Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αμοργός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αμοργός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 7 Αυγούστου 2010

Εμπροστιάδα :

.
.

Υπόστεγο τμήμα δρόμου που απαντάται συχνά στην Κυκλαδίτικη Αρχιτεκτονική. Την αρχή και το τέλος της διαμορφώνουν συνήθως πέτρινα τόξα που στηρίζουν τον υπερκείμενο όροφο. Τα δοκάρια της οροφής της εμπροστιάδας ήταν φτιαγμένα από ξύλο αγριοκυπάρισσου, της φίδας.


"Στο χτίσιμο, βάζανε κατ` ευθείαν στον τοίχο τις τράβες τις φιδίτικες. Οι φίδες κοβόταν πάντα καλόφεγγα, πάει να πει στο γέμισμα του φεγγαριού, γιατί αλλιώς τις έτρωγε το σαράκι. Είναι πολύ γερές, αθάνατες, πιο γερές κι από μπετόν..." *


*Μανώλης Δεσποτίδης, παραδοσιακός μάστορας από τη Χώρα της Αμοργού από όπου και το σκίτσο.


Μουσική: Bahia του Anouar Brahem από το άλμπουμ Mandar 1994

Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2009

Πάρβας, Άγονη Γραμμή


"Καλοκαίρι του 2004, πεντέμισι η ώρα το πρωί. Το καφενείο «Κάστρο» στη Χώρα της Αμοργού είναι κλειστό. Στην αυλή του, μέσα στο σκοτάδι μια παρέα που έχει ξεμείνει, περιμένει την ανατολή. Μια αλλόκοτη ομίχλη έχει καλύψει τα πάντα. Ξαφνικά στο βάθος διακρίνεται μια ανεπαίσθητη κίνηση. Στην απόλυτη ησυχία ακούγονται αργόσυρτα βήματα στο πλακόστρωτο. Η φιγούρα ενός ηλικιωμένου που πλησιάζει αργά, αρχίζει να ξεκαθαρίζει. Ο Δημήτρης Γιαννακός, γνωστός σε ντόπιους και ξένους σαν Πάρβας, ανεβαίνει τα σκαλοπάτια, ανασηκώνει την τραγιάσκα του, καλημερίζει και ανοίγει το καφενείο. Λίγο αργότερα, την ώρα που σερβίρει τους καφέδες, έχει πια ξημερώσει και η ομίχλη έχει διαλυθεί.

Αυτή η εικόνα αποτέλεσε, το αρχικό ερέθισμα για την ταινία «Πάρβας, Άγονη Γραμμή» του Γεράσιμου Ρήγα. Όπως όλες οι ιδέες, έτσι κι αυτή, χρειάστηκε χρόνο για να ωριμάσει.
«Κάνε εσύ τη δουλειά σου και εγώ θα κάνω τη δικιά μου», απάντησε αφοπλιστικά ο Πάρβας στο νέο σκηνοθέτη όταν άκουσε τις προθέσεις του. Ο Γεράσιμος εγκαταστάθηκε στην Αμοργό. Το σενάριο του εγχειρήματός του περιοριζόταν σε μια μόλις φράση: Η καταγραφή της ζωής του Πάρβα, της γυναίκας του Φλώρας και της κόρης τους Ντίνας.

Οι απλές καθημερινές δραστηριότητες, η δουλειά στο καφενείο με τους λιγοστούς θαμώνες, ο συνεχής μόχθος στο περιβόλι, η αρρώστια του Πάρβα και τελικά ο θάνατός του, καταγράφτηκαν από μια κάμερα μοναδικά διακριτική, θαρρείς αόρατη στα μάτια των φυσικών πρωταγωνιστών. Η κινηματογράφηση διήρκησε σχεδόν ένα ολόκληρο χρόνο.

Η σύνθεση αυτού του πρωτογενούς υλικού ήταν μια επίπονη αλλά τελικά γόνιμη διαδικασία. Οι ίδιοι χαρακτήρες και τα τυχαία περιστατικά μορφοποίησαν το σενάριο και ολοκλήρωσαν την ταινία που χαρακτηρίζεται κυρίως από ένα στοιχείο χαμένης ελληνικότητας: τη λιτή μορφή. Αυτή η λιτότητα συνάδει και αναδεικνύει απόλυτα την υφή των ηρώων που κινούνται στο ανεμοδαρμένο κυκλαδίτικο τοπίο.
Η μουσική του Νίκου Κυπουργού, αναδύει μια ανεπαίσθητη υπόμνηση παράδοσης και ενώνεται οργανικά με τις μεστές σιωπές των ηρώων, τον απέριττο λόγο και τις κοφτές ανάσες τους. Κάτω και πάνω από όλα η ίδια η φύση παρούσα, παρέχει το δικό της σταθερό ρυθμό της αέναης εναλλαγής των εποχών. Τελικά τα ψήγματα ζωής μετουσιώνονται σε ποίηση που παρασύρει τον θεατή σε ένα μοναδικό ταξίδι στην άγονη γραμμή... "

Απο τη συνέντευξη του Γεράσιμου Ρήγα
στο 'Κ' της Καθημερινής 25.1.2009
Το σκίτσο της αφίσας είναι του Βλαδίμηρου Λεβίδη