Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Pedro Almodóvar. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Pedro Almodóvar. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2009

Συνειρμοί...


Σαββατόβραδο, διάλειμμα για τσιγάρο στο φουαγέ, είχαμε κέφια μα δε θυμάμαι ποια ταινία βλέπαμε, ίσως ήταν Αλμοδοβαρ - θα μπορούσα να ψάξω, αλλά όταν ξεστρατίζω, χάνομαι και δε θα τελειώσω, θα μείνει κι αυτό ημιτελές μαζί με τα άλλα που με κοιτάζουν θλιμμένα, σα παλιές αγάπες που δεν τους έδωσες το βάρος που τους έπρεπε -και ξαφνικά ο Θ. άνοιξε το πορτοφόλι, έβγαλε θριαμβευτικά καμιά δεκαριά κολλαριστά χαρτονομίσματα των διακοσίων δραχμών, που εκείνες τις μέρες είχαν κυκλοφορήσει, το ξέραμε αλλά δεν τα είχαμε δει ακόμα, πρώτη φορά ήταν εκείνο το βράδυ σε ένα κινηματογράφο της Πατησίων, από τη μια μεριά το κρυφό σχολειό χαρακτικό από τον πίνακα του Γύζη κι από την άλλη ο Ρήγας ο Βελενστινλής, να λέει σοβαρός σαν ήρωας «όποιος ελεύθερα συλλογάται συλλογάται και καλά»- γιατί όμως πάντα εκστασιαζόμαστε στο καινούριο ή στο ξένο νόμισμα;- μας έδωσε από ένα, με ύφος θείου που δίνει χαρτζιλίκι στα ανίψια του, σκεφτήκαμε ή δηλώσαμε ότι θα το κρατήσουμε για πάντα;- το ψάχνω ώρες τώρα και δεν το βρίσκω- δε μπορώ να θυμηθώ αν ήταν το `96 ή το `98, το Carne trémula βγήκε `97, το La flor de mi secreto νωρίτερα αλλά αυτό το είδα σε DVD όχι σε κινηματογράφο- ούτε τη λίστα με τις ταινίες δεν ετοίμασα- ίσως και να μην ήταν του Αλμοδοβαρ η ταινία που είχαμε πάει να δούμε, αλλά πόσα χρόνια πέρασαν από κείνο το βράδυ που του ζητήσαμε αφιέρωση στα κολλαριστά χαρτονομίσματα και μας έγραψε με μαύρο μαρκαδόρο με πολύ λεπτή μύτη, κάτι αστείο όπως πάντα, θυμάμαι ότι επέμεινα «βάλε κι ημερομηνία» -αν του είχα πει να βάλει και την ταινία τώρα θα ήξερα- αλλά τι λέω, αφού δεν το βρίσκω, ανακάτεψα συρτάρια κούτες και φακέλους, πουθενά, ούτε μαζί με τα άλλα, τα κρατημένα το `02, εκεί που βρήκα το καραβάκι της νοσταλγίας μου.



Μετά το σινεμά, τρελά κέφια της δεμένης φοιτητικής παρέας με τους μυστικούς κώδικες που μια λέξη μπορούσε -και μπορεί ακόμα-να φέρει έκρηξη γέλιου, μια τέτοια έκρηξη μας βρήκε κολλημένους στο φανάρι της Αγίου Μελετίου και μας αιφνιδίασε το χτύπημα κι αυτά τα θολά μάτια που κόλλησαν στο τζάμι του αυτοκινήτου, κάτι μας έλεγε ασυνάρτητο, μας προσγείωσε απότομα από τη χαρά στις γνωστές ταλαντεύσεις «να δώσεις να μην δώσεις», αν δώσεις ησυχάζεις τη συνείδησή σου και αυτός συμπληρώνει για τη δόση, αν δε του δώσεις μετά αναρωτιέσαι «κι αν αλήθεια πεινούσε;», « αν πονούσε από τη στέρηση;» τα γνωστά, όλοι καταλήξαμε αυτόματα στο «όχι δε δίνουμε», αλλά ξαφνικά ο Θ. εκεί που το πρεζάκι ετοιμαζόταν να φύγει του κάνει νόημα «περίμενε», γυάλισε το μάτι του βλέποντας να ανοίγει η θήκη όχι από τα ψιλά, αλλά η άλλη με τα χαρτονομίσματα, εμείς καταλάβαμε αμέσως ότι θα έπαιρνε γερό μπουναμά, έβγαλε ένα κολλαριστό του το έδωσε με χαρά-πόσα δίναμε τότε; το πολύ κανένα πενηντάρικο σε κέρμα - οι διακόσιες δραχμές ήταν υπερβολή, αλλά ας έπαιρνε κι αυτός μια στάλα από τη χαρά μας, έλαμψε το θολό μάτι, κατοστάρικο φαντάστηκε στα σκοτάδια του δρόμου, το πήρε, στο χάσιμο ούτε «ευχαριστώ» δεν είπε, έκανε μεταβολή απότομη λες και πίσω του περίμενε η δόση, έχασε λίγο ισορροπία, κοντοστάθηκε σκυμμένος, καταλάβαμε ότι κοίταζε το νόμισμα, χαιρόμασταν που θα ανακάλυπτε ότι είχε διπλάσια τύχη από την καλύτερη που περίμενε, έστω και χωρίς αφιέρωση με λεπτό μαύρο μαρκαδόρο, στο κάτω- κάτω δε θα το κρατούσε όπως εμείς για πάντα, αλλά εκείνος γύρισε εξοργισμένος με ένα: « Μας δουλεύεις ρε φίλε;» έσυρε αργά τις λέξεις, τις έφτυσε στο παράθυρο, αλλά και πάλι δε ήταν αρκετός ο χρόνος να καταλάβουμε τι ήθελε να πει, τον κοιτάζαμε με απορία κι εκείνος τσαλάκωσε το χαρτονόμισμα, το πέταξε μέσα από το ανοιχτό παράθυρο κι έπρεπε να συμπληρώσει «να πας να παίξεις Μονόπολη με αυτό…» για να καταλάβουμε.



Εικόνα: Τελικά το χαρτονόμισμα βρέθηκε…


Μουσική: Tajabone, του Ismaël Lô που ακουγόταν σε διασκευή του Alberto Iglesias στην ταινία του Pedro Almodóvar, Todo sobre mi madre