
«Παίδες εν καμίνω, θέλετε καφέ;» μας αιφνιδίασε με την προσφώνηση ο ιερομόναχος Θεοδόσιος, ενώ καθόμαστε αποκαμωμένοι από την ολοήμερη περιπλάνηση και τη απριλιάτικη ζέστη, στα σκαλοπάτια του αμυντικού πύργου στην αυλή της μονής του Αγίου Γεωργίου των Κρημνών στο βορειοδυτικό άκρο της Ζακύνθου.
Δεν ήταν όμως η πρώτη έκπληξη: μόλις φτάσαμε από το διαβατικό, τη μοναδική είσοδο στον ψηλό περίβολο ξεχύθηκε γαυγίζοντας πανηγυρικά ο Denis, ένα ημίαιμο γκριφόν κανίς, σε μια αναπάντεχη υποδοχή. Μπαίνοντας διαπιστώσαμε ότι την Κιβωτό, συμπλήρωνε ένα τσούρμο νωχελικές γάτες και αρκετά λαλίστατα καναρίνια στα κλουβιά τους στο αρχονταρίκι.
Ο καφές έφερε την κουβέντα που άστατη στριφογύρισε από τις σκήτες του Αγίου Όρους, στην υποδειγματική αναστήλωση του ξενώνα που δε πρόλαβε να ολοκληρωθεί για την γιορτή του Αγίου, στη φροντίδα και στα λιπάσματα των λουλουδιών που κάνουν την εσωτερική αυλή να συναγωνίζεται επάξια την ανοιξιάτικη φύση, σε ποικιλία και σε ποσότητα...
Όλα ανοιχτόκαρδα εκείνο το μεσημέρι. Ιλαρή γαλήνη. Όλα στις σωστές αναλογίες. Απόλυτη ισορροπία ανάμεσα στο λόγο και στις σιωπές μας, στα έμψυχα και στα άψυχα, στο ανθρώπινο και στο θείο, στο λαμπρό φως της αυλής και στο πορφυρό ημίφως του καθολικού όπου βρεθήκαμε μετά από λίγο… ισορροπώντας ανεβασμένοι πάνω στα στασίδια.
Πολύ πιο ψηλά από μας, σε μια σκάλα ο ιερομόναχος Θεοδόσιος, έπαιρνε με προσοχή από τα τεντωμένα χέρια μας δύο ασήκωτες παλιές πόρτες που στην μία πλευρά τους εικονιζόταν οι Αρχάγγελοι, Μιχαήλ και Γαβριήλ και αγωνιζόταν να τις κρεμάσει στο τοίχο της εισόδου του μικρού ναού.
Δεν ήταν όμως η πρώτη έκπληξη: μόλις φτάσαμε από το διαβατικό, τη μοναδική είσοδο στον ψηλό περίβολο ξεχύθηκε γαυγίζοντας πανηγυρικά ο Denis, ένα ημίαιμο γκριφόν κανίς, σε μια αναπάντεχη υποδοχή. Μπαίνοντας διαπιστώσαμε ότι την Κιβωτό, συμπλήρωνε ένα τσούρμο νωχελικές γάτες και αρκετά λαλίστατα καναρίνια στα κλουβιά τους στο αρχονταρίκι.
Ο καφές έφερε την κουβέντα που άστατη στριφογύρισε από τις σκήτες του Αγίου Όρους, στην υποδειγματική αναστήλωση του ξενώνα που δε πρόλαβε να ολοκληρωθεί για την γιορτή του Αγίου, στη φροντίδα και στα λιπάσματα των λουλουδιών που κάνουν την εσωτερική αυλή να συναγωνίζεται επάξια την ανοιξιάτικη φύση, σε ποικιλία και σε ποσότητα...
Όλα ανοιχτόκαρδα εκείνο το μεσημέρι. Ιλαρή γαλήνη. Όλα στις σωστές αναλογίες. Απόλυτη ισορροπία ανάμεσα στο λόγο και στις σιωπές μας, στα έμψυχα και στα άψυχα, στο ανθρώπινο και στο θείο, στο λαμπρό φως της αυλής και στο πορφυρό ημίφως του καθολικού όπου βρεθήκαμε μετά από λίγο… ισορροπώντας ανεβασμένοι πάνω στα στασίδια.
Πολύ πιο ψηλά από μας, σε μια σκάλα ο ιερομόναχος Θεοδόσιος, έπαιρνε με προσοχή από τα τεντωμένα χέρια μας δύο ασήκωτες παλιές πόρτες που στην μία πλευρά τους εικονιζόταν οι Αρχάγγελοι, Μιχαήλ και Γαβριήλ και αγωνιζόταν να τις κρεμάσει στο τοίχο της εισόδου του μικρού ναού.

Καθίσαμε ιδρωμένοι από την προσπάθεια στο ημιυπαίθριο νάρθηκα να πάρουμε μια ανάσα. Εκείνος μέσα μάζευε σύρματα, καρφιά, σφυριά κοιτάζοντας πότε -πότε ψηλά τους αρχαγγέλους φανερά ικανοποιημένος που τα καταφέραμε. Ύστερα μας κοίταξε, χαμογέλασε και άρχισε να ψάλει : «Ω παίδες ευλογείτε…». Ασυναίσθητα του απαντήσαμε εν χωρώ αιφνιδιάζοντάς τον με τη σειρά μας «…ιερείς ανυμνείτε…» για να ολοκληρώσουμε όλοι μαζί δυνατά «…λαός υπερυψούται εις πάντας τους αιώνας», τη στιγμή που ο Denis υποδεχόταν γαβγίζοντας κάποιους καινούριους επισκέπτες.
Μουσική: Nefeli του Ludovico Einaudi





