Τετάρτη, 6 Οκτωβρίου 2010

Το Ρηνιώ






Ακόμα και σήμερα με πατημένα πια τα εβδομήντα πέντε το Ρηνιώ το λες όμορφο. Φεγγάρι ολόγεμο το πρόσωπό της, μάτια θαλασσινά, καλογραμμένα χείλη κι ελάχιστες ρυτίδες. Από το σφιχτοδεμένο μαύρο μαντήλι ξεπροβάλλουν ασημένιες τρίχες, μα δε στέκεσαι εκεί -τα μάτια της σε παρασέρνουν στα πιο βαθιά νερά, τα άφεγγα.

Ο Λευτέρης την θυμόταν παιδί κι όταν γύρισε από τα καράβια τη βρήκε ανθισμένη στα είκοσι. Λωλάθηκε. Την ίδια μέρα πήγε και τη ζήτησε. Είπαν το “ναι” τα αδέλφια της και στο μήνα πάνω στεφανώθηκαν στην Παναγιά. Αν ρωτήσεις τους παλιούς ακόμα θυμούνται να σου πουν γι αυτόν το γάμο. Κράτησε μια βδομάδα, στέρεψε το κρασί, στέρεψε η ρακή μα δε στέρευε το γλέντι. Μια βδομάδα χορό, λυώσαν παπούτσια, μάτωσαν και τα δάχτυλα του βιολιτζή που έφυγε κρυφά νύχτα από το Νησί γιατί δεν άντεχε άλλο να παίζει.
Με το φουστάνι να φουσκώνει περισσότερο από την καρπισμένη κοιλιά της παρά από τον αέρα που λυσσομανούσε σα τώρα δα, με λυτά μαλλιά, το Ρηνιώ τον αποχαιρέτησε στο μώλο κι εκείνος στην πρήμνη του καϊκιού κρεμασμένος τέντωνε χέρι στο Νησί και σε κείνη που μάκραινε, μάκραινε μέχρι που χάθηκε από τα μάτια του.
Άρχισαν να φτάνουν γράμματα, δέματα, εμβάσματα από όλες τις άκρες του κόσμου. Από το νησί φεύγανε γράμματα και φωτογραφίες του μικρού. Κόντευε να χρονίσει όταν της το ζήτησε κι αυτή αμέσως πήρε ψαλίδι και του έστειλε για το προσκεφάλι στην κουκέτα του, δυό τούφες μαλλιά, μια του παιδιού κατάμαυρα, μια δικιά της ανοιχτά καστανά.
Ύστερα, ξαφνικά, εκεί που τον περίμεναν να γυρίσει, σταμάτησαν τα γράμματα, σταμάτησαν και τα δέματα. Μόνο τα χρήματα φτάνανε τακτικά. Εκείνος άφαντος. Λες κι άνοιξε η γης και τον κατάπιε -γιατί η θαλασσα δεν τον είχε πάρει, αυτό το ξέρανε σίγουρα. Μόνο σαν πήγε πια ο μικρός σχολείο, γύρευε πώς, γύρευε από πού, μάθανε τα αδέλφια του Ρηνιού ότι ο προκομένος ήταν στην Ιαπωνία. Κίνησαν κι οι δύο, πήγαν και τον βρήκαν. Χτύπησαν την πόρτα, άνοιξε μια γιαπωνέζα. Στα πόδια της το μούλικο με τα μάτια του Λευτέρη φοβισμένο από την όψη τους, γαντζώθηκε στο μεταξωτό φουστάνι της μάνας του. Κουβέντα δεν είπαν -τί να της λέγανε κι όλας της Γιαπωνέζας; - αυτή όμως κατάλαβε, παραμέρισε, πήρε το παιδί αγκαλιά και χάθηκε στο άλλο δωμάτιο.
Μπήκαν, κι ο Λευτέρης σαν τους είδε κατέβασε τα μάτια. Μείναν έτσι αμίλητοι, αυτός καθιστός, αυτοί όρθιοι κι ύστερα εκείνος σηκώθηκε μάζεψε δυό -τρία πράγματα και τους ακολούθησε. Ούτε που χρειάστηκε να του πούνε τη φράση της οργής που ακόνιζαν σε όλο το ταξίδι κι είχε μουλιάσει πικρή στη γλώσσα τους: “Ή έρχεσαι πίσω ή σε τελειώνουμε εδώ.”
Έξω από το σπίτι της λεγάμενης του 'έσκισαν το ναυτικό φυλλάδιο χίλια κομμάτια το πέταξαν στα σκαλιά φτύνοντας σάλιο πηχτό και μόλις φτάσανε στο Νησί πριν καλά καλά τον πάνε σπίτι συνοδεία του δώσανε πανωπροίκι ένα καΐκι. Κόσμος μαζεμένος τον περίμενε, συγγενείς φίλοι, ένα σμάρι που βούιζε και στο κέντρο το Ρηνιώ, στητό με ένα μικρό χαμόγελο σαν νιόβγαλτο φεγγάρι. Πίσω της γραπωμένος από το καλό φουστάνι με τα ανθάκια κρυβόταν ο μικρός και χρειάστηκε να του πούνε οι μπαρμπάδες του “Να ο πατέρας σου...” δέκα φορές μέχρι να πάρει θάρρος να προβάλει και να του δώσει χέρι σα μεγάλος. Χωρίς αγκαλιά.
Στο χρόνο πάνω από το γυρισμό γεννήθηκε κι η κόρη- η δεύτερη, αν λογαριάσουμε και το άλλο της γιαπωνέζας. Αυτός, ολημερίς κι ολονυχτίς στο καϊκι και στο ψάρεμα, το Ρηνιώ σπίτι να ανασταίνει τα παιδιά. Αβγάτεψε το βιός, τρανέψαν τα παιδιά. Ζήσαν καλά. Με σεβασμό. Στις γιορτές και στα πανηγύρια τους βλέπαμε δίπλα- δίπλα μα αν τους καλοπρόσεχες υπήρχε ένα κενό αναμεταξύ τους, αυτή η μικρή απόσταση στο μαντήλι που του κρατούσε στο χορό για να κάνει εκείνος μπροστά πρώτος τα τσαλίμια του. Αυτή η απόσταση δεν γεφυρώθηκε ποτέ.
Μόνο στα στερνά. Βίραρε την άγκυρα στο καινούριο καΐκι κι ούτε εκεί έμεινε. Σηκωτό τον πήρε ο γιός του με δυό Αιγύπτιους που είχαν στη δούλεψή τους. Δεν ξανασηκώθηκε απ` το κρεβάτι. Δυό χρόνια ολόκληρα. Το Ρηνιώ τον φρόντισε σαν να ήταν παιδί της. Τον έπλενε, τον έντυνε, τον τάιζε, του έλεγε τα νέα της εγγόνας τους που ήταν πια κορίτσι της παντρειάς, τριτοετής στο πανεπιστήμιο.
Την τελευταία μέρα την φώναξε: “Ρηνιώ μου!” κι εκείνη σίμωσε στο προσκεφάλι του σαστισμένη. Είχε να ακούσει αυτό το “μου” πλάι στο όνομά της από τη μέρα στο μώλο που της είχε τάξει: “Σε οκτώ μήνες γυρίζω” κι έκανε οκτώ χρόνια στενάζοντας μέσα σε άλλη αγκαλιά. Την τράβηξε να καθίσει πλάι του στο κρεβάτι. Άπλωσε το χέρι του, της χάιδεψε τα μαλλιά, ύστερα το μέτωπο, τα μάγουλα που πήραν κοκκινίζουν σαν την πρώτη φορά και της είπε ξεψυχισμένα: “Συγχώρα με”.
Το Ρηνιώ, ορθάνοιξε δυό μάτια θάλασσες, άβυσσος σωστή το μπλε των ματιών της κι ας είχε αρχίσει να γαληνεύει το χρώμα με τα χρόνια. Δεν τον άφησε πολύ στην αγωνία στο χείλος της ζωής. Χωρίς κουβέντα τού έδωσε ένα πλατύ δακρυσμένο χαμόγελο, που εκείνος είχε ξεχάσει ότι υπήρχε, κι ύστερα έσκυψε και τον φίλησε στο στόμα. Σε αυτό το στερνό φιλί γεύτηκε με την τελευταία του ανάσα κάτι από αυτόν τον έρωτα που φούντωσε παράφορα μια μέρα πριν από πενήντα και βάλε χρόνια.
Για το στερνό μπάρκο στην αγκαλιά της γης τον αποχαιρέτησε σφιχτομαυρομαντηλοφορεμένη με γιό και κόρη να την βαστάνε γερά μη και λυγίσουν τα γόνατα και πέσει στην απελπισία που γεννούσε το οριστικό αυτού του φευγιού. Τώρα πώς βρήκε κουράγιο το Ρηνιώ ύστερα και έκανε ότι έκανε, ένας Θεός το ξέρει. Γύρευε πώς, γύρευε πού, έψαξε μόνη, κρυφά κι απ` τα ίδια της τα παιδιά και τη βρήκε! Στο χρόνο του Λευτέρη πάνω στο μνήμα έσκυψε κι άφησε μια αγκαλιά λουλούδια- χρυσάνθεμα θαρρώ πως ήταν -αντάμα με τα αδέλφια της κι η άλλη του κόρη. Η γιαπωνέζα.

~ . ~

Η μουσική του Alberto Iglesias από το soundtrack
της ταινίας του P. Almodóvar, Los abrazos rotos (Ραγισμένες Αγκαλιές)




27 σχόλια:

Margo είπε...

Η ιστορία θα πρέπει να είναι αληθινή μα ο τρόπος που διηγείσαι την κάνει λογοτεχνικό κόσμημα. Θα έπρεπε να δούμε κάτι δικό σου δημοσιευμένο.. σε έντυπο.. ίσως να το έχεις ήδη κάνει.. αν ναι να μας το πεις σε παρακαλώ;)

..και Ραγισμένες αγκαλιές για μουσική!!!

Να έχεις μια υπέροχη μέρα Τσαλαπετεινέ μου

Katerina είπε...

Με ταξίδεψες...
Υπέροχη ιστορία!!


καλημέρα :)

scarlett είπε...

η αφηγηση εκπληκτικη για αλλη μια φορα. η ιστορια ομως που καθρεφτιζει τη συμβατικοτητα των σχεσων μιας όχι και τοσο παλιας εποχης και την καταπίεση που το άτομο ήταν αναγκασμένο να υποστεί προκειμενου να ζησει συμφωνα με τις κοινωνικες νορμες, αφηνουν ενα αισθημα θλιψης

antinetrino είπε...

Εξαιρετικό... :)

gvarvakis είπε...

Μαγευτικό κείμενο, σπουδαία δοσμένο με εξαιρετικά πυκνή πλοκή!!!
Πολύ όμορφη γλυκόπικρη η ιστορία σου.

Μανος είπε...

Όμορφο Τσαλ.
Μου'κανε εντύπωση η άνευ όρων επιστροφή του στην Ελλάδα. Δίχως κουβέντα έφυγε από τον έναν τόπο, δίχως κουβέντα γύρισε.

kovo voltes... είπε...

Το βλέμμα και το "μου", αυτό της αγάπης της ολόκληρης και όχι το κτητικό, είναι απο τα πιο δυνατά που μπορεί να ζήσει ένας άνθρωπος...Ακόμη και αν χαθούν θα είναι εκεί.
Εξαιρετική αφήγηση!
*έχω βαλει ίδια φωτό σε μια ανάρτηση...Πυξίδα ζωής ;)

Τσαλαπετεινός είπε...

Margo: Τουλάχιστον η μαγιά είναι αληθινή.
Δεν είναι καλύτερα δημοσιευμένα εδώ, με τις μουσικές, τις εικόνες μας και τα σχόλια;
Οι “ραγισμένες αγκαλιές” θα μπορούσε να είναι και ο τίτλος αυτής της ανάρτησης....Κρατήθηκα για να μην τον κλέψω από τον Pedro.

Katerina: Σ` ευχαριστώ Κατερίνα και σε καλωσορίζω.

Τσαλαπετεινός είπε...

scarlett: Φοβάμαι ότι οι συμβατικές σχέσεις συνεχίζουν να υπάρχουν, δυστυχώς δεν ανήκουν αποκλειστικά σε παλιότερες εποχές. Ίσως σήμερα διαφέρουν μόνο οι λόγοι που συντηρούμε ανάλογες σχέσεις που στην πλειονότητά τους δεν είναι πια κοινωνικοί.

antinetrino : Να σαι καλά και να προσέχεις εκεί στα ξένα που σαι.

Τσαλαπετεινός είπε...

gvarvakis : Από τα Astounding eyes of Rita είχαμε να τα πούμε και βρεθήκαμε πάλι στα μάτια του Ρηνιού. ;-)
Καλή σου νύχτα.

Μανος: Δεν ξέρω αν θα μπορούσε να κάνει κι αλλιώς...όχι βέβαια λόγω της απειλής. Κώδικες μια άλλης γενιάς, ενός άλλου κόσμου.

Τσαλαπετεινός είπε...

kovo voltes... : Αυτό το 'μου' της αγάπης κι όχι το κτητικό τονισμένο όμως με ένα ιδιαίτερο τρόπο... Τελικά δεν είναι ο λέξεις που κάνουν την διαφορά, είναι η εκφορά τους.

*Όταν βρήκα την εικόνα κάτι μου θύμιζε και δεν μπορούσα να θυμηθώ τι...

Σελιτσάνος είπε...

Συμβάσεις ,ναι.Αλλά προσέξτε πόσο στοργικά,σε τελευταία ανάλυση,παρενέβαινε η κοινωνία μέσω αυτών των συμβάσεων ακόμα και στις διαπροσωπικές σχέσεις.Σα να ήταν το ζευγάρι άμαθα παιδιά,που μια μητέρα έπρεπε να τους δείξει τι πρέπει να κάνουν,έστω και αυστηρή,με απειλές.Σήμερα θα μιλάγαμε για ανθρώπινες ελευθερίες και ψυχαναλυτικές προσεγγίσεις.
Θα μου πείτε είσαι νοσταλγός.Όχι,αλλά μ΄αρέσει να διδάσκομαι.

Αργυρώ είπε...

Υπέροχη! Με έκανες και δάκρυσα!

ippoliti_ippoliti είπε...

Τη διάβασα πολλές φορές και μπαίνω και την ξαναδιαβάζω. Πολλά τα συναισθήματα κι οι σκέψεις, αυτό που θέλω πάντως να σημειώσω ότι εμένα αυτή ιστορία μου δημιουργεί θαυμασμό για την τιμιότητα που έκαστος πρωταγωνιστής υπερασπίζεται ή ακολουθεί τις αξίες, τα πάθη, τα συναισθήματα, τα πρέπει τα δικά του και της κοινωνίας, τη μοίρα του.
Γλυκόπικρη όντως, γλυκόπικρη.
Αρωμα μίας άλλης εποχής.
Τι αρμονία κειμένου και μουσικής.
Καλό βράδυ

marina είπε...

Είναι απ'αυτά τα κείμενα,με τη συνοδία της μουσικής που ζεσταίνουν την ψυχή,κι ας κυλά ένα δάκρυ(η ίσως ακριβώς γι αυτό!)Νάσαι καλά Τσαλαπετεινέ!Καλό βράδυ.

silia είπε...

Ενεός (έμεινα) φίλε μου , διαβάζοντας το ...
Έδωσα ... ρέστα .
Καθαρή λογοτεχνία .
Θα μου επιτρέψεις να τριγυρίζω εδώ γύρω ...

Τσαλαπετεινός είπε...

Σελιτσάνος: Χαίρομαι γιατί επισημάνατε το βασικό λόγο που με κέντρισε σε αυτή την ιστορία.
Αυτή τη διαφορά στο χθες και στο σήμερα. Ούτε κι εγώ είμαι νοσταλγός. Μ` αρέσει να διδάσκομαι.

Αργυρώ: Να σαι καλά! Και καλωσόρισες. ;-)

Τσαλαπετεινός είπε...

ippoliti_ippoliti: Οι κώδικες της εποχής και της δεδομένης μικρής νησιώτικης κοινωνίας είναι δεδομένοι. Δύσκολα να ξεφύγουν οι ήρωες από αυτούς τους κώδικες...σε ένα μικρό βαθμό νομίζω αυτό ισχύει ακόμα και σήμερα.
καλό σου βράδυ και σε ευχαριστώ.

marina: Χαίρομαι που σου άρεσε ο συνδυασμός μουσικής – κειμένου. Αντίθετα με άλλες αναρτήσεις, η μουσική είχε επιλεγεί από την αρχή και με βοήθησε πολύ καθώς την άκουγα και την ξανάκουγα- μού έδωσε το ρυθμό της.
Καλό σου βράδυ.

Τσαλαπετεινός είπε...

silia : Να σαι καλά! Φυσικά μπορείς να τριγυρίζεις εδώ. Να ξέρεις ότι αν η πόρτα είναι κλειστή- χειμώνας έρχεται και ήδη έχει αρχίσει η ψύχρα– το κλειδί είναι πάντα στη γαρδένια.

tsalapeteinos είπε...

Μετά την όψιμη δικαίωση του δον Βάργκας Γιόσα έχουμε μπροστά μας ένα μελλοντικό νόμπελ, ή έστω Πούλιτζερ; Ελπίζω μόνο να μην έχεις την πολιτική του μεταστροφή!

John Black είπε...

Αυτό το κείμενο είναι ένα διαμάντι στη blogoσφαιρα.

Να σαι καλά.

Pompeia είπε...

Τι όμορφα που γράφεις πάντα, καλλιτέχνη μου... εδώ όμως, ξεπέρασες τον εαυτό σου!
Καλό σου Σαββατοκύριακο.

δύτης των νιπτήρων είπε...

Αυτή η μικρή απόσταση -ίσαμε το μαντήλι στο χορό, δυο ωκεανοί στ' αλήθεια.
Τα σέβη μου!

Τσαλαπετεινός είπε...

tsalapeteinos : Αχ αδελφέ μου μου φαίνεται ότι σε παρασύρει η αδελφική σου αγάπη...
(Να σε ευχαριστήσω για το μέηλ που μου έστειλες για τη βράβευση του Λιόσα. Από σένα το έμαθα. )


John Black : Να σαι καλά John B. Σ ευχαριστώ...

Τσαλαπετεινός είπε...

Pompeia: Πού είσαι εσύ ξενιτεμένο κορίτσι; Έριξες μαύρη πέτρα πίσω σου...Καλό σου απόγευμα και καλή βδομάδα.









δύτης των νιπτήρων : Αυτή η μικρή απόσταση στο μαντήλι μεταξύ πρώτου και δεύτερου χορευτή...
Είναι απαραίτητη για να μπορεί να στρίβει το μαντήλι καθώς κάνει τις φιγούρες ο πρώτος και την ίδια στιγμή του παρέχει ένα στήριγμα. Ωστόσο έχω παρατηρήσει πολλές φορές ότι προκειμένου να κρατάνε το χέρι της καλής τους οι πρώτοι χορευτές εκμηδενίζουν την απόσταση στο μαντήλι ή στους μεγάλους έρωτες δεν χρησιμοποιούν καθόλου μαντήλι. Κι ας τους δυσκολεύει η λαβή χέρι με χέρι στις φιγούρες τους.

Γιάννης Χάρης είπε...

γεια στο... πληκτρολόγιό σου, τσαλαπετεινέ!

υπέροχο κείμενο! ζηλευτό στη σοφά κρατημένη συγκίνησή του και στο επίσης σοφά ζυγιασμένο χιούμορ!

Τσαλαπετεινός είπε...

Γιάννης Χάρης: Σας ευχαριστώ!
Πάντως για όλα φταίει το πληκτρολόγιο. ;-)