Πέμπτη 9 Αυγούστου 2012

Zero point tales



Μόνιμο ηχητικό χαλί λυρίζοντες τέττιγες· τα πραγματικά στέκουν όρθια περιμένοντας μάταια, καιρό τώρα να τα παραλάβουν για να τα καθαρίσουν και να τα φυλάξουν. Στέκουν όρθια αντί να απογειωθούν μόνα τους, να πετάξουν μακριά χωρίς συμβατικά καύσιμα και να με πάρουν μαζί τους μέχρι τα πρώτα γερά κρύα. Ή και για ακόμα περισσότερο. Καλύτερα όμως για πάντα. One way trip ορέγομαι.

Τίποτα. Τα χαλιά στέκουν ακίνητα, χωρίς καμιά διάθεση για απογείωση. Τελικά ούτε ένα παραμύθι δε βγαίνει αληθινό κι οι τελευταίες μου ελπίδες στηρίζονται στη φασολιά: φύτρωσε μόνη της στην πίσω μεριά του κήπου και ψηλώνει ανησυχητικά μέρα με τη μέρα. Αν συνεχίσει, θα σου πω χωρίς κανένα δισταγμό “Λέγε με Τζακ” τη στιγμή που αρχίσω να σκαρφαλώνω στον κορμό της, με θερινή στολή: τα παλιά all stars, τρύπια και ξεβαμμένα, ιδρωμένο φανελάκι τύπου Κοβάλσκι, βερμούδα με τσέπες γεμάτες πακέτα καπνό γιατί δεν λέει να ξεμείνεις εσύ ο ξένος, ο Κοντορεβυθούλης στη χώρα των Γιγάντων.

Έχω ένα παλιό λυχνάρι. Το βρήκα πριν χρόνια πεταμένο και το μάζεψα. Είχα σκεφτεί να το δώσω για επαργύρωση. Δεν το έκανα. Μ` αρέσει να το βλέπω έτσι φθαρμένο, χωρίς γυαλάδα και να σκέφτομαι πως κάποιος, κάποτε το έτριψε πολύ κι από μέσα βγήκε όχι το τζίνι που οφείλει να βγαίνει από κάθε λυχνάρι όταν το τρίβεις, μα μια αληθινή γυναίκα. Όμως κι αυτό το παραμύθι χαλάει, αφού υποψιάζομαι ότι όταν τη φίλησε εκείνη αμέσως μεταμορφώθηκε σε γοργόνα και ξανοίχτηκε για να βρει τον άλλο Τζακ. Τον Σπάροου.



Μην ανησυχείς που παραμιλώ με παραμύθια· η ζέστη φταίει, τα τζιτζίκια που δε λένε να σταματήσουν, ο βοριάς που φυσάει μα δε μας δροσίζει και οι φωτιές που μαίνονται αυτές τις μέρες. Αυτή την εποχή που κάποτε ονομάζαμε καλοκαίρι. Αν μου πεις ότι πάντα έτσι ήταν -κι οι φωτιές και τα τζιτζίκια κι η ζέστη-  θα αναγκαστώ να σταματήσω να κρύβομαι αδέξια πίσω από παραμύθια. Με σκυμμένο κεφάλι θα ομολογήσω: παραμιλάω και φταίει αυτή η εκκωφαντική σιωπή που διαρρηγνύουν όλο και πιο συχνά άναρθρες κραυγές αγέλης. Φταίει που πατάμε καιρό τώρα στο σημείο μηδέν. Στον πάτο. 


Οι εικόνες, έργα του Emil Nolde

Κυριακή 5 Αυγούστου 2012

Εκατό, γεμάτα-γεμάτα.



Χτύπησε μια κατοστάρα  σε χρόνια κι έφυγε χορτάτος. Άφησε πίσω του εμάς να τον μακαρίζουμε τη σωστή στιγμή: μετά το τέλος του. Μας άφησε πίσω να ζηλεύουμε τα χρόνια του, μα κυρίως τη ζωή του. Δεν έφυγε απλώς πλήρης ημερών· η ζωή του ήταν πλήρης. Στη τελική ζυγαριά πιο πολλές βγάζαμε τις χαρές που γεύτηκε από τις πίκρες και τα βάσανα. Τού φέρθηκε καλά βλέπεις η ζωή, απ` την αρχή μέχρι τα στερνά και εκείνος της το αντιγύρισε με το παραπάνω.

Κορόιδευε τους γιατρούς στο νοσοκομείο τις τελευταίες μέρες -γιατρός ο ίδιος- που τον συμβούλευαν να φάει για να δυναμώσει ώστε να γυρίσει σπίτι του για να συνεχίσει τη ζωή του. Έβγαινε από το δωμάτιο η κουστωδία με τα ακουστικά και τα πιεσόμετρα κι εκείνος κουνούσε το κεφάλι στέλνοντας έναν μορφασμό περιφρόνησης “Αλμπάνηδες, τί περιμένεις;” στην πόρτα που έκλεινε. 

Εκείνος έλεγε πάντα την αλήθεια, όσο σκληρή κι αν ήταν στους ασθενείς του, κάποιοι από τους οποίους επέμεναν μέχρι και πρόσφατα να του ζητάνε να τους εξετάσει κι ας είχε συνταξιοδοτηθεί εδώ και δεκαετίες. Από τους μη έχοντες ποτέ δεν έπαιρνε χρήματα κι είχαν να το λεν οι ίδιοι και οι απόγονοί τους που ήρθαν ακόμα κι από τα χωριά για την κηδεία. Και ειδικά αυτοί ήταν που μας ευχόταν απ` την καρδιά τους όχι τα γνωστά και τετριμμένα “Να ζήσετε να τον θυμόσαστε” μα ένα κιμπάρικο: “Τη ζωή του να `χετε”.

Γεννήθηκε Απρίλη του `12 -οκτώ μήνες πριν την απελευθέρωση της πόλης από τους Τούρκους ανήμερα του Αη Μηνά- μεγάλωσε χαϊδεμένο στερνοπαίδι μεγάλης κι εύπορης οικογένειας, σπούδασε στην Αθήνα το `30, πολέμησε το `40, παντρεύτηκε το `50 κι απόκτησε παιδιά, δούλεψε, ταξίδεψε, γλέντησε, κυνήγησε, ψάρεψε. Απόκτησε εγγόνια το `70, το `80 και το `90, συνέχισε να δουλεύει, να ταξιδεύει, να ψαρεύει. Πάντα σοβαρός κάτω από τα πυκνά του φρύδια, μα με εξαιρετικό χιούμορ. Στο γύρισμα του αιώνα άρχισε να φυτεύει κι όταν πια στα 95 του, τα παιδιά τού πήραν αυτοκίνητο και βάρκα για να βάλουν επιτέλους ένα τέλος στις συνεχείς εξορμήσεις και ψαρέματά του, έπεσε με τα μούτρα στον μπαξέ του κι είχαν πάρει να κοκκινίζουν οι φετινές ντομάτες στις κατάφορτες ρίζες την ώρα που τον κατεβάζανε.

Τη βλέπεις; Αν γύριζε πίσω ο χρόνος, πάλι την ίδια γυναίκα θα παντρευόμουν. Πέρασα καλή ζωή μαζί της” μού έλεγε το Φλεβάρη κι αυτό το “καλή ζωή” το έλεγε με ένα τρόπο που καταλάβαινες ότι τα έκλεινε όλα μέσα του. Τα μικρά και τα μεγάλα. Τα σημαντικά και τα ασήμαντα. Η θεία δίπλα του, γελούσε και υπερθεμάτιζε για αυτή την καλή κοινή ζωή των εξήντα χρόνων. Για αυτό και τον αποχαιρέτησε όχι απλώς αδάκρυτη μα με ένα χαμόγελο, πλατύ κι ειλικρινές. Ούτε τα παιδιά του και τα εγγόνια του τον έκλαψαν. Ούτε κι εμείς οι συγγενείς.

Μόνο η μικρή δισεγγονή του, η Χαρά, θρήνησε απαρηγόρητη όταν στα σαράντα του “μεγάλου παππού”, της έβαλαν με το ζόρι παπούτσια, ενώ εκείνη προτιμούσε να τρέχει ξυπόλυτη στην εκκλησία γύρω από το τραπέζι με τα κόλλυβα την ώρα που ακουγόταν ”...και την ποθεινήν πατρίδα παράσχου μοι, Παραδείσου πάλιν ποιών πολίτην με."