Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα στρατός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα στρατός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 20 Ιουλίου 2012

Θητεία ΙΙΙ.

 συνέχεια από το Θητεία Ι. και Θητεία ΙΙ.

Αυτή η φωτογραφία, είναι λίγο σκοτεινή· την έβγαλε η Ελένη ενώ μισοκοιμόμουν στο δωμάτιο της. Ήρθε τελικά μετά από πολλές αναβολές, Ιούλιο με καύσωνα, όταν είχα πια ξεχάσει πώς είναι να νιώθεις άνθρωπος. Εκείνες τις εννιά μέρες -μόνο τις δύο  κανονικά εξοδούχος, τις άλλες σκαστός από τη μονάδα- θυμήθηκα πάλι· πώς είναι να είσαι άνθρωπος. Κι ας τις έβγαλα σχεδόν άυπνος.  Εννιά νύχτες, όχι στο δωμάτιο που ήταν καμίνι με ένα κρεβάτι που έτριζε δαιμονισμένα, μα στο μπάνιο, όρθιοι, κολλημένοι ο ένας  στον άλλον κι οι δυο μαζί πάνω στα πλακάκια,  κάτω από το νερό. 

Από την Κόλαση έφτανα στην Εδέμ πηδώντας τη μάντρα λίγο πιο κάτω από την τελευταία σκοπιά, τσίλιες, πότε ο Θανάσης πότε ο Γιώργος, αλλάζοντας ρούχα άκουγα κάθε φορά να μού λένε: “κοίτα μην αργήσεις μαλάκα...”, κατηφόριζα τρέχοντας το μονοπάτι που χάραξαν πριν από μένα παλιότερες σειρές σκαστών κι ύστερα κοντά στην πόλη πια, έπιανα άσφαλτο. Τρία χιλιόμετρα σύνολο μέσα στη νύχτα μέχρι το δωμάτιο, με μια ανάσα. 

Η πόρτα της πάντα ανοιχτή. Άκουγα το νερό να τρέχει κι ήξερα ότι θα τη βρω να περιμένει με τα μαλλιά κολλημένα στο πρόσωπο, τα χέρια σταυρωμένα μπροστά στο στήθος, τις παλάμες στους ώμους και το λακκάκι πάνω από την αριστερή της κλείδα -έτσι όπως έγερνε λίγο τον κορμό- γεμάτο νερό. “Για να ξεδιψάσεις...” Κάθε φορά ήθελα να τη φωτογραφίσω ακουμπισμένη στα άσπρα πλακάκια, σε αυτή τη στάση, με το βλέμμα της προσμονής. Κάθε φορά το ανέβαλα για την επόμενη. Αυτό το βλέμμα ήταν το πρώτο που μού ήρθε στο νου όταν ένα μήνα αργότερα, περασμένες δύο τη νύχτα, στη  σκοπιά πήρα τρεις λέξεις μήνυμα. 

Δε θα κάνεις αναγνώριση;” άκουσα ξαφνικά τον Βασίλη να λέει ήρεμα, σχεδόν γλυκά. Στεκόταν δίπλα μου σε απόσταση αναπνοής και το έλεγε για τρίτη φορά. Πίσω του ένας νέος κοίταζε σαστισμένος. Πέταξα μακριά, όσο πιο μακριά μπορούσα, το τηλέφωνο. Το είδαν να στριφογυρίζει στο σκοτάδι και να χάνεται μαζί με αυτό το γαμημένο “θέλω να χωρίσουμε” στην οθόνη του και τότε κατάφερα να πω ένα ξεψυχισμένο αλλά αρκετά αξιοπρεπές: “Άλτ τις ει;”




Αυτή είναι η τελευταία φωτογραφία. Καλοκαίρι πάλι, πέντε ή έξι χρόνια αργότερα, όλοι με τα καλά μας, ξημερώματα, στο τσακίρ κέφι. Γιώργος και Λευτέρης αριστερά, στη μέση ο Θανάσης γαμπρός και δεξιά εγώ κι ο Βασίλης, ο κουμπάρος. Αν δεν ήταν αυτοί οι τέσσερις, δεν ξέρω πώς θα την έβγαζα καθαρή τότε. Όχι, την Ελένη δεν την ξαναείδα. Ούτε μιλήσαμε. Χώμα ήμουν τον πρώτο καιρό. Αλλά τα παιδιά με είχαν από κοντά και στο νησί αλλά και μετά, όταν πήραμε μετάθεση για Αθήνα τους τελευταίους μήνες πριν απολυθούμε. 

Ναι, βρισκόμαστε συχνά. Βγαίνουμε, τα λέμε, παίζουμε κανένα μπασκετάκι πού και που. Έχουμε πάει και μερικές εκδρομές όλοι μαζί. Σπάνια όμως μιλάμε για τη θητεία. Ειδικά εγώ, που ούτε  να ακούω, μα κυρίως δε θέλω να λέω ιστορίες από το στρατό. Αλλά αυτό, νομίζω ότι στο είπα από την αρχή.







Ηθικός αυτουργός των τριών ποστ με τίτλο Θητεία είναι ο Βιβλιοθηκάριος που παρέσυρε επίσης τον κύριο Σελιτσάνο, τον Δύτη των Νιπτήρων , τον Γρηγόρη Στ, το Ερυθρό Καγκουρό, τον SilentCrossing,  τονOldboy και τον Μεταπαράλογο


Ακολούθησαν, με ποστ από τις δικιές τους παράλληλες θητείες, η Σταυρούλα η Silia , η RoubinakiM, η nefosis , η Ιφιμέδεια, το ξωτικό  η Πολυάννα και η Κ. που δεν έχει δικό της μπλογκ και κατέλαβε με έφοδο το μπλογκ του βιβλιοθηκάριου


η Θητεία ΙΙΙ, στην εκπομπή radio_social  του radiobubble.


Τετάρτη 18 Ιουλίου 2012

Θητεία ΙΙ.


συνέχεια από το Θητεία Ι.

Κοίτα αυτή! Ωραία ε; Ανατολή από τη μονάδα! Από την τελευταία σκοπιά, έβλεπες μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι σου θάλασσα. Ζορίστηκα όταν είδα τη μετάθεση στο νησί. Μέχρι να φτάσω με το καράβι της γραμμής, Γενάρη μήνα με φουρτούνα, με είχε πιάσει απελπισία. Ήμουν όμως τυχερός. Μικρή μονάδα κοντά στην πόλη, καλή παρέα και ένας διοικητής μάλαμα. Όταν άλλαξε, λέγαμε για αυτόν “ο Άγιος”. Ελάχιστες υπηρεσίες, καθόλου αγγαρείες. Χαλαρά και ήρεμα. Κολλέγιο. Εφάρμοσα τη σοφή ρήση “όσο περισσότερο κοιμάσαι τόσο λιγότερο υπηρετείς”, ξεκουράστηκα, διάβασα αρκετά, με τα παιδιά κάναμε μικρές εκδρομές στο νησί και το παίζαμε τουρίστες εκτός σαιζόν. Τότε ήταν που αρχίσαμε την παθιασμένη αλληλογραφία με την Ελένη. Χαρτί, μολύβι, σελίδες επί σελίδων και φάκελοι χωρίς γραμματόσημα.  Κανονίζαμε να έρθει με δει αρχές καλοκαιριού. Με τις πρώτες ζέστες αντί της Ελένης ήρθε νέος διοικητής. Οι ευτυχισμένες μέρες στη μονάδα έλαβαν οριστικά τέλος. Μέχρι τότε νόμιζα ότι είχα ζοριστεί, μα στην πραγματικότητα δεν είχα καταλάβει τι θα πει στρατός. Και οι πιο άγριες ιστορίες που είχα ακούσει από ανθρώπους που υπηρέτησαν άλλες εποχές, δύσκολες, δεν ήταν τίποτα μπροστά σε αυτά που ζήσαμε στη συνέχεια. Δεν σου μιλάω για στέρηση εξόδου με το παραμικρό, για εξαντλητικές αγγαρείες και για καμπάνες που έπεφταν για ψύλλου πήδημα. Σου μιλάω για... αλλά άστο καλύτερα. Ούτε τον Διάβολο θέλω να θυμάμαι ούτε εκείνες τις μέρες που το Κολλέγιο έγινε Κόλαση. Παρακάτω. Πάμε παρακάτω...

Εδώ, στέκομαι πάνω στη σκάλα δίπλα στη ανθισμένη σωβρακιά και κρατάω την άδεια λεκάνη. Δεν ξέρω τι δέντρο ήταν, καρπούς  πάντως τους μήνες που πέρασα στην μονάδα δεν έδωσε εκτός από αυτά τα μποξεράκια που βλέπεις απλωμένα. Στις καλές μέρες, επί Αγίου, κατεβαίναμε με τα άπλυτα στην πόλη -τουριστική βλέπεις, είχε laundry- παίζαμε τάβλι μέχρι να πλυθούν και να στεγνώσουν τα ρούχα, όποιος έχανε τα ανέβαζε όλα στη μονάδα και ερχόταν πίσω να μας βρει. Συνήθως χαμένος ήταν ο Λευτέρης. Επί Διαβόλου όμως οι έξοδοι ελαττώθηκαν τόσο, που οι λίγες που απέμειναν δεν ήταν να τις χαραμίζεις. Εκείνο το μεσημέρι Κυριακής είδα ότι στο λουκάνικο δεν είχε μείνει ρούχο καθαρό, πήρα λεκάνη από τα μαγειρεία κι έβαλα μπουγάδα. Στο χέρι. Όταν τέλειωσα μετά από ώρες, έψαχνα πού να τα απλώσω. Δε θυμάμαι πως κατέληξα  στο δέντρο πίσω από το θάλαμο, πάντως το έκανα με πολύ μεράκι. Σιγά- σιγά μαζεύτηκαν τα παιδιά και μερικοί κι άρχισαν το δούλεμα και τις φωτογραφίες, εγώ όμως απτόητος άπλωνα μεθοδικά: στα κάτω κλαδιά, φανέλες και φόρμες αγγαρείας, πιό ψηλά τα μποξεράκια και τέλος βλέποντας τον ενθουσιασμό του κοινού, πήρα σκάλα κι άπλωσα ψηλά τις κάλτσες. Τότε ήταν που ο Βασίλης άρχισε να τραγουδάει με την αγριοφωνάρα του: Oh laundry tree, oh laundry tree, μ` αρέσεις πώς μ` αρέσεις”. Δεν ήθελαν πολύ κι οι άλλοι για να αρχίσουν να τον σιγοντάρουν κι έτσι με τα γέλια και τις κορώνες ούτε πήραμε είδηση ότι είχε ανέβει στη μονάδα -για πρώτη φορά στα χρονικά Κυριακή απόγευμα- ο Διάολος. Για να μας πάρει και να μας σηκώσει. Δέκα μέρες φυλακή εγώ, μια βδομάδα στέρηση εξόδου τα παιδιά της χορωδίας.


το τελευταίο μέρος, στο επόμενο ποστ


Ηθικός αυτουργός του ποστ και του πρώτου μέρους του είναι ο Βιβλιοθηκάριος που παρέσυρε επίσης τον κύριο Σελιτσάνο, τον Δύτη των Νιπτήρων , τον Γρηγόρη Στ, το Ερυθρό Καγκουρό, τον SilentCrossing,  τονOldboy και τον Μεταπαράλογο


Ακολούθησαν, με ποστ από τις δικιές τους παράλληλες θητείες, η Σταυρούλα η Silia , η RoubinakiM, η nefosis , η Ιφιμέδεια, το ξωτικό  η Πολυάννα και η Κ. που δεν έχει δικό της μπλογκ και κατέλαβε με έφοδο το μπλογκ του βιβλιοθηκάριου




Δευτέρα 9 Ιουλίου 2012

Θητεία Ι.



Ιστορία από το στρατό δεν έχει που να χτυπιέσαι. Για αυτό σου λέω, άμα θες ρίξε μια ματιά στο άλμπουμ, ξεφύλλισέ το, δεν έχει πολλές φωτογραφίες, μερικές χάθηκαν, πρέπει να έχω λίγες ακόμα σε ένα φάκελο, χύμα. Αλλά, στο ξεκαθαρίζω από την αρχή: ιστορία-ιστορία, μην περιμένεις.

Εδώ, στην πρώτη, ναι εγώ είμαι, άυπνος πρωί Δευτέρας, Νοέμβρης, έξω από το κέντρο, με το σάκο στον ώμο και αυτό το πακέτο στο χέρι. Ήθελα να πάω μόνος, επέμενε η Ελένη να πάμε μαζί από την προηγούμενη, “δες το σαν εκδρομή” είχε πει. Το τελευταίο βράδυ στο ξενοδοχείο δεν έκλεισα μάτι. Βγήκα και κάπνιζα στο μπαλκόνι το ένα μετά το άλλο, την έβλεπα να κοιμάται, άρχισα να αναρωτιέμαι αν έκανα καλά που έκοψα την αναβολή, με αναζήτησε στον ύπνο της, πέταξα το τσιγάρο ξαναμπήκα την αγκάλιασα μέχρι την ώρα που χτύπησε το ξυπνητήρι. Με άφησε απέναντι από την πύλη, είδα κάτι μανάδες που έκλαιγαν στα κάγκελα, φρίκαρα, της είπα να φύγει αμέσως, μού έδωσε το πακέτο,”τί είναι;” τη ρώτησα, σα μάγισσα απάντησε, “αν βρεθείς σε δύσκολη θέση να το ανοίξεις”. Και γέλασε. Βγήκα από το αυτοκίνητο διέσχισα το δρόμο, είχα πει δε θα γυρίσω να κοιτάξω, γύρισα, την είδα με τη φωτογραφική μηχανή στο χέρι, άκουσα το κλικ, ούτε γέλασα, της έκανα νόημα να φύγει. Μπήκα. Αργά το απόγευμα στημένος σε μια ατέλειωτη ουρά στο ΚΨΜ για να αγοράσω τα λουκέτα που αγνοούσα ότι θα μού χρειαζόταν, θυμήθηκα το πακέτο. Το ανοίγω και βρίσκω μέσα πέντε. Γλίτωσα την αναμονή στην ουρά μα εκείνη την πρώτη μέρα με έφαγε η σκέψη ότι η Ελένη είχε κάνει κι άλλη θητεία πριν, γι αυτό και ήξερε.

Εδώ είμαστε με τον Κοκκολάκη, κατάκοποι μετά από αγγαρεία. Βλέπεις; Μού ρίχνει δυο κεφάλια. Ένας αγαθός γίγαντας από ένα ορεινό χωριό της Λάρισας. Βοσκός από δώδεκα χρονών. Είχαμε όλοι φωτογραφίες με τις γυναίκες μας, εκείνος στο πορτοφόλι του δυό φωτογραφίες όλες κι όλες: στη μια το κοπάδι του κι αυτός καμαρωτός στη μέση και στην άλλη να κρατάει νεογέννητο αρνί, μες τα αίματα. Το “Κοκκολάκης” ήταν παρατσούκλι. Τού το κόλλησε ο επιλοχίας λόγω ύψους. Αρβύλες στο νούμερό του στην αρχή δε βρέθηκαν. Δε θυμάμαι τί νούμερο φορούσε πάντως ήταν κάτι τερατώδες: 50, 52 μπορεί κι εξήντα. Μέχρι την ορκωμοσία γύριζε με τα δικά του, κάτι χειροποίητες χαμηλές μπότες, ανοιχτό καφέ δέρμα, παραγγελία σε τσαγκάρη. Το πρωί στην αναφορά, σαν τη μύγα μεσ` το γάλα ξεχώριζαν στις σειρές με τις μαύρες αρβύλες. Το βράδυ στο θάλαμο τις έβλεπες και νόμιζες στο μισοσκόταδο πως ήταν σκυλί ξαπλωμένο. Ο Κοκολάκης ήταν ο καλύτερος θαλαμοφύλακας που έχει περάσει από τον ελληνικό στρατό. Όλη νύχτα δεν έκλεινε μάτι. Σα μάνα, μας πρόσεχε. Μόλις άλλαζε κάποιος πλευρό πήγαινε να σιγουρευτεί ότι ήταν σκεπασμένος “Μην κρυώσετε ζαγάρια” έλεγε. Ένα βράδυ πήγε κι ετοίμασε τσάι για κάποιον που έβηχε. Άσε που αν ζητούσαμε νερό έτρεχε να μας φέρει. Το παρακάναμε βέβαια κι εμείς, ειδικά στην αρχή, για να τον δοκιμάσουμε λέγαμε  όλοι  με τη σειρά “θαλαμοφύλακα, νερό” κι εκείνος έφερνε σε όλους μας, όσες φορές και να ζητούσαμε. Ψυχούλα.

Σε αυτή εδώ... νομίζω ότι είναι η μόνη που έχω γράψει λεζάντα, βγάζεις τα γράμματα; “Εκ του πρηνηδόν θέσεις λάβατε!” λέει. Πεδίο βολής, κατά σειρά ο Οξούζογλου, ο Τάμπας, εγώ που κρατάω το G-3 με τ` αριστερό κι ο Δεσύλλας. Το χέρι που φαίνεται λίγο στην άκρη πρέπει να είναι του Παγιαύλα. Μπορεί και του Δερμιτζάκη. Όλοι πρηνηδόν. Ακούγεται το “Στόχους αναγνωρίσατε!” Κι αρχίζουμε δυνατά: “Ένα, είδον! Δύο είδον!..” και πάει λέγοντας μέχρι το δέκα που ήμασταν στη γραμμή βολής. Μέχρι να ακούσω το “άρξατε πυρ” συγκεντρώνομαι, θέλω να πάω καλά, μπορώ να πάω καλά με τόσους διαγωνισμούς που κάναμε μικροί με τα αεροβόλα και βέβαια ονειρεύομαι τιμητική άδεια. Ρίχνω τα δέκα φυσίγγια, είμαι σίγουρος ότι έχω την τιμητική στο τσεπάκι, τελικά στο στόχο μου βρίσκονται 20 βολές. Το θαύμα του διπλασιασμού των βολών το έκανε ο Τάμπας που μπερδεύτηκε κι έριχνε στον δικό μου στόχο. Ούτε τιμητική ούτε τίποτα. Εκείνη τη μέρα κοντέψαμε να τσακωθούμε μα...Τι; Μήπως βαρέθηκες; Α! Το κατάλαβες ε; Ναι...στημένη είναι η φωτογραφία. Μετά τη βολή, στο διάλειμμα, στη ζούλα με άδεια τα όπλα. Αν μας έκανε τσακωτούς κανένας τρελαμένος μόνιμος, μέχρι και στρατοδικείο θα μπορούσε να μας στείλει. 


συνεχίζεται...



Ηθικός αυτουργός του ποστ καθώς και της συνέχειας του είναι ο Βιβλιοθηκάριος που παρέσυρε επίσης τον κύριο Σελιτσάνο, τον Δύτη των Νιπτήρων , τον Γρηγόρη Στ, το Ερυθρό Καγκουρό, τον SilentCrossing,  τον Oldboy και τον Μεταπαράλογο. Για την ώρα. 

Δευτέρα 2 Μαρτίου 2009

Κούλουμα στην Καμπούλ.

Τα νηστίσιμα εδέσματα δελεαστικά σε παράταξη στο τραπέζι. Η λαγάνα -κομμένη πάντα με το χέρι-βυθίζεται στην ταραμοσαλάτα την γυροφέρνει άπληστα και ξαφνικά εκτοξεύομαι …στην Καμπούλ.

Όχι εξ αιτίας των χαρταετών της ταινίας The Kite Runner -που είδα πρόσφατα σε DVD δύο συνεχόμενες φορές-αλλά ενός mail που έλαβα πριν από χρόνια σα σήμερα Καθαρά Δευτέρα, από παιδικό φίλο, στρατιωτικό γιατρό που συμμετείχε στην Ελληνική Στρατιωτική Δύναμη στο Αφγανιστάν στο Κινητό Χειρουργικό Νοσοκομείο Εκστρατείας (ΚΙΧΝΕ) που βρίσκεται στο αεροδρόμιο της Καμπούλ.


«… Άρχισα να σου γράφω χθες βράδυ αλλά προέκυψε έκτακτο χειρουργείο στις 11. Μας φέρανε έναν Αφγανό με διάτρηση στομάχου που είχε χειρουργηθεί και παλιότερα για τραύμα την κοιλιά. Τελειώσαμε στις 2 και σήμερα – πρώτη μεταχειρουργική μέρα – είναι πολύ καλά…
Πώς περάσατε τις Αποκριές;- φαντάζομαι ξεφαντώματα και ζηλεύω αν και μεταξύ μας, δεν θα έπρεπε να παραπονιέμαι. Τις προάλλες διοργανώσαμε πάρτι στην Ελληνική σκηνή και όπως ήταν αναμενόμενο έγινε χαμός από την προσέλευση ξένων από τις άλλες αποστολές. Έχουμε καλούς DJ`s, καλό ήχο και προπάντων ελληνική διάθεση οπότε μετά από μερικές υπέροχες βραδιές έχει διαδοθεί εδώ ότι οι έλληνες φτιάχνουν ατμόσφαιρα.

Σήμερα βρέχει συνέχεια από το πρωί και έχουμε σκάσει όλοι, γιατί λογαριάζαμε να πετάξουμε χαρταετό! Είπαμε να κρατήσουμε το έθιμο, αλλά ο καιρός μας τα χάλασε. Τον αετό τον αγόρασε ένας συνάδελφος που είχε πάει πριν από μέρες στην Καμπούλ. Παλιότερα, πριν την εισβολή των Σοβιετικών λένε ότι γέμιζε o ουρανός με χαρταετούς, τώρα όμως τίποτα. Είμαι 3 μήνες εδώ και δεν έχω δει κανένα.

Μπορεί να μην πετάξαμε χαρταετό αλλά την νηστεία την κρατήσαμε. Σαρακοστή και είχαμε στο τραπέζι μόνο σαλάτα και ψωμάκια αλλά μετά πέταξε κάποιος την ιδέα να καταφύγουμε στην ‘ξηρά τροφή’. Έτσι ανοίξαμε τις μερίδες 4Β και πήραμε όλα τα λαδερά που περιείχαν, ντολμαδάκια, αρακά, φασόλια και μπάμιες! Έγινε πιο πλούσιο το τραπέζι μας αλλά δε μπορείς να φανταστείς τι θα δίναμε όλοι εδώ για μια λαγάνα, ένα κομμάτι χαλβά και λίγη ταραμοσαλάτα…»

Καλή Σαρακοστή!

Σημείωση: Για όσους και όσες δεν έχουν υπηρετήσει στρατιωτική θητεία, οι ατομικές μερίδες Β4 είναι μικρά χάρτινα κουτιά που περιέχουν τα απαραίτητα σε μια αποστολή του στρατού που είναι ανέφικτο το μαγείρεμα-δύο κονσέρβες, καφέ ζάχαρη τσάι, γαλέτες και μια μικρή βάση που περιέχει στερεοποιημένο οινόπνευμα για να ζεσταίνονται πάνω της οι κονσέρβες και φυσικά σπίρτα.


Επί του πιεστηρίου: από το Βήμα, Προς αύξηση η ελληνική δύναμη στο Αφγανιστάν
και από τον ΣΚΑΪ: Πάτρα συμπλοκές με λαθροματανάστες
Εδώ το trailer της ταινίας The Kite Runner.
Η εικόνα από το  http://www.imdb.com/

Η μουσική:Ehsan Aman's New Song του Alberto Iglesias ( υποψήφιος για Όσκαρ που το κέρδισε τελικά ο Ντάριο Μαριανέλι για την "Εξιλέωση" )



buzz it!