
Ακόμα και σήμερα με πατημένα πια τα εβδομήντα πέντε το Ρηνιώ το λες όμορφο. Φεγγάρι ολόγεμο το πρόσωπό της, μάτια θαλασσινά, καλογραμμένα χείλη κι ελάχιστες ρυτίδες. Από το σφιχτοδεμένο μαύρο μαντήλι ξεπροβάλλουν ασημένιες τρίχες, μα δε στέκεσαι εκεί -τα μάτια της σε παρασέρνουν στα πιο βαθιά νερά, τα άφεγγα.
Ο Λευτέρης την θυμόταν παιδί κι όταν γύρισε από τα καράβια τη βρήκε ανθισμένη στα είκοσι. Λωλάθηκε. Την ίδια μέρα πήγε και τη ζήτησε. Είπαν το “ναι” τα αδέλφια της και στο μήνα πάνω στεφανώθηκαν στην Παναγιά. Αν ρωτήσεις τους παλιούς ακόμα θυμούνται να σου πουν γι αυτόν το γάμο. Κράτησε μια βδομάδα, στέρεψε το κρασί, στέρεψε η ρακή μα δε στέρευε το γλέντι. Μια βδομάδα χορό, λυώσαν παπούτσια, μάτωσαν και τα δάχτυλα του βιολιτζή που έφυγε κρυφά νύχτα από το Νησί γιατί δεν άντεχε άλλο να παίζει.
Με το φουστάνι να φουσκώνει περισσότερο από την καρπισμένη κοιλιά της παρά από τον αέρα που λυσσομανούσε σα τώρα δα, με λυτά μαλλιά, το Ρηνιώ τον αποχαιρέτησε στο μώλο κι εκείνος στην πρήμνη του καϊκιού κρεμασμένος τέντωνε χέρι στο Νησί και σε κείνη που μάκραινε, μάκραινε μέχρι που χάθηκε από τα μάτια του.
Άρχισαν να φτάνουν γράμματα, δέματα, εμβάσματα από όλες τις άκρες του κόσμου. Από το νησί φεύγανε γράμματα και φωτογραφίες του μικρού. Κόντευε να χρονίσει όταν της το ζήτησε κι αυτή αμέσως πήρε ψαλίδι και του έστειλε για το προσκεφάλι στην κουκέτα του, δυό τούφες μαλλιά, μια του παιδιού κατάμαυρα, μια δικιά της ανοιχτά καστανά.
Ύστερα, ξαφνικά, εκεί που τον περίμεναν να γυρίσει, σταμάτησαν τα γράμματα, σταμάτησαν και τα δέματα. Μόνο τα χρήματα φτάνανε τακτικά. Εκείνος άφαντος. Λες κι άνοιξε η γης και τον κατάπιε -γιατί η θαλασσα δεν τον είχε πάρει, αυτό το ξέρανε σίγουρα. Μόνο σαν πήγε πια ο μικρός σχολείο, γύρευε πώς, γύρευε από πού, μάθανε τα αδέλφια του Ρηνιού ότι ο προκομένος ήταν στην Ιαπωνία. Κίνησαν κι οι δύο, πήγαν και τον βρήκαν. Χτύπησαν την πόρτα, άνοιξε μια γιαπωνέζα. Στα πόδια της το μούλικο με τα μάτια του Λευτέρη φοβισμένο από την όψη τους, γαντζώθηκε στο μεταξωτό φουστάνι της μάνας του. Κουβέντα δεν είπαν -τί να της λέγανε κι όλας της Γιαπωνέζας; - αυτή όμως κατάλαβε, παραμέρισε, πήρε το παιδί αγκαλιά και χάθηκε στο άλλο δωμάτιο.
Μπήκαν, κι ο Λευτέρης σαν τους είδε κατέβασε τα μάτια. Μείναν έτσι αμίλητοι, αυτός καθιστός, αυτοί όρθιοι κι ύστερα εκείνος σηκώθηκε μάζεψε δυό -τρία πράγματα και τους ακολούθησε. Ούτε που χρειάστηκε να του πούνε τη φράση της οργής που ακόνιζαν σε όλο το ταξίδι κι είχε μουλιάσει πικρή στη γλώσσα τους: “Ή έρχεσαι πίσω ή σε τελειώνουμε εδώ.”
Έξω από το σπίτι της λεγάμενης του 'έσκισαν το ναυτικό φυλλάδιο χίλια κομμάτια το πέταξαν στα σκαλιά φτύνοντας σάλιο πηχτό και μόλις φτάσανε στο Νησί πριν καλά καλά τον πάνε σπίτι συνοδεία του δώσανε πανωπροίκι ένα καΐκι. Κόσμος μαζεμένος τον περίμενε, συγγενείς φίλοι, ένα σμάρι που βούιζε και στο κέντρο το Ρηνιώ, στητό με ένα μικρό χαμόγελο σαν νιόβγαλτο φεγγάρι. Πίσω της γραπωμένος από το καλό φουστάνι με τα ανθάκια κρυβόταν ο μικρός και χρειάστηκε να του πούνε οι μπαρμπάδες του “Να ο πατέρας σου...” δέκα φορές μέχρι να πάρει θάρρος να προβάλει και να του δώσει χέρι σα μεγάλος. Χωρίς αγκαλιά.
Στο χρόνο πάνω από το γυρισμό γεννήθηκε κι η κόρη- η δεύτερη, αν λογαριάσουμε και το άλλο της γιαπωνέζας. Αυτός, ολημερίς κι ολονυχτίς στο καϊκι και στο ψάρεμα, το Ρηνιώ σπίτι να ανασταίνει τα παιδιά. Αβγάτεψε το βιός, τρανέψαν τα παιδιά. Ζήσαν καλά. Με σεβασμό. Στις γιορτές και στα πανηγύρια τους βλέπαμε δίπλα- δίπλα μα αν τους καλοπρόσεχες υπήρχε ένα κενό αναμεταξύ τους, αυτή η μικρή απόσταση στο μαντήλι που του κρατούσε στο χορό για να κάνει εκείνος μπροστά πρώτος τα τσαλίμια του. Αυτή η απόσταση δεν γεφυρώθηκε ποτέ.
Μόνο στα στερνά. Βίραρε την άγκυρα στο καινούριο καΐκι κι ούτε εκεί έμεινε. Σηκωτό τον πήρε ο γιός του με δυό Αιγύπτιους που είχαν στη δούλεψή τους. Δεν ξανασηκώθηκε απ` το κρεβάτι. Δυό χρόνια ολόκληρα. Το Ρηνιώ τον φρόντισε σαν να ήταν παιδί της. Τον έπλενε, τον έντυνε, τον τάιζε, του έλεγε τα νέα της εγγόνας τους που ήταν πια κορίτσι της παντρειάς, τριτοετής στο πανεπιστήμιο.
Την τελευταία μέρα την φώναξε: “Ρηνιώ μου!” κι εκείνη σίμωσε στο προσκεφάλι του σαστισμένη. Είχε να ακούσει αυτό το “μου” πλάι στο όνομά της από τη μέρα στο μώλο που της είχε τάξει: “Σε οκτώ μήνες γυρίζω” κι έκανε οκτώ χρόνια στενάζοντας μέσα σε άλλη αγκαλιά. Την τράβηξε να καθίσει πλάι του στο κρεβάτι. Άπλωσε το χέρι του, της χάιδεψε τα μαλλιά, ύστερα το μέτωπο, τα μάγουλα που πήραν κοκκινίζουν σαν την πρώτη φορά και της είπε ξεψυχισμένα: “Συγχώρα με”.
Το Ρηνιώ, ορθάνοιξε δυό μάτια θάλασσες, άβυσσος σωστή το μπλε των ματιών της κι ας είχε αρχίσει να γαληνεύει το χρώμα με τα χρόνια. Δεν τον άφησε πολύ στην αγωνία στο χείλος της ζωής. Χωρίς κουβέντα τού έδωσε ένα πλατύ δακρυσμένο χαμόγελο, που εκείνος είχε ξεχάσει ότι υπήρχε, κι ύστερα έσκυψε και τον φίλησε στο στόμα. Σε αυτό το στερνό φιλί γεύτηκε με την τελευταία του ανάσα κάτι από αυτόν τον έρωτα που φούντωσε παράφορα μια μέρα πριν από πενήντα και βάλε χρόνια.
Για το στερνό μπάρκο στην αγκαλιά της γης τον αποχαιρέτησε σφιχτομαυρομαντηλοφορεμένη με γιό και κόρη να την βαστάνε γερά μη και λυγίσουν τα γόνατα και πέσει στην απελπισία που γεννούσε το οριστικό αυτού του φευγιού. Τώρα πώς βρήκε κουράγιο το Ρηνιώ ύστερα και έκανε ότι έκανε, ένας Θεός το ξέρει. Γύρευε πώς, γύρευε πού, έψαξε μόνη, κρυφά κι απ` τα ίδια της τα παιδιά και τη βρήκε! Στο χρόνο του Λευτέρη πάνω στο μνήμα έσκυψε κι άφησε μια αγκαλιά λουλούδια- χρυσάνθεμα θαρρώ πως ήταν -αντάμα με τα αδέλφια της κι η άλλη του κόρη. Η γιαπωνέζα.
~ . ~
Η μουσική του Alberto Iglesias από το soundtrack
της ταινίας του P. Almodóvar, Los abrazos rotos (Ραγισμένες Αγκαλιές)




