Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποτάμι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποτάμι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 11 Αυγούστου 2010

Ed Stafford_ Walking the Amazon



Τη Δευτέρα το μεσημέρι οι λουόμενοι στην παραλία Maruda, στο Marapanim, της βόρειας Βραζιλίας παρατήρησαν δύο νέους άντρες να φτάνουν καταϊδρωμένοι, να πετούν τα σακίδια που είχαν στους ώμους τους και μετά τρέχουν και να βουτάνε με τα ρούχα τους στην θάλασσα φωνάζοντας σαν παιδιά. Φαινόταν αρκετά ταλαιπωρημένοι κι έτσι οι λουόμενοι υπέθεσαν ότι μάλλον ερχόταν από μακριά.

Κανένας όμως δε θα μπορούσε να πιστέψει ότι για αυτή τη μοναδική βουτιά στα νερά του Ατλαντικού είχαν περπατήσει 9.650 χλμ ! Με λίγα λόγια είχαν διασχίσει κατά πλάτος την Νότια Αμερική, ξεκινώντας από τις πηγές του Αμαζονίου στο νότιο Περού και για δυόμισι χρόνια περπατώντας παράλληλα με το μεγαλύτερο μετά τον Νείλο σε μήκος ποτάμι στον κόσμο, μέσα από τη μυθική αδιάβατη ζούγκλα του, κατάφεραν και έφτασαν ζωντανοί στον προορισμό τους στις εκβολές του ποταμού, στον Ατλαντικό.


Αυτή η Οδύσσεια ήταν αποτέλεσμα της βαθιάς επιθυμίας του Βρετανού Ed Stafford να πραγματοποιήσει το αδύνατο. “ Το κάνω, απλώς γιατί δεν το έχει κάνει κανείς ποτέ πριν” είχε δηλώσει λίγο καιρό πριν ολοκληρώσει τον άθλο του. Βέβαια το εγχείρημα απαιτούσε ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσό- 100.000$ που συγκεντρώθηκαν από χορηγούς και δωρητές- κι έτσι προβλήθηκε κυρίως ο στόχος της αφύπνισης της παγκόσμιας κοινής γνώμης για την συνεχιζόμενη καταστροφή του Αμαζονίου και τις επιπτώσεις της και όχι τόσο το πραγματικό κίνητρο που δεν ήταν παρά a selfish boy's-own adventure”.

Ούτως η άλλως η ζωή του 34χρονου Ed ήταν ήδη περιπετειώδης και πολυκύμαντη: εγκατέλειψε την στρατιωτική του καριέρα για να γίνει χρηματιστής, αλλά ούτε αυτό φαίνεται να τον ικανοποιούσε, οπότε έγινε αρχηγός φοιτητικών αποστολών στο Belize, μια μικρή χώρα της Κεντρικής Αμερικής- πρώην Βρετανική αποικία. Ακολούθησε ο περίπατος στις όχθες του Αμαζονίου και πριν καλά καλά τον ολοκληρώσει δήλωνε ότι ήδη είχε θέσει τον επόμενο στόχο ακόμα πιο δύσκολο κάτι που επίσης δεν έχει πραγματοποιήσει κανείς ποτέ πριν, αφήνοντας την φαντασία να οργιάσει καθώς δεν έδωσε καμία πληροφορία εκτός της ημερομηνίας έναρξης της επόμενης αποστολής – το Σεπτέμβριο του 2001- και έκλεισε τη συζήτηση με ένα κοφτό, αλλά πολλά υποσχόμενο: “Top secret”.


Χριστούγεννα στη ζούγκλα του Αμαζόνιου

Ο Ed Stafford ξεκίνησε τη μακρά πορεία του στις 2 Απριλίου 2008 παρέα με ένα φίλο που γρήγορα εγκατέλειψε. Αντίθετα ο Περουβιανούς δασολόγος Gadiel "Cho" Sanchez Rivera, 31 ετών που υποσχέθηκε τον Ιούλιο του 2008 να τον συντροφεύσει μόλις για πέντε μέρες, τον ακολούθησε μέχρι το τέλος. Σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής είχαν μαζί τους και δύο ντόπιους οδηγούς που εναλλασσόταν -συνήθως υλοτόμοι και μερικές φορές πρώην έμποροι ναρκωτικών. Την αποστολή σε κάποια τμήματά της ακολούθησαν και μερικοί δημοσιογράφοι και φωτογράφοι.

Τα διεθνή μέσα στα ρεπορτάζ τους για τον Ed Stafford όπως είναι φυσικό εστίασαν σε μετρήσιμα χειροπιαστά μεγέθη: την απόσταση που κάλυψε, τις παρακάμψεις που αναγκάστηκε λόγω της πλημμύρας που συνάντησε(2000 μίλια), τις μέρες που χρειάστηκε για να ολοκληρώσει την ατελείωτη διαδρομή(859), το βάρος του σακιδίου του (31 κιλά) τα τσιμπήματα των κουνουπιών που υπέστη (50.000) το μήκος του μεγαλύτερου κροκόδειλου που συνάντησε (5,5 μέτρα) το είδος της διατροφής του (πιράνχας, ρύζι και φασόλια), τις επιθέσεις που δέχτηκε από ιθαγενείς, τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετώπισε... και τελείωναν τονίζοντας ότι ήταν ο πρώτος άνθρωπος που κατάφερε αυτόν τον άθλο.

Ο σημαντικότερος έπαινος πάντως για τον Ed Stafford έφτασε on line, στο blog που ο διατηρούσε κατά τη διάρκεια της διαδρομής. Ήταν ένα σχόλιο του Sir Ranulph Fiennes του μεγαλύτερου εν ζωή εξερευνητή όπως τον περιγράφει το βιβλίο Guinness που έλεγε: "To do all this in more than 800 continuous days with just a backpack puts Stafford's endeavor in the top league of expeditions past and present. "



ΠΗΓΕΣ: Living in Peru, REUTERS, Telegraph, Yahoo.news, You Tube

φωτογραφίες: Keith Ducatel

Μουσική: Gabriel's Oboe, (The Mission ) του Ennio Morricone από το άλμπουμ

"Yo Yo Ma plays Ennio Morricone"




Τετάρτη 10 Ιουνίου 2009

Το ποτάμι που ζήτησες

Δε θυμάμαι πώς έφτασε η κουβέντα στο ποτάμι. Μου είπες: «Θέλω να πας να βγάλεις φωτογραφίες» με ένα τρόπο που δε σήκωνε αντιρρήσεις. Αιφνιδιάστηκα αλλά βρήκα αμέσως πρόχειρες μερικές δικαιολογίες- θα μείνω λίγες μέρες για τις εκλογές, θέλω να δω τόσους φίλους, έχω και δουλειές να τακτοποιήσω... Επέμεινες όμως και προσπάθησα να σε ξεγελάσω με αναμνήσεις, που ξεπήδησαν με τον τρόπο των αναμνήσεων: ανεξέλεγκτες.

Σου είπα ότι με «τα άλλα παιδιά», πηγαίναμε σχεδόν κάθε απόγευμα, με τα ποδήλατα. Ρίχναμε πέτρες και συναγωνιζόμασταν ποιος θα πετύχει περισσότερες αναπηδήσεις, τα καλοκαίρια βουτάγαμε σε μικρές πράσινες λίμνες που σχηματιζόταν κάθε φορά και σε άλλο σημείο από τις αλλαγές στη ροή του ποταμού από τις συνεχείς αμμοληψίες. Γυρίζαμε σούρουπο, κατάκοποι κι ευχαριστημένοι με τα πρόσωπά μας να φέγγουν αλλόκοτα από τις κωλοφωτιές* που μαζεύαμε στους αγρούς και στολιζόμασταν.

Των Φώτων από την παλιά, εγκαταλειμμένη πια γέφυρα, βλέπαμε το σταυρό να πέφτει στο ποτάμι κι από τις χιονισμένες όχθες κάτω, «τα παλικάρια», να βουτάνε στο νερό. Το τοπίο γκρίζο, χειμωνιάτικο, θολό από την ομίχλη και από τα χρόνια που περάσανε κι εμείς μικροί με ορθάνοιχτα μάτια να ονειρευόμαστε τη μέρα που θα μεγαλώσουμε και θα μας αφήσουν επιτέλους να ορμήσουμε κι εμείς στα παγωμένα νερά για να πιάσουμε το σταυρό.

Θυμήθηκα τα ψαρέματα των μεγάλων που βάζανε ένα δίχτυ κάθετα στο ποτάμι και μετά πηγαίνανε εκατό μέτρα πιο πάνω κόντρα στο ρεύμα και ρίχνανε πέτρες κατηφορίζοντας σιγά σιγά προς το δίχτυ. Τα ψάρια τρομάζανε, φεύγανε ακολουθώντας το ρεύμα και παγιδευόταν. Εύκολο ψάρεμα. Ούτε μισή ώρα υπόθεση κι ύστερα ξεψαρίζανε βράδι σε ένα πεζοδρόμιο «σαράντα κιλά πιάσαμε» έλεγε και ξανάλεγε περήφανος ο πατέρας μου, μοιράζοντας στις γειτόνισσες που ερχόταν κατόπιν πρόσκλησης και περίμεναν υπομονετικά με πιατέλες να πάρουν μερίδιο της ψαριάς, όπως κι οι γάτες που μαζευόταν απρόσκλητες. Την άλλη μέρα σε όλη τη γειτονιά από τα ανοιχτά παράθυρα έβγαινε η ίδια μυρωδιά τηγανητού ψαριού.

Θυμήθηκα και κάτι που δεν έχω ζήσει αλλά οι εντυπώσεις από τις διηγήσεις ήταν τόσο έντονες που γέννησαν ζωντανές εικόνες. Τέτοια εποχή πήγαιναν οι γυναίκες, μεγάλες παρέες, γειτόνισσες ή συγγενείς και πλένανε τα μάλλινα, κουβέρτες κιλίμια, φλοκάτες. Τα ρίχνανε στα ρηχά και τα χτυπούσαν με καδρόνια για να καθαρίσουν.

«Αυτά γιατί δεν τα γράφεις; Πήγαινε βγάλε φωτογραφίες και ετοίμασε μια ανάρτηση για το ποτάμι», είπες λίγο πριν κλείσουμε το τηλέφωνο και απάντησα απρόθυμα ότι θα προσπαθήσω. Είχα σκοτεινιάσει, αλλά μάλλον δεν το κατάλαβες.

«Τα άλλα παιδιά» ήταν ο Χρίστος και ο Λεωνίδας. Τα σπίτια μας κολλητά, μαζί μεγαλώσαμε, χωρίζαμε μόνο στο ύπνο και στις τάξεις στο σχολείο. Ο Λεωνίδας ήταν ένα χρόνο κι ο Χρίστος τέσσερα, μικρότεροι από μένα. Έτρωγα σπίτι τους και τρώγανε στο δικό μας. Στην πίσω κοινή αυλή γιορτάζαμε τα γενέθλια μας στη σειρά -κι οι τρεις μας γεννημένοι καλοκαίρι. Μαζί ανεβαίναμε στη κερασιά και τρώγαμε μέχρι να μας πονέσει η κοιλιά. Μαζί τρώγαμε και το ξύλο για τις σκανταλιές μας - το περισσότερο ήταν εκείνη τη φορά που πήραμε κρυφά δύο γαϊδουράκια από ένα κτήμα γιατί ήταν σκασμένα τα λάστιχα στα ποδήλατα και θέλαμε να πάμε καβαλάρηδες στο ποτάμι. Αφηνιάσανε αυτά στο δρόμο, μας έριξαν κάτω και τρέχαμε με ματωμένα γόνατα μέσα στο δάσος για να τα προλάβουμε.

Πρώτη χρονιά στο Πανεπιστήμιο στην Αθήνα κατακαλόκαιρο, μετά από ξενύχτι εξεταστικής, πέφτω ξημερώματα και βλέπω στον ύπνο μου μια γιορτή. Κόσμος μαζεμένος στην πίσω αυλή μας και από μια αόρατη ορχήστρα χάλικνων πνευστών φτάνουν ξέφρενοι βαλκανικοί ρυθμοί. Όρθιοι όλοι γύρω από ένα κύκλο χτυπούσαν παλαμάκια, πρόσωπα απροσδιόριστα οικεία. Ξαφνικά μέσα από το πλήθος πρόβαλε ο Χρίστος με πονηρό χαμόγελο, καλώντας τους άλλους για χορό. Δεν τον ακολούθησε κανείς. Δεν έχασε το κέφι του από την άρνηση των άλλων κι άρχισε να χορεύει μόνος του στο κέντρο του κύκλου στο ρυθμό που γινόταν ολοένα και πιο γρήγορος και πιο ζωηρός. Κρατούσε ένα μεγάλο κόκκινο μαντήλι και πότε το ανέμιζε, πότε το είχε ψηλά τεντωμένο στα χέρια του. Μούσκεμα στον ιδρώτα, ευτυχισμένος.

Με παραξένεψε το όνειρο. Αργά το βράδυ της επόμενης μέρας τηλεφώνησα στους δικούς μου και μόλις απάντησα στο αγωνιώδες «πώς έγραψες,» ρώτησα τί κάνει ο Χρίστος. Μεσολάβησε μια παύση και μετά μου είπαν ότι ήταν λίγο αδιάθετος. Τηλεφώνησα τις επόμενες μέρες για να δω πώς πάει και διαρκώς χειροτέρευε αλλά δεν ξέρανε τι είχε. Την τελευταία φορά άρχισα να ουρλιάζω «γιατί δεν τον πάτε στο νοσοκομείο;». Ξαφνικά κατάλαβα ότι κάτι μου κρύβανε κι έτσι τηλεφώνησα σε μια γειτόνισσα. «Πνίγηκε στο ποτάμι...» μου είπε «...σήμερα ήταν η κηδεία» και ξέσπασε σε κλάματα.

Αργότερα έμαθα ότι είχε πάει για ψάρεμα με ένα φίλο του. Ήταν η μέρα που έκλεισαν τα σχολεία. Η μέρα που είχα δει το όνειρο. Γλύστρισε από το βράχο που κάναμε βουτιές, έπεσε, τον παρέσυρε το ρεύμα. Τον βρήκαν δύο μέρες αργότερα, χιλιόμετρα μακριά. Η νεκροψία έδειξε καρδιακή προσβολή. Ήταν δεκαπέντε χρονών.


Από τότε δεν ξαναπήγα στο ποτάμι.

Τώρα πιστεύω ότι μπορείς να δικαιολογήσεις την απροθυμία μου. Να σου πω κάτι παράξενο; Νομίζω ότι τώρα, που έγραψα όλα αυτά μπορώ να ξεκινήσω για τον Αλιάκμονα. Θα περάσω όμως πρώτα από το Χρίστο να του ανάψω ένα κερί.


*πυγολαμπίδες



Μουσική: Του Ennio Morricone από την ταινία The Mission