
Τον έβλεπα κάθε μεσημέρι στην πλατεία*. Απροσδιόριστη ηλικία, απροσδιόριστος τύπος γενικότερα. Ταμπέλα δε μπορούσες να του βάλεις εύκολα, πέραν αυτής που υπέβαλε η απρόσμενη επαγγελματική του δραστηριότητα: πλανόδιος καφεπώλης.
Δεν τον είχα τιμήσει ούτε μια φορά, ίσως γιατί λειτούργησε υπόγεια η γενική ταξιδιωτική οδηγία: καλύτερα να αποφεύγουμε να τρώμε (και να πίνουμε) στο δρόμο. Οδηγία που όσες φορές αγνόησα βγήκε σε καλό. Καθόμουνα λοιπόν πάντα στο ίδιο καφέ, που έτυχε να επιλέξω ανάμεσα στα άλλα την πρώτη μέρα, λόγω μουσικής. Τη δεύτερη πήγα πάλι εκεί, αυτόματα. Τη τρίτη φορά είχε γίνει πια συνήθεια
Φτάνοντας στην πλατεία εκείνη τη μέρα για τη καθιερωμένη μεσημεριανή ανάπαυλα στο ‘στέκι’ μου ανάμεσα στον πρωινή και απογευματινή περιπλάνηση, πέρασα δίπλα του. Είδε που κοντοστάθηκα και χαμογέλασε δειλά. Αυτό το περιορισμένο σε έκταση χαμόγελο, πρόδιδε ότι με είχε δει τις προηγούμενες μέρες και χαιρόταν που σήμερα θα επέλεγα το ‘μαγαζί’ του. Είχα προσέξει ότι οι πελάτες του ήταν ντόπιοι, οι τουρίστες τηρούσαν κατά γράμμα την ταξιδιωτική οδηγία.
Το ‘μαγαζί’ ήταν ένα αυτοσχέδιο ξύλινο καρότσι με δύο ρόδες και λαβή. Μια εξαιρετικά απλή και λειτουργική κατασκευή, ως οφείλουν άλλωστε να είναι όλα τα χρηστικά αντικείμενα. Στη βάση του είχε έξι τεράστια λουλουδάτα θερμός- όπως αυτά που είχαμε κι εμείς κάποτε εδώ, made in Yugoslavia, αλλά σε μικρότερα μεγέθη, και που τώρα μπορεί να τα δει κανείς μόνο σε παλιές ελληνικές ταινίες ή στην οδό Παλλάδος στο κέντρο.
Περιείχαν όπως κατάλαβα από τα AÇÚCAR, DOCE που μου έλεγε δείχνοντας ένα ένα τα θερμός, έτοιμες όλες τις πιθανές παραλλαγές: σκέτος, με λίγη ζάχαρη, γλυκός, σκέτος με γάλα, μέτριος με γάλα, γλυκός με γάλα. Διάλεξα σκέτο όπως πάντα και έδειξα από τα πλαστικά ποτηράκια που είχε, το μικρό μέγεθος- του οδοντιάτρου. Πλήρωσα ένα εξωφρενικά μικρό ποσό της τάξεως των 10 λεπτών και με τα δάχτυλα να καίγονται αναζήτησα σκιά, σε αυτή την πλατεία που κάποτε οι αποικιοκράτες μαστιγώνανε παραδειγματικά τους σκλάβους που είχαν εισάγει από την αντικρινή ακτή.

Η ζέστη του Φλεβάρη- κατακαλόκαιρο - σε αυτή την Εδέμ, που ισαπέχει από τον τροπικό του Καρκίνου και τον Ισημερινό ξεθυμαίνει με ξαφνικές βροχές για να επανέλθει μετά από λίγο υγρή και διεκδικητική, θεριεύοντας τη βλάστηση και αποχαυνώνοντας τους ανθρώπους.
Το πρώτο ξάφνιασμα ήταν η μυρωδιά. Η απόλυτη μυρωδιά καφέ. Έφτανε κατά κύματα νωχελικά στην αρχή και ύστερα όταν πια δε μπορούσες να της αντισταθείς και υπέκυπτες σε αλλεπάλληλες βαθιές εισπνοές, σε αναποδογύριζε σα καραβέλα σε φουρτούνα του ωκεανού καθώς έφτανε μαγικά, ακολουθώντας όλες τις αθέατες οδούς, μέχρι τα πρησμένα από την πεζοπορία πέλματα.
Η πρώτη γουλιά ήταν θεία μετάληψη . Το πηχτό μαύρο υγρό, σωστό αργό πετρέλαιο έφτασε στη στοματική κοιλότητα αιφνιδιάζοντας τα χείλη, τη γλώσσα, τη σκληρή και μαλακή υπερώα. Ύστερα απλώθηκε στις γευστικές θηλές, εισχώρησε σα
conquistador στους γευστικούς πόρους αλώνοντάς τους με την πιο απόλυτη γεύση που είχαν ποτέ συναντήσει.
Όταν πια διάβηκε τον ισθμό του φάρυγγα το μήνυμα είχε μεταδοθεί μέχρι το τελευταίο, πιο απομακρυσμένο μόριο, αφυπνίζοντας το μπροστά σε αυτή τη μοναδική αποκάλυψη. Κρατούσα πια το ευτελές ποτηράκι σαν αρχαίο τάσι αλγερινό που το περιεχόμενό του δεν ήταν απλώς λίγος καφές αλλά η πολύτιμη βίζα που σου επέτρεπε να φτάσεις πέρα από τα όρια της απόλαυσης.
Ριπές απροσδιόριστης μνήμης ανάβλυσαν από την
Αραβική χερσόνησο από όπου ξεκίνησαν οι μαγικοί κόκκοι, εικόνες από θαλασσοδαρμένα ταξίδια σε πρωτόγνωρες θάλασσες, σκιές από σκοτεινά αμπάρια όπου τραμπαλιζόταν ασήκωτα τσουβάλια… Πάνω από όλα όμως αναδύθηκε η θολή μορφή του
Francisco de Mello Palheta του Καζανόβα στρατιωτικού που ξελόγιασε τη γυναίκα του κυβερνήτη της Γαλλικής Γουινέας, κάποια τροπική νύχτα -που σίγουρα συνετέλεσε ώστε να καμφθούν οι όποιες αντιστάσεις της- του σωτήριου έτους 1727, κάτω από τον έναστρο ουρανό του νοτίου ημισφαιρίου για να της αποσπάσει δόλια, τους πολύτιμους σπόρους του καφέ που μετέφερε τελικά στην Βραζιλία.

Έτσι όπως δύσκολα χειρίζεσαι το ποσό της ευτυχία που σου αναλογεί, έτσι κι εγώ σπατάλησα χωρίς φειδώ το μικρό μέγεθος που είχα επιλέξει. Όταν έψαξα για τον πλανόδιο καφεπώλη είχε προφανώς μετουσιωθεί σε άγγελο της αποκάλυψης και είχε αναληφθεί στον ουρανό της
Bahia. Τον αναζήτησα μάταια στα πολύχρωμα στενά του
Pelourinho. Ούτε εκείνη, ούτε τις επόμενες μέρες κατάφερα να τον εντοπίσω. Παρηγορήθηκα τελικά με τη μνήμη του νάματος που είχα την ευλογία να γίνω κοινωνός. Αυτή και μόνη παραμένει ικανή αποζημίωση για όλους τους καραβίσιους καφέδες, τους αναγκαστικούς στιγμιαίους, που έχω πιεί και πρόκειται να πιώ στη ζωή μου.
*Ο σκηνικός χώρος είναι η παλιά πόλη του
Salvador της πρώτης πρωτεύουσας της Βραζιλίας (1549- 1763). Ο πρώτος εξερευνητής που πάτησε το πόδι του εκεί ήταν ο
Αμέρικο Βεσπούκι επικεφαλής μιας αποστολής του στέματος της Πορτογαλλίας, την ημέρα των Αγίων Πάντων του μακρινού 1501- εξ` ου και η ονομασία του κόλπου,
Bahia todos os santos, που αναδείχτηκε σε ένα από τα σημαντικότερα λιμάνια του νοτίου ημισφαιρίου.
Αφορμή για αυτή την ανάρτηση στάθηκε η
λογική, ένα. Συμπτωματικά αυτές τις μέρες έλαβα από πολλές μεριές το μήνυμα που ακολουθεί:
Αγαπητοί εσπρεσάκιδες, φραπεδάκιδες, καπουτσινάκιδες,
όπως όλοι γνωρίζετε στα καταστήματα που μας σερβίρουν τους καφέδες μας, μας πιάνουν τα οπίσθια(!!!) υπερχρεώνοντας τα ροφήματα, κερδοσκοπώντας εις βάρος των απλών καταναλωτών.
Ένα απλό προϊόν που στα σούπερ μάρκετ κοστίζει ανάμεσα στα 0,75 - 4 ευρώ η συσκευασία, στα καφέ που βρίσκονται σε κεντρικά σημεία και στις περιοχές αναψυχής και διασκέδασης της Αθήνας, των μεγάλων αστικών κέντρων και των τουριστικών προορισμών, οι τιμές ξεπερνούν κάθε φαντασία. Ένας ελληνικός καφές ξεκινάει από 2,5 ευρώ, η τιμή εκκίνησης του γαλλικού ειναι στα 3 ευρώ, ενώ ο καπουτσίνο - ως προϊόν ιταλικής φινέτσας και μόδας - ξεκινάει στα 3,5 ευρώ.
Όλα αυτά συμβαίνουν την ώρα, που στο εξωτερικό οι τιμές αυτών το υπηρεσιών, δεν ξεπερνούν ούτε κατά το ήμισυ των παραπάνω "ελληνικών" τιμών.
Συνήθως οι τιμές του καφέ εκτινάσσονται σε περιόδους πολέμου. Τελικά, η Ελλάδα βρίσκεται σε ακήρυχτο πόλεμο με τη γενιά των 700 ευρώ - τους συνήθεις πελάτες, λόγω ηλικίας, των καφετεριών. Τα παιδιά αυτά τιμούν τον παραδοσιακό τρόπο συνεύρεσης και κοινωνικοποίησης των Ελλήνων, δίνοντας με αυτό τον τρόπο ζωή και οικονομική στήριξη στις επιχειρήσεις και στους χιλιάδες εργαζόμενους αυτών.
Καλούμε λοιπόν όλους εσάς να διεκδικήσετε δυναμικά τον απαιτούμενο σεβασμό προς τον πελάτη, την τσέπη του και τη νοημοσύνη του.
Το Σάββατο 11 Απριλίου 2009 δεν θα πάμε για τον καθιερωμένο καφέ με φίλους. Ας απολαύσουμε τη βόλτα μας στα μαγαζιά και στους δρόμους και ας μαζευτούμε στα σπίτια μας για καφέ.
Αν λοιπόν αυτές οι επιχειρήσεις θέλουν να επιβιώσουν εν μέσω κρίσης, ας ρίξουν τις τιμές, προκειμένου να διατηρήσουν την πελατεία τους.
Σάββατο 11 Απριλίου 2009
Μποϊκοτάζ στις καφετέριες
Προωθήστε το σε όσους περισσότερους μπορείτε!
Η σάμπα που ακούτε είναι το Quo Vadis, σύνθεση του Βόσνιου Dusko Goykovich από το cd Samba do Mar. Αν και αυτή η επιλογή δεν ικανοποιεί τον κύριο Κ.Κ.Μοίρη θα καταργήσω τα sound tracks του blog ή θα ζητήσω να αναλάβει τη μουσική επιμέλεια ο κύριος Δούκας.
