Δε θυμάμαι πώς έφτασε η κουβέντα στο ποτάμι. Μου είπες: «Θέλω να πας να βγάλεις φωτογραφίες» με ένα τρόπο που δε σήκωνε αντιρρήσεις. Αιφνιδιάστηκα αλλά βρήκα αμέσως πρόχειρες μερικές δικαιολογίες- θα μείνω λίγες μέρες για τις εκλογές, θέλω να δω τόσους φίλους, έχω και δουλειές να τακτοποιήσω... Επέμεινες όμως και προσπάθησα να σε ξεγελάσω με αναμνήσεις, που ξεπήδησαν με τον τρόπο των αναμνήσεων: ανεξέλεγκτες.
Σου είπα ότι με «τα άλλα παιδιά», πηγαίναμε σχεδόν κάθε απόγευμα, με τα ποδήλατα. Ρίχναμε πέτρες και συναγωνιζόμασταν ποιος θα πετύχει περισσότερες αναπηδήσεις, τα καλοκαίρια βουτάγαμε σε μικρές πράσινες λίμνες που σχηματιζόταν κάθε φορά και σε άλλο σημείο από τις αλλαγές στη ροή του ποταμού από τις συνεχείς αμμοληψίες. Γυρίζαμε σούρουπο, κατάκοποι κι ευχαριστημένοι με τα πρόσωπά μας να φέγγουν αλλόκοτα από τις κωλοφωτιές* που μαζεύαμε στους αγρούς και στολιζόμασταν.
Των Φώτων από την παλιά, εγκαταλειμμένη πια γέφυρα, βλέπαμε το σταυρό να πέφτει στο ποτάμι κι από τις χιονισμένες όχθες κάτω, «τα παλικάρια», να βουτάνε στο νερό. Το τοπίο γκρίζο, χειμωνιάτικο, θολό από την ομίχλη και από τα χρόνια που περάσανε κι εμείς μικροί με ορθάνοιχτα μάτια να ονειρευόμαστε τη μέρα που θα μεγαλώσουμε και θα μας αφήσουν επιτέλους να ορμήσουμε κι εμείς στα παγωμένα νερά για να πιάσουμε το σταυρό.
Θυμήθηκα τα ψαρέματα των μεγάλων που βάζανε ένα δίχτυ κάθετα στο ποτάμι και μετά πηγαίνανε εκατό μέτρα πιο πάνω κόντρα στο ρεύμα και ρίχνανε πέτρες κατηφορίζοντας σιγά σιγά προς το δίχτυ. Τα ψάρια τρομάζανε, φεύγανε ακολουθώντας το ρεύμα και παγιδευόταν. Εύκολο ψάρεμα. Ούτε μισή ώρα υπόθεση κι ύστερα ξεψαρίζανε βράδι σε ένα πεζοδρόμιο «σαράντα κιλά πιάσαμε» έλεγε και ξανάλεγε περήφανος ο πατέρας μου, μοιράζοντας στις γειτόνισσες που ερχόταν κατόπιν πρόσκλησης και περίμεναν υπομονετικά με πιατέλες να πάρουν μερίδιο της ψαριάς, όπως κι οι γάτες που μαζευόταν απρόσκλητες. Την άλλη μέρα σε όλη τη γειτονιά από τα ανοιχτά παράθυρα έβγαινε η ίδια μυρωδιά τηγανητού ψαριού.
Θυμήθηκα και κάτι που δεν έχω ζήσει αλλά οι εντυπώσεις από τις διηγήσεις ήταν τόσο έντονες που γέννησαν ζωντανές εικόνες. Τέτοια εποχή πήγαιναν οι γυναίκες, μεγάλες παρέες, γειτόνισσες ή συγγενείς και πλένανε τα μάλλινα, κουβέρτες κιλίμια, φλοκάτες. Τα ρίχνανε στα ρηχά και τα χτυπούσαν με καδρόνια για να καθαρίσουν.
«Αυτά γιατί δεν τα γράφεις; Πήγαινε βγάλε φωτογραφίες και ετοίμασε μια ανάρτηση για το ποτάμι», είπες λίγο πριν κλείσουμε το τηλέφωνο και απάντησα απρόθυμα ότι θα προσπαθήσω. Είχα σκοτεινιάσει, αλλά μάλλον δεν το κατάλαβες.
«Τα άλλα παιδιά» ήταν ο Χρίστος και ο Λεωνίδας. Τα σπίτια μας κολλητά, μαζί μεγαλώσαμε, χωρίζαμε μόνο στο ύπνο και στις τάξεις στο σχολείο. Ο Λεωνίδας ήταν ένα χρόνο κι ο Χρίστος τέσσερα, μικρότεροι από μένα. Έτρωγα σπίτι τους και τρώγανε στο δικό μας. Στην πίσω κοινή αυλή γιορτάζαμε τα γενέθλια μας στη σειρά -κι οι τρεις μας γεννημένοι καλοκαίρι. Μαζί ανεβαίναμε στη κερασιά και τρώγαμε μέχρι να μας πονέσει η κοιλιά. Μαζί τρώγαμε και το ξύλο για τις σκανταλιές μας - το περισσότερο ήταν εκείνη τη φορά που πήραμε κρυφά δύο γαϊδουράκια από ένα κτήμα γιατί ήταν σκασμένα τα λάστιχα στα ποδήλατα και θέλαμε να πάμε καβαλάρηδες στο ποτάμι. Αφηνιάσανε αυτά στο δρόμο, μας έριξαν κάτω και τρέχαμε με ματωμένα γόνατα μέσα στο δάσος για να τα προλάβουμε.
Πρώτη χρονιά στο Πανεπιστήμιο στην Αθήνα κατακαλόκαιρο, μετά από ξενύχτι εξεταστικής, πέφτω ξημερώματα και βλέπω στον ύπνο μου μια γιορτή. Κόσμος μαζεμένος στην πίσω αυλή μας και από μια αόρατη ορχήστρα χάλικνων πνευστών φτάνουν ξέφρενοι βαλκανικοί ρυθμοί. Όρθιοι όλοι γύρω από ένα κύκλο χτυπούσαν παλαμάκια, πρόσωπα απροσδιόριστα οικεία. Ξαφνικά μέσα από το πλήθος πρόβαλε ο Χρίστος με πονηρό χαμόγελο, καλώντας τους άλλους για χορό. Δεν τον ακολούθησε κανείς. Δεν έχασε το κέφι του από την άρνηση των άλλων κι άρχισε να χορεύει μόνος του στο κέντρο του κύκλου στο ρυθμό που γινόταν ολοένα και πιο γρήγορος και πιο ζωηρός. Κρατούσε ένα μεγάλο κόκκινο μαντήλι και πότε το ανέμιζε, πότε το είχε ψηλά τεντωμένο στα χέρια του. Μούσκεμα στον ιδρώτα, ευτυχισμένος.
Με παραξένεψε το όνειρο. Αργά το βράδυ της επόμενης μέρας τηλεφώνησα στους δικούς μου και μόλις απάντησα στο αγωνιώδες «πώς έγραψες,» ρώτησα τί κάνει ο Χρίστος. Μεσολάβησε μια παύση και μετά μου είπαν ότι ήταν λίγο αδιάθετος. Τηλεφώνησα τις επόμενες μέρες για να δω πώς πάει και διαρκώς χειροτέρευε αλλά δεν ξέρανε τι είχε. Την τελευταία φορά άρχισα να ουρλιάζω «γιατί δεν τον πάτε στο νοσοκομείο;». Ξαφνικά κατάλαβα ότι κάτι μου κρύβανε κι έτσι τηλεφώνησα σε μια γειτόνισσα. «Πνίγηκε στο ποτάμι...» μου είπε «...σήμερα ήταν η κηδεία» και ξέσπασε σε κλάματα.
Αργότερα έμαθα ότι είχε πάει για ψάρεμα με ένα φίλο του. Ήταν η μέρα που έκλεισαν τα σχολεία. Η μέρα που είχα δει το όνειρο. Γλύστρισε από το βράχο που κάναμε βουτιές, έπεσε, τον παρέσυρε το ρεύμα. Τον βρήκαν δύο μέρες αργότερα, χιλιόμετρα μακριά. Η νεκροψία έδειξε καρδιακή προσβολή. Ήταν δεκαπέντε χρονών.
Από τότε δεν ξαναπήγα στο ποτάμι.
Τώρα πιστεύω ότι μπορείς να δικαιολογήσεις την απροθυμία μου. Να σου πω κάτι παράξενο; Νομίζω ότι τώρα, που έγραψα όλα αυτά μπορώ να ξεκινήσω για τον Αλιάκμονα. Θα περάσω όμως πρώτα από το Χρίστο να του ανάψω ένα κερί.
*πυγολαμπίδες
Μουσική: Του Ennio Morricone από την ταινία The Mission
Σου είπα ότι με «τα άλλα παιδιά», πηγαίναμε σχεδόν κάθε απόγευμα, με τα ποδήλατα. Ρίχναμε πέτρες και συναγωνιζόμασταν ποιος θα πετύχει περισσότερες αναπηδήσεις, τα καλοκαίρια βουτάγαμε σε μικρές πράσινες λίμνες που σχηματιζόταν κάθε φορά και σε άλλο σημείο από τις αλλαγές στη ροή του ποταμού από τις συνεχείς αμμοληψίες. Γυρίζαμε σούρουπο, κατάκοποι κι ευχαριστημένοι με τα πρόσωπά μας να φέγγουν αλλόκοτα από τις κωλοφωτιές* που μαζεύαμε στους αγρούς και στολιζόμασταν.
Των Φώτων από την παλιά, εγκαταλειμμένη πια γέφυρα, βλέπαμε το σταυρό να πέφτει στο ποτάμι κι από τις χιονισμένες όχθες κάτω, «τα παλικάρια», να βουτάνε στο νερό. Το τοπίο γκρίζο, χειμωνιάτικο, θολό από την ομίχλη και από τα χρόνια που περάσανε κι εμείς μικροί με ορθάνοιχτα μάτια να ονειρευόμαστε τη μέρα που θα μεγαλώσουμε και θα μας αφήσουν επιτέλους να ορμήσουμε κι εμείς στα παγωμένα νερά για να πιάσουμε το σταυρό.
Θυμήθηκα τα ψαρέματα των μεγάλων που βάζανε ένα δίχτυ κάθετα στο ποτάμι και μετά πηγαίνανε εκατό μέτρα πιο πάνω κόντρα στο ρεύμα και ρίχνανε πέτρες κατηφορίζοντας σιγά σιγά προς το δίχτυ. Τα ψάρια τρομάζανε, φεύγανε ακολουθώντας το ρεύμα και παγιδευόταν. Εύκολο ψάρεμα. Ούτε μισή ώρα υπόθεση κι ύστερα ξεψαρίζανε βράδι σε ένα πεζοδρόμιο «σαράντα κιλά πιάσαμε» έλεγε και ξανάλεγε περήφανος ο πατέρας μου, μοιράζοντας στις γειτόνισσες που ερχόταν κατόπιν πρόσκλησης και περίμεναν υπομονετικά με πιατέλες να πάρουν μερίδιο της ψαριάς, όπως κι οι γάτες που μαζευόταν απρόσκλητες. Την άλλη μέρα σε όλη τη γειτονιά από τα ανοιχτά παράθυρα έβγαινε η ίδια μυρωδιά τηγανητού ψαριού.
Θυμήθηκα και κάτι που δεν έχω ζήσει αλλά οι εντυπώσεις από τις διηγήσεις ήταν τόσο έντονες που γέννησαν ζωντανές εικόνες. Τέτοια εποχή πήγαιναν οι γυναίκες, μεγάλες παρέες, γειτόνισσες ή συγγενείς και πλένανε τα μάλλινα, κουβέρτες κιλίμια, φλοκάτες. Τα ρίχνανε στα ρηχά και τα χτυπούσαν με καδρόνια για να καθαρίσουν.
«Αυτά γιατί δεν τα γράφεις; Πήγαινε βγάλε φωτογραφίες και ετοίμασε μια ανάρτηση για το ποτάμι», είπες λίγο πριν κλείσουμε το τηλέφωνο και απάντησα απρόθυμα ότι θα προσπαθήσω. Είχα σκοτεινιάσει, αλλά μάλλον δεν το κατάλαβες.
«Τα άλλα παιδιά» ήταν ο Χρίστος και ο Λεωνίδας. Τα σπίτια μας κολλητά, μαζί μεγαλώσαμε, χωρίζαμε μόνο στο ύπνο και στις τάξεις στο σχολείο. Ο Λεωνίδας ήταν ένα χρόνο κι ο Χρίστος τέσσερα, μικρότεροι από μένα. Έτρωγα σπίτι τους και τρώγανε στο δικό μας. Στην πίσω κοινή αυλή γιορτάζαμε τα γενέθλια μας στη σειρά -κι οι τρεις μας γεννημένοι καλοκαίρι. Μαζί ανεβαίναμε στη κερασιά και τρώγαμε μέχρι να μας πονέσει η κοιλιά. Μαζί τρώγαμε και το ξύλο για τις σκανταλιές μας - το περισσότερο ήταν εκείνη τη φορά που πήραμε κρυφά δύο γαϊδουράκια από ένα κτήμα γιατί ήταν σκασμένα τα λάστιχα στα ποδήλατα και θέλαμε να πάμε καβαλάρηδες στο ποτάμι. Αφηνιάσανε αυτά στο δρόμο, μας έριξαν κάτω και τρέχαμε με ματωμένα γόνατα μέσα στο δάσος για να τα προλάβουμε.
Πρώτη χρονιά στο Πανεπιστήμιο στην Αθήνα κατακαλόκαιρο, μετά από ξενύχτι εξεταστικής, πέφτω ξημερώματα και βλέπω στον ύπνο μου μια γιορτή. Κόσμος μαζεμένος στην πίσω αυλή μας και από μια αόρατη ορχήστρα χάλικνων πνευστών φτάνουν ξέφρενοι βαλκανικοί ρυθμοί. Όρθιοι όλοι γύρω από ένα κύκλο χτυπούσαν παλαμάκια, πρόσωπα απροσδιόριστα οικεία. Ξαφνικά μέσα από το πλήθος πρόβαλε ο Χρίστος με πονηρό χαμόγελο, καλώντας τους άλλους για χορό. Δεν τον ακολούθησε κανείς. Δεν έχασε το κέφι του από την άρνηση των άλλων κι άρχισε να χορεύει μόνος του στο κέντρο του κύκλου στο ρυθμό που γινόταν ολοένα και πιο γρήγορος και πιο ζωηρός. Κρατούσε ένα μεγάλο κόκκινο μαντήλι και πότε το ανέμιζε, πότε το είχε ψηλά τεντωμένο στα χέρια του. Μούσκεμα στον ιδρώτα, ευτυχισμένος.
Με παραξένεψε το όνειρο. Αργά το βράδυ της επόμενης μέρας τηλεφώνησα στους δικούς μου και μόλις απάντησα στο αγωνιώδες «πώς έγραψες,» ρώτησα τί κάνει ο Χρίστος. Μεσολάβησε μια παύση και μετά μου είπαν ότι ήταν λίγο αδιάθετος. Τηλεφώνησα τις επόμενες μέρες για να δω πώς πάει και διαρκώς χειροτέρευε αλλά δεν ξέρανε τι είχε. Την τελευταία φορά άρχισα να ουρλιάζω «γιατί δεν τον πάτε στο νοσοκομείο;». Ξαφνικά κατάλαβα ότι κάτι μου κρύβανε κι έτσι τηλεφώνησα σε μια γειτόνισσα. «Πνίγηκε στο ποτάμι...» μου είπε «...σήμερα ήταν η κηδεία» και ξέσπασε σε κλάματα.
Αργότερα έμαθα ότι είχε πάει για ψάρεμα με ένα φίλο του. Ήταν η μέρα που έκλεισαν τα σχολεία. Η μέρα που είχα δει το όνειρο. Γλύστρισε από το βράχο που κάναμε βουτιές, έπεσε, τον παρέσυρε το ρεύμα. Τον βρήκαν δύο μέρες αργότερα, χιλιόμετρα μακριά. Η νεκροψία έδειξε καρδιακή προσβολή. Ήταν δεκαπέντε χρονών.
Από τότε δεν ξαναπήγα στο ποτάμι.
Τώρα πιστεύω ότι μπορείς να δικαιολογήσεις την απροθυμία μου. Να σου πω κάτι παράξενο; Νομίζω ότι τώρα, που έγραψα όλα αυτά μπορώ να ξεκινήσω για τον Αλιάκμονα. Θα περάσω όμως πρώτα από το Χρίστο να του ανάψω ένα κερί.
*πυγολαμπίδες
Μουσική: Του Ennio Morricone από την ταινία The Mission




