος, αριστερά, οι πιο ανοιχτές πράσινες κι ενδιάμεσα...μα ήταν ένα θαύμα! Μια αρμονική χρωματική σύνθεση εκτεθειμένη προσωρινά στον αέρα. Ένα εφήμερο έργο τέχνης. Καθώς δεν την είδα να τις διαλέγει από τη λεκάνη, σκέφτηκα πως δεν μπορούσε παρά το άρτιο αυτό αποτέλεσμα να ήταν εντελώς τυχαίο. 

Επιχείρησα να βρω καλύτερη αλληλοδιαδοχή των χρωμάτων. Άλλαξα νοερά τη σειρά στις κάλτσες πολλές φορές. Κάθε φορά όμως διαπίστωνα ότι ο συνδυασμός που σκεφτόμουν, υπολείπονταν εκείνου της μπουγάδας που στέγνωνε στο μελτέμι του Αυγούστου  και τότε προσπαθούσα με ακόμα μεγαλύτερη ένταση να βρω τον επόμενο συνδυασμό. Ελπίζοντας  να πετύχω τον άριστο. Μάταια: ο τρόπος που είχαν τοποθετηθεί- τυχαίος ή όχι- ήταν ανυπέρβλητος. Παραιτήθηκα.



Άναψα κι άλλο τσιγάρο, αναβάλλοντας για λίγο ακόμα την είσοδό μου στον οικισμό. Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει. Μετά από λίγο άναψαν μερικά φώτα στο Κάστρο, κι όταν νύχτωσε για τα καλά, όλα τ` άλλα. Οι κάλτσες φαινόταν ακόμα, όχι όμως και τα χρώματά τους -σκιές ακίνητες πια, γιατί στο μεταξύ μαζί με το σκοτάδι, είχε πέσει κι ο αέρας. Όταν μετά από μερικές ώρες έπαιρνα το δρόμο της επιστροφής, η μπουγάδα είχε μαζευτεί και το σχοινί της ούτε που διακρίνονταν.

Τις επόμενες μέρες στη Σίφνο, σκεφτόμουν διαρκώς αυτή την σκηνή αλλά το μόνο που έκανα ήταν να κρατήσω μια απλή τηλεγραφική σημείωση στο τετράδιο του επίδοξου περιηγητή, τρεις λέξεις όλες κι όλες: “Μπουγάδα- Κάλτσες -Κάστρο”. Αλλά και τα χρόνια που ακολούθησαν δεν ήταν λίγες οι φορές που τη θυμήθηκα και όλο έλεγα ότι έπρεπε να την καταγράψω. 


Τελικά Nefosis καλή μου φίλη, δεν το έκανα παρά μόνο σήμερα, με αφορμή την κάρτα σου.

Να σαι καλά!



η φωτο από εδώ

Τρίτη 13 Μαΐου 2014

Το “το...”



 Τον παίδευε και το παίδευε σχεδόν δυο χρόνια. Όταν θεώρησε ότι είχε πλέον ολοκληρωθεί, αποφάσισε να το δώσει σε ένα φίλο του, φιλόλογο, που ήξερε ότι έγραφε και συνεχώς τον ρωτούσε πώς πάει το “το...”. Έτσι άλλωστε το είχε βαφτίσει ο ίδιος μια που δεν μπορούσε ούτε τίτλο να του δώσει, ούτε να το χαρακτηρίσει. Στην πρώτη σελίδα του αντιγράφου μάλιστα, σημείωσε χειρόγραφα, τελευταία στιγμή στη θέση του τίτλου : “το...”

 Την επόμενη μέρα ο φίλος τού τηλεφώνησε και τού είπε ενθουσιασμένος ότι το “το...” ήταν πολύ καλό. Εξαιρετικό. Βιάστηκε όμως να συμπληρώσει ότι χρειαζόταν ένα γερό κόψιμο που όχι μόνο ήταν πρόθυμος να κάνει, αλλά θα του έδινε μεγάλη χαρά. Συμφώνησε περισσότερο από περιέργεια, παρά γιατί είχε καταλάβει τι ακριβώς εννοούσε όταν έλεγε ότι σε “αρκετά σημεία πλατείαζε και ξέφευγε από το βασικό στόχο”.

 Το παρέλαβε στο ένα τρίτο του αρχικού. Το διάβασε και με βαριά καρδιά παραδέχτηκε ότι ο φίλος είχε δίκαιο. Ωστόσο δεν έκανε καμία κίνηση για αναζήτηση εκδότη -κάτι που είχε αποφασίσει ότι θα έκανε  τη στιγμή που έγραφε την πρώτη φράση του “το...”- αλλά το άφησε στο συρτάρι του. Πότε -πότε, το έβγαζε και το ξαναδιάβαζε προσπαθώντας να συνηθίσει στην ιδέα ότι είχε απομείνει μόλις το ένα τρίτο του αρχικού. Κι ότι ήταν βέβαια δικό του.

 Ένα χρόνο αργότερα σε παρουσίαση βιβλίου, εντελώς τυχαία, γνώρισε έναν κριτικό λογοτεχνίας από τους πιο αυστηρούς και διεισδυτικούς της πιάτσας. Τόλμησε να του πει ότι κι εκείνος κάτι είχε γράψει. Δεν είχε προλάβει να το πει “το...”, όταν ο κριτικός με αναπάντεχο ενθουσιασμό τού πρότεινε: “Μα να μού το στείλετε αγαπητέ μου, θα χαρώ πολύ να το διαβάσω!”. Την επόμενη  μέρα άφηνε στο θυρωρείο της εφημερίδας που εργαζόταν ο κριτικός, ένα φάκελο με το κομμένο αντίγραφο.

 “Αριστούργημα!” ήταν η πρώτη κουβέντα που άκουσε μια βδομάδα αργότερα, από τον κριτικό σε συνάντηση που είχαν κανονίσει. Δεν πίστευε στα αυτιά του και καθώς προσπαθούσε μέσα του να βολέψει τη χαρά που φούσκωνε, δεν έδωσε και πολύ σημασία στην συνέχεια των λόγων του κριτικού: “...στρεβλὲς εστιάσεις, πληθωρισμὸς μέσων, σπατάλες...”. Μόνο τη στιγμή που ο κριτικός άνοιξε το φάκελο που κρατούσε και έβγαλε μια σελίδα λέγοντας “...πήρα το θάρρος να περικόψω κάποια σημεία που αποδυνάμωναν το κείμενο”, συνειδητοποίησε ότι αν ο φιλόλογος που προηγήθηκε έκανε περικοπές, ο κριτικός ήταν χασάπης.

 Πρέπει να σκοτείνιασε πολύ. Ο κριτικός το πρόσεξε,  τού χαμογέλασε, τον χτύπησε ενθαρρυντικά στην πλάτη και του ανακοίνωσε με επισημότητα ότι την προηγούμενη είχε δώσει ο ίδιος το “το...” - ναι έτσι το είπε-  “χέρι με χέρι”, στον Χ, στον σηματικότερο εκδότη της χώρας, ο οποίος ενθουσιάστηκε και επιθυμεί να το εκδόσει άμεσα. “Να επικοινωνήσετε σήμερα κιόλας μαζί του. Περιμένει τηλεφώνημά σας” είπε ο κριτικός σημειώνοντας στο πίσω μέρος της μοναδικής σελίδας του κειμένου που είχε απομείνει από το “το...”, το τηλέφωνο του εκδότη.

 Ένα μήνα αργότερα, αφού είχαν προηγηθεί δύο συναντήσεις με τον εκδότη, ο επιμελητής του εκδοτικού οίκου -ο σχολαστικότερος του συναφιού-  τού έστειλε με ηλεκτρονικό μήνυμα, τη μακέτα του εξωφύλλου και το διορθωμένο, το τελικό, το υπό έκδοση κείμενο. Άνοιξε το επισυναπτόμενο αρχείο και διάβασε. Το κείμενο ήταν μόνο μια πρόταση. Ωστόσο ο τίτλος παρέμενε ο ίδιος. Στο υπόλευκο εξώφυλλο, ψηλά πάνω το όνομά του, στη μέση ο τίτλος “το...” και κάτω το όνομα του εκδοτικού οίκου. Όλα κεντραρισμένα.

 Ήταν το εκδοτικό γεγονός της χρονιάς. Οι διθυραμβικές κριτικές διαδεχόταν η μια την άλλη. Ο κριτικός/χασάπης μάλιστα, σε εκτενές σημείωμά του, υπαινίχθηκε ότι το “το...” θα μπορούσε κάλλιστα να διεκδικήσει Νόμπελ. Οι παρουσιάσεις στις οποίες συνέρρεαν πλήθη - όχι μόνο στο κέντρο αλλά και στην επαρχία- δεν είχαν τέλος και το τηλέφωνό του δεν σταματούσε να χτυπά για συνεντεύξεις σε εφημερίδες, περιοδικά και κανάλια. Για να μη μιλήσουμε για τα αναρίθμητα ηλεκτρονικά μηνύματα που λάμβανε καθημερινά από αναγνώστες που ήθελαν να τον συγχαρούν, να τού εκφράσουν τον θαυμασμό τους για τη γραφή του, να τού πουν ότι αυτό το πολυσέλιδο βιβλίο με τη μια μόλις πρόταση, το “το...” του, τους άλλαξε τη ζωή.


 Προμηθεύτηκα το “το...” την πρώτη μέρα που κυκλοφόρησε· στην πρεμιέρα των παρουσιάσεων. Μετά από μια ώρα στην ουρά, ο συγγραφέας μού υπέγραψε το αντίτυπο κάτω από μια μακροσκελή και συγκινητική αφιέρωση. Άρχισα να το διαβάζω το ίδιο βράδυ. Το ξαναδιάβασα αρκετές φορές. Αν σήμερα δεν γράφω κριτική ή έστω μια παρουσίαση για αυτό το σημαντικό βιβλίο, είναι γιατί ενώ έχουν ήδη γραφτεί τόσες πολλές,  από σημαντικές πένες, κανείς ως τώρα δεν έχει μιλήσει για αυτή την ιστορία που μόλις διαβάσατε. 


στον Γ.Β που το προκάλεσε


η εικόνα από εδώ