Τη πρώτη φορά που συνάντησα τον Marcel ήταν σχεδόν μεθυσμένος.
Επιστρέφοντας, αργά το βράδυ της Τετάρτης 3 Απριλίου του 1996, στο στούντιο της Βάλιας που με φιλοξενούσε στο Άμστερνταμ τον είδα χύμα, ξαπλωμένο σε ένα από τα τεράστια μαξιλάρια που υπήρχαν στο πάτωμα. Τα μάτια του ήταν κόκκινα και δεν μπορούσα να καταλάβω αν ήταν από το μεθύσι ή είχε κλάψει δίπλα στην τηλεόραση που έπαιζε βουβά. Η Βάλια πάντως, με το που μπήκα μου έκανε νόημα “μην πεις τίποτα”.
Είχα κάθε λόγο να είμαι έξαλλος από χαρά κι ο Marcel είχε κάθε λόγο να έχει τις μαύρες του. Μόλις μία ώρα πριν, ο Παναθηναϊκός του Ρότσα με γκολ του Βαζέχα -που σημειώθηκε τρία λεπτά πριν τη λήξη του αγώνα, μετά από μια καταπληκτική επέλαση και πάσα του Δώνη- είχε κερδίσει 0-1 κάνοντας την έκπληξη, τον τότε πρωταθλητή και κυπελλούχο Ολλανδίας και πρωταθλητή Ευρώπης, Άγιαξ στα ημιτελικά του Τσάμπιονς Λιγκ. Για την ιστορία, αξίζει να σημειώσω ότι ήταν η πρώτη εντός έδρας ήττα του Άγιαξ μετά από 2,5 χρόνια. Αυτό το παιχνίδι μάλιστα, είχε ιδιαίτερη σημασία για την ομάδα των Ολλανδών μια που ήταν ο τελευταίος αγώνας τους στο Ολυμπιακό Στάδιο του Άμστερνταμ· την επόμενη σαιζόν ο Άγιαξ μετακόμισε στο νεόδμητο τότε Arena.

Εκείνο το βράδυ με τη Βάλια είδαμε και πάθαμε να συνεφέρουμε τον απαρηγόρητο Marcel που είχε πάρει πολύ βαριά την ήττα της ομάδας του από το αουτσάιντερ. Έφυγε τελικά αργά αφού τύλιξε περίλυπος πολλές φορές, σφιχτά γύρω από το λαιμό του το άσπρο -κόκκινο κασκόλ του Άγιαξ. Έκανε ακόμα -ειδικά τα βράδια- κρύο κι ας είχε μπει ο Απρίλης. Τις επόμενες μέρες τον είδα αρκετές φορές, γίναμε φίλοι και την ημέρα της αναχώρησής μου, προθυμοποιήθηκε να με πάει στο Schiphol· μάλιστα πριν αποχαιρετιστούμε μού χάρισε το κασκόλ του, ενθύμιο της νίκης της ομάδας μου- λες και υπήρχε περίπτωση ποτέ να την ξεχάσω. Το καλοκαίρι ήρθε -όπως το είχε δηλώσει άλλωστε- για διακοπές στην Ελλάδα και τον φιλοξένησα μερικές μέρες.
Ένα βράδυ, μετά από μια κουραστική τουριστική μέρα στην Αθήνα, αποφασίσαμε να μείνουμε σπίτι. Έτσι, ετοίμασα μια προβολή slides από το ταξίδι μου στην Ολλανδία. Ήταν πολύ προσεκτικά επιλεγμένα: πολλές εικόνες από το Άμστερνταμ και τις πόλεις που είχα επισκεφτεί, αρκετές από τις εξόδους μας με φίλους, καμία από αυτές που είχα βγάλει στο γήπεδο κατά τη διάρκεια του αγώνα -δεν θα διακινδύνευα να του θυμίσω την ήττα τόσο ώστε να καταρρεύσει και πάλι ή να του δώσω την ευκαιρία να με πειράξει μια που στην δεύτερη αναμέτρησή στην Αθήνα ο Παναθηναϊκός είχε ηττηθεί από τον Άγιαξ- και πάρα πολλές εικόνες προσώπων που είτε είχαν ποζάρει, είτε τους είχα βγάλει χωρίς να το πάρουν είδηση.
“Γύρνα πίσω! Γύρισε στην προηγούμενη εικόνα!” μου είπε ξαφνικά ενώ ήμασταν πια στο τελευταίο σετ, σε αυτό με τα πορτραίτα. Νόμιζα ότι τυχαία είχα φωτογραφίσει κάποιο γνωστό του και επιστρέφοντας στην προηγούμενη εικόνα όπως μου είχε ζητήσει, σκεφτόμουν “Κοίτα να δεις τώρα σύμπτωση...”. Όμως τελικά είχα πέσει έξω: απλώς, η κοπέλα στο προηγούμενο slide τον είχε εντυπωσιάσει. Όντως ήταν όμορφη. Σκούρα καστανά μαλλιά – κάπως σπάνιο για Ολλανδέζα- πολύ εκφραστικά μάτια, λευκή επιδερμίδα που τόνιζε ακόμα περισσότερο το μαύρο πουλόβερ που φορούσε και το σκοτεινό φόντο πίσω της. Πάντως εκείνο που μού είχε τραβήξει την προσοχή και προκάλεσε το κλικ – που στην προ ψηφιακή εποχή ήταν πολύ πιο επιλεκτικό από όσο είναι σήμερα- ήταν η κίνηση που έκανε για να απομακρύνει τα μαλλιά της από το πρόσωπο, όπου τα έφερνε ο αέρας. Μια όμορφη, ντελικάτη κίνηση που επανέλαβε αρκετές φορές και τελικά στην εικόνα, το χέρι της έκρυβε ένα μέρος του προσώπου της.
Φυσούσε πολύ εκείνη την ημέρα στο Waterlooplein στην υπαίθρια αγορά αγορά με τα μεταχειρισμένα ρούχα, που την είχα προσέξει και την είχα φωτογραφήσει από μακριά. Δυστυχώς, παρά τις επίμονες και συνεχείς ερωτήσεις του Marcel, δεν κατάφερα να τού δώσω περισσότερες πληροφορίες για την κοπέλα που τον είχε ξεσηκώσει για τα καλά· τόσο που δυο -τρεις φορές τις επόμενες μέρες τον έπιασα να κρατάει το slide και να το κοιτάζει κόντρα στο φως. Τον πείραζα για τον αναπάντεχο έρωτα που τον χτύπησε κατακέφαλα κι εκείνος με ρωτούσε πάλι και πάλι αν μπορούσα να του πω κάτι περισσότερο από όσα -ελάχιστα είναι αλήθεια- του είπα ήδη πει.
Μετά έφυγε “για τα νησιά”, επέστρεψε για μερικές ώρες στην Αθήνα, τον πήγα με τη σειρά μου στο αεροδρόμιο και στη συνέχεια ανταλλάσσαμε πότε πότε κανένα γράμμα και τηλεφωνιόμασταν τακτικά. Πρέπει να ήταν Γενάρης ή το αργότερο Φλεβάρης της επόμενης χρονιάς, ο Άγιαξ έπαιζε ήδη στο καινούριο του γήπεδο, όταν μου τηλεφώνησε ένα βράδυ και χωρίς να προηγηθεί ούτε ένα “γεια σου κάνεις;” ή έστω μια “καλησπέρα” άκουσα τη φωνή του ενθουσιασμένη όπως δεν την είχα ακούσει ποτέ πριν, να μου λέει: “Τη βρήκα! Ξέρω, δεν θα το πιστέψεις, αλλά τη βρήκα. Και θέλω μια χάρη από σένα...” Αν δε μου εξηγούσε στη συνέχεια για ποια μου μιλούσε, ούτε που θα πήγαινε ποτέ το μυαλό μου στην άγνωστη κοπέλα του Waterlooplein.
“Με τη σειρά Μαρσέλ, πες μου τα με τη σειρά...” του είπα, βάζοντας φρένο στον ενθουσιασμό του. Πήρε τα πράγματα από την αρχή και ομολόγησε ότι για μήνες, αμέσως μετά την επιστροφή του από την Αθήνα στο Άμστερνταμ, περνούσε καθημερινά από την υπαίθρια αγορά με την ελπίδα ότι θα την συναντούσε. Κι εκείνη, ήταν η τυχερή του μέρα. Λογικά πρέπει να την εντυπωσίασε πολύ όταν την πλησίασε, της είπε το όνομά του και αμέσως μετά, της εξομολογήθηκε ότι ήταν ερωτευμένος μαζί της από το προηγούμενο καλοκαίρι! Για την ακρίβεια από τη στιγμή που είδε την εικόνα της τεράστια, πάνω σε έναν λευκό τοίχο στην Ελλάδα. Μα επειδή τον ήξερα καλά, επειδή ήξερα πόσο μεσόγειος ήταν στην έκφραση των συναισθημάτων του, ίσως και να τη φόβισε αυτή η τόσο πρωτότυπη προσέγγισή του. Η ουσία πάντως - έλεγε και ξανάλεγε - ο Marcel ήταν ότι εκείνη ήθελε να δει την φωτογραφία της για να πειστεί. Αν πραγματικά υπήρχε αυτή η εικόνα και δεν ήταν η ιστορία που της ξεφούρνισε, ένας ευφάνταστος τρόπος για να της την πέσει τότε θα δεχόταν. Θα δεχόταν να βγει μαζί του και ίσως ακόμα να πιστέψει ότι αυτή η τρομερή σύμπτωση ήταν ένα αλάνθαστο σημάδι ότι η μοίρα τους ήθελε μαζί. Αυτή λοιπόν ήταν η χάρη που ήθελε να μου ζητήσει ο Marcel.
Την επόμενη πήγα και από το περίφημο slide, τύπωσα σε μεγάλο μέγεθος την εικόνα της κοπέλας και την έστειλα express στο Marcel. Για κανένα μήνα, ίσως και περισσότερο δεν είχα καθόλου νέα του. Η αλήθεια ήταν ότι με έτρωγε η περιέργεια· ήθελα πολύ να μάθω πώς θα εξελισσόταν αυτή η ιστορία που ξεκίνησε από ένα τυχαίο κλικ, ωστόσο δεν τον ενόχλησα, κυρίως γιατί – για να είμαι ειλικρινής- φοβόμουν ότι στην περίπτωση που δεν είχε αίσιο τέλος, θα μου κλαιγόταν κυριολεκτικά και μεταφορικά με τις ώρες στο τηλέφωνο.
Πρέπει να ήταν πια Απρίλης – και αυτό το λέω με σιγουριά γιατί εκείνες τις μέρες είχαν ανθίσει οι τουλίπες που τού είχα παραγγείλει και μού είχε στείλει το προηγούμενο φθινόπωρο- όταν χτύπησε το τηλέφωνο και μια εντελώς άγνωστη γυναικεία φωνή μου είπε: “Thank you... Thank you for the photo, thank you for everything... ”. Δεν είχα αναγνώριση, δε θυμάμαι καν αν είχαμε τότε, έτσι δεν κατάλαβα ότι η κλίση ήταν από την Ολλανδία και μάλιστα από το σπίτι του Marcel. Όταν μετά από αρκετή ώρα κλείσαμε το τηλέφωνο, δεν μπορούσα να συνέλθω από την έκπληξη που μού προκάλεσαν τα νέα του. Ή μάλλον για να είμαστε ακριβείς, τα νέα “τους”. Τα πράγματα όχι απλώς πήγαν καλά μεταξύ τους, αλλά ήδη εκείνη είχε μετακομίσει στο σπίτι του και ζούσαν – όπως έλεγαν και ήταν φως φανάρι- έναν "απίστευτο έρωτα".

Τα επόμενα χρόνια, μου έστελναν κυρίως κάρτες -όπως αυτή με τις ανθισμένες τουλίπες- τηλεφωνιόμασταν σε γιορτές και γενέθλια, αλλά δυστυχώς και τις δύο φορές που πέρασαν από την Αθήνα “στο δρόμο για τα νησιά” έτυχε να λείπω, οπότε δεν τους ξανασυνάντησα. Εδώ και δυο τρία χρόνια έχω χάσει τα ίχνη τους. Μετακομίσεις, χαμένες ατζέντες...δε θέλει και πολύ. Τώρα όμως σκέφτομαι ότι θα προσπαθήσω να τους βρω. Ελπίζω -είμαι σχεδόν σίγουρος- ότι θα είναι ακόμα μαζί, θα είναι καλά, το ίδιο ερωτευμένοι όπως τότε που πρωτοβρέθηκαν την άνοιξη του 97, ένα χρόνο μετά από εκείνο το τυχαίο κλικ στην υπαίθρια αγορά του Waterlooplein. Τότε που ο Παναθηναϊκός είχε νικήσει τον Άγιαξ.
που με το σχόλιό της
μου θύμισε την ιστορία
Μουσική: Prisoner of Love, με το κουαρτέτο των Lester Young και Teddy Wilson από το άλμπουμ Pres and Teddy.