Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βόλτα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βόλτα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2010

Το πέρασμα

Το κύμα έχει περιοδικότητα, δεν έχει όμως ρυθμό. Ξέρεις ότι θα έρθει, αλλά δεν ξέρεις πότε. Στέκεσαι διστακτικά στο δρόμο δίπλα στο Castello a Mare και λογαριάζεις το χρόνο που θα σου πάρει να διανύσεις αυτό το βρεγμένο κομμάτι ασφάλτου για να βρεθείς στεγνός στην άλλη άκρη για να συνεχίσεις τη βόλτα σου στην προβλήτα.

Στην αρχή ξεγελιέσαι, νομίζεις ότι υπάρχει κάποιος ρυθμός. Αρχίζεις να μετράς όπως με τις αστραπές ένα, δύο, τρία …επτά…μέχρι να σκάσει το επόμενο κύμα. Μετράς πέντε- έξι φορές. Στα δέκα, στα δεκαοκτώ, στα δώδεκα δευτερόλεπτα. Βγάζεις το μέσο όρο και λες σχεδόν με σιγουριά ότι το επόμενο κύμα θα σκάσει στα τόσα δεύτερα. Ύστερα με το μάτι λογαριάζεις τα μέτρα που έχεις να διανύσεις, διαιρείς* την απόσταση d με το χρόνο t που βρήκες προηγουμένως κι υπολογίζεις με σχετική ακρίβεια την ταχύτητα υ που πρέπει να αναπτύξεις, αλλά κοντοστέκεσαι και δεν ξεκινάς γιατί δεν είσαι δα κι η Αστραπή από τη Τζαμάικα να περάσεις αέρας αυτά τα τριάντα- σαράντα μέτρα δυτικά του κάστρου του Χάνδακα.

Το ενδεχόμενο να σταματήσουν τα κύματα να υψώνονται απειλητικά και να σκάνε στο δρόμο το αποκλείεις εξ αρχής. Δε βαυκαλίζεσαι στην ιδέα ότι την ώρα που εσύ θα περνάς, εκείνη θα πάψει να κινείται για χάρη σου . Ξέρεις πολύ καλά πια ότι «τα σπλάχνα μας κι η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν».

Βλέπεις τους άλλους περιπατητές της προβλήτας. Κοντοστέκονται- όχι τόσο για να υπολογίσουν όπως εσύ μα για να πάρουν βαθειά ανάσα- και ύστερα τρέχουν κοιτάζοντας ανήσυχοι κατά τη μεριά της θάλασσας. Ελάχιστοι φτάνουν στο τέλος στεγνοί. Άλλους τους πιάνει το κύμα κάπου στη μέση της διαδρομής. Άλλους στην αρχή και κάποιους στο τέλος, εκεί που ήταν σίγουροι ότι είχαν αποφύγει τον κίνδυνο της ψυχρολουσίας. Μπορεί να είναι λίγες σταγόνες αλμύρας, μπορεί όμως κι ένα ολόκληρο κύμα απρόβλεπτο να σκάσει πάνω τους.

Το λογάριασα πολύ. Μέτρησα κύματα, έκανα τους υπολογισμούς μου αρκετες φορές μα άκρη δεν έβγαλα. Ξαφνικά θυμήθηκα εκείνο το περίφημο 43 που έλεγε : «Οι άνθρωποι που σκέφτονται πάρα πολύ πριν ενεργήσουν ή έχουν ελλιπή πληροφόρηση ή είναι βραδύστροφοι» και έτσι αποφάσισα να περάσω αμέσως. Με σταθερό βήμα, χωρίς να τρέχω ούτε καν να βιάζομαι. Κοιτάζοντας μπροστά. Προκαλώντας την με την αναίδειά μου. Αλλά προετοιμασμένος για μπουγέλο. Γιατί άμα ξεκινάς να περάσεις απέναντι πρέπει να ξέρεις ότι κινδυνεύεις να βραχείς. Και να είσαι αποφασισμένος να συνεχίσεις μούσκεμα, κάτω από το πέτρινο βλέμμα των λεόντων. Τη βόλτα σου στο μόλο.


* υ = d/ t


Μουσική: Alla bachiana, από έργο για κιθάρα του Pepe Gómiz, ESTUDIO EN SOL MENOR


Πέμπτη 26 Μαρτίου 2009

Χθες...


...τ` απόγευμα μόλις δυνάμωσε η βροχή βγήκα για τσιγάρα. Έκοψα δρόμο από το παρκάκι. Ένας μουσκεμένος κότσυφας με φλέρταρε ασύστολα. Απόρησα με το θράσος του κι ύστερα κατάλαβα ότι πάλι είχα βγει από το blog και από το σπίτι σαν τσαλαπετεινός. Μπήκα πια για τα καλά στο ρόλο. Πλήρης ταύτιση. Όπως ο Χ. που μετά από ένα ολόκληρο καλοκαίρι στο χορό των Ορνίθων, πήγαινε σαν χεσμένος για μήνες. Έφαγε χοντρό δούλεμα μέχρι να αρχίσει να περπατάει πάλι σαν άνθρωπος.

Μια κοπέλα μόνη στη στάση μουσκεμένη κι αυτή, περιμένει. Ρίχνει το κεφάλι κάτω, στρώνει λίγο τα μαλλιά της που στάζουν με τα δάχτυλα και ύστερα το σηκώνει απότομα προς τα πίσω. Έχει τα μαύρα μακριά μαλλιά του Ινδού στον Άγγλο Ασθενή. Μου θυμίζει αυτή την υπαινικτικά ερωτική σκηνή που εκείνος λούζεται έξω κι έρχεται η Χάνα η Juliette Binoche… πρέπει να  ξαναδώ την ταινία. Για αυτή τη σκηνή, για την άλλη, την αιώρηση με το δαυλό στην σκοτεινή εκκλησία και για την αρχή της, με τα σχήματα σαν ζωγραφιές στη σπηλιά την ώρα που πέφτουν οι τίτλοι.



Στο δρόμο λίγα αυτοκίνητα. Επιστρέφουν. Τα τζάμια κλειστά κι ιδρωμένα. Στο εσωτερικό τους μυρίζει σκορδαλιά πάνω από τα επιτρεπτά όρια. Όσο μπορώ να διακρίνω οδηγοί και επιβάτες αμίλητοι, μπουχτισμένοι από το μεσημεριανό φαγητό, τρέχουν για τη σιέστα τους. Σαν ξέμπαρκη Κυριακή στη μέση της βδομάδας αυτή η αργία της 25ης Μαρτίου, σε ίση απόσταση από το προηγούμενο και το επόμενο Σαββατοκύριακο.

Το περίπτερο κλειστό. Το επόμενο δεν έχει τη μάρκα μου. Το τρίτο είναι μακριά, ψιλικατζίδικο. Πάντα ανοιχτό. Δε καταλαβαίνει από γιορτές και αργίες. Την ώρα της Ανάστασης εκεί. Στη κάψα του δεκαπενταύγουστου εκεί. Στην αλλαγή του χρόνου εκεί. Σήμερα δεν είναι κανείς. Ανοιχτό, αλλά ερημιά. Χαζεύω την έκθεση περιοδικών εφημερίδων και προσφορών μέχρι να φανεί κάποιος. Βγαίνει, ο πιο συμπαθητικός από τους τρεις που το δουλεύουν από μικρή πόρτα που μάλλον οδηγεί σε αποθήκη. Μασουλώντας. «Μπακαλιάρος;» τον ρωτάω. «Μπα, κεφτέδες…τώρα μου φέρανε φαγητό» μού λέει ακόμα μπουκωμένος.

Στο γυρισμό φυσάει τρελά. Ο αέρας αλλάζει διαρκώς διεύθυνση κι η ομπρέλα τραβάει σαν ατίθασο κατοικίδιο. Χορεύω αναγκαστικά μες τη βροχή με παρτενέρ που δεν έχει ρυθμό. Θα απογειωθώ και κανείς δε θα το πάρει είδηση· ψυχή στο δρόμο. Ούτε ένας για να δηλώσει την ανάληψή μου στις αρμόδιες αρχές ή έστω σε ένα κανάλι. Κλείνω την ομπρέλα.

Καλύτερα έτσι, ανοίγει το οπτικό πεδίο. Λάμπουν οι νεραντζιές του δρόμου. Μια πασχαλιά μισάνοιξε. Μόλις που μυρίζει. Μετράω μέσα στη τσέπη με τα δάχτυλα τις μέρες μέχρι το Πάσχα. Έχει καιρό ακόμα. Δυο τρεις σημαίες στα μπαλκόνια μουσκεμένες ανεμίζουν αλλόκοτα. Να θυμηθώ να τηλεφωνήσω στην Εύα μόλις γυρίσω. Γιορτάζει σήμερα. Τα γενέθλια της είναι 28η Οκτωβρίου. Βλέπω σημαίες και τη θυμάμαι. Πλησιάζοντας στη μικρή πλατεία ξαφνικά ανάβει το μόνιμο Χριστουγεννιάτικο δέντρο. Τίποτα δε με ξαφνιάζει πια. Θα πάρω τηλέφωνο στο Δήμο να τους ευχηθώ για την καινούρια χρονιά.

Στα νότια σαν να ανοίγει ο καιρός. Ο Υμηττός ακόμα καπελωμένος με πυκνά σύννεφα. Μόνο οι κεραίες μισό-φαίνονται. Αλωμένος ο Υμηττός. «..τα άπαρτα ψηλά βουνά». Νοσταλγώ τη ασφάλεια που μου έδινε κάποτε αυτό το ποίημα πάνω στη σκηνή του Δημοτικού σχολείου με το κοινό από κάτω έτοιμο για το χειροκρότημα. Όλες οι σίγουρες απαντήσεις εκεί, στο βασικό ερώτημα «τι είναι η πατρίδα μας;». Ερώτημα που επανέρχεται καθημερινά  ενώ οι παλιές απαντήσεις δεν επαρκούν και οι καινούριες έχουν πλέον στερέψει.

Ο κότσυφας πάλι εκεί. Στο ίδιο πεύκο, ένα κλαδί πιο κάτω. Του σφυρίζω αλλά αυτή τη φορά καταλαβαίνει το λάθος του και φεύγει. Τα βρεγμένα φτερά κάνουν βαρύ το πέταγμά του. Τον καταλαβαίνω απόλυτα. Θα στεγνώσει αύριο  που τουλάχιστον ο «ήλιος της θα χρυσολάμπει».



Bordel, του Astor Piazzolla από τους Paz βιολί και Assad κιθάρα.


η φωτογραφία από:
media.photobucket.com


buzz it!