Αυτή
η φωτογραφία, είναι λίγο σκοτεινή· την
έβγαλε η Ελένη ενώ μισοκοιμόμουν στο δωμάτιο της. Ήρθε
τελικά μετά από πολλές αναβολές, Ιούλιο
με καύσωνα, όταν είχα πια ξεχάσει πώς
είναι να νιώθεις άνθρωπος. Εκείνες τις
εννιά μέρες -μόνο τις δύο κανονικά
εξοδούχος, τις άλλες σκαστός από τη
μονάδα- θυμήθηκα πάλι· πώς είναι να
είσαι άνθρωπος. Κι ας τις έβγαλα σχεδόν
άυπνος. Εννιά νύχτες, όχι στο δωμάτιο
που ήταν καμίνι με ένα κρεβάτι που έτριζε
δαιμονισμένα, μα στο μπάνιο, όρθιοι, κολλημένοι ο ένας στον άλλον κι οι
δυο μαζί πάνω στα πλακάκια, κάτω από
το νερό.
Από την Κόλαση έφτανα στην Εδέμ
πηδώντας τη μάντρα λίγο πιο κάτω από
την τελευταία σκοπιά, τσίλιες, πότε ο
Θανάσης πότε ο Γιώργος, αλλάζοντας ρούχα
άκουγα κάθε φορά να μού λένε: “κοίτα
μην αργήσεις μαλάκα...”, κατηφόριζα
τρέχοντας το μονοπάτι που χάραξαν πριν
από μένα παλιότερες σειρές σκαστών κι
ύστερα κοντά στην πόλη πια, έπιανα άσφαλτο.
Τρία χιλιόμετρα σύνολο μέσα στη νύχτα
μέχρι το δωμάτιο, με μια ανάσα.
Η πόρτα της πάντα ανοιχτή. Άκουγα το νερό να τρέχει κι ήξερα
ότι θα τη βρω να περιμένει με τα μαλλιά κολλημένα στο
πρόσωπο, τα χέρια σταυρωμένα μπροστά
στο στήθος, τις παλάμες στους ώμους και
το λακκάκι πάνω από την αριστερή της
κλείδα -έτσι όπως έγερνε λίγο τον κορμό- γεμάτο νερό. “Για να ξεδιψάσεις...” Κάθε
φορά ήθελα να τη φωτογραφίσω ακουμπισμένη στα άσπρα πλακάκια, σε
αυτή τη στάση, με το βλέμμα της προσμονής.
Κάθε φορά το ανέβαλα για την επόμενη.
Αυτό το βλέμμα ήταν το πρώτο που μού
ήρθε στο νου όταν ένα μήνα αργότερα,
περασμένες δύο τη νύχτα, στη σκοπιά
πήρα τρεις λέξεις μήνυμα.
“Δε θα
κάνεις αναγνώριση;” άκουσα ξαφνικά
τον Βασίλη να λέει ήρεμα, σχεδόν γλυκά.
Στεκόταν δίπλα μου σε απόσταση αναπνοής και το έλεγε για τρίτη φορά. Πίσω του ένας νέος
κοίταζε σαστισμένος. Πέταξα μακριά, όσο πιο
μακριά μπορούσα, το τηλέφωνο. Το είδαν
να στριφογυρίζει στο σκοτάδι και να
χάνεται μαζί με αυτό το γαμημένο “θέλω
να χωρίσουμε” στην οθόνη του και
τότε κατάφερα να πω ένα ξεψυχισμένο
αλλά αρκετά αξιοπρεπές: “Άλτ τις
ει;”
Αυτή
είναι η τελευταία φωτογραφία. Καλοκαίρι
πάλι, πέντε ή έξι χρόνια αργότερα, όλοι
με τα καλά μας, ξημερώματα, στο τσακίρ κέφι. Γιώργος
και Λευτέρης αριστερά, στη μέση ο Θανάσης
γαμπρός και δεξιά εγώ κι ο Βασίλης, ο
κουμπάρος. Αν δεν ήταν αυτοί οι τέσσερις,
δεν ξέρω πώς θα την έβγαζα καθαρή τότε.
Όχι, την Ελένη δεν την ξαναείδα. Ούτε
μιλήσαμε. Χώμα ήμουν τον πρώτο καιρό.
Αλλά τα παιδιά με είχαν από κοντά και
στο νησί αλλά και μετά, όταν πήραμε
μετάθεση για Αθήνα τους τελευταίους
μήνες πριν απολυθούμε.
Ναι, βρισκόμαστε
συχνά. Βγαίνουμε, τα λέμε, παίζουμε
κανένα μπασκετάκι πού και που. Έχουμε
πάει και μερικές εκδρομές όλοι μαζί.
Σπάνια όμως μιλάμε για τη θητεία. Ειδικά
εγώ, που ούτε να ακούω, μα κυρίως δε
θέλω να λέω ιστορίες από το στρατό. Αλλά
αυτό, νομίζω ότι στο είπα από την αρχή.
Ηθικός αυτουργός των τριών ποστ με τίτλο Θητεία είναι ο Βιβλιοθηκάριος που παρέσυρε επίσης τον κύριο Σελιτσάνο, τον Δύτη των Νιπτήρων , τον Γρηγόρη Στ, το Ερυθρό Καγκουρό, τον SilentCrossing, τονOldboy και τον Μεταπαράλογο.
Ακολούθησαν, με ποστ από τις δικιές τους παράλληλες θητείες, η Σταυρούλα η Silia , η RoubinakiM, η nefosis , η Ιφιμέδεια, το ξωτικό η Πολυάννα και η Κ. που δεν έχει δικό της μπλογκ και κατέλαβε με έφοδο το μπλογκ του βιβλιοθηκάριου






