Τα
απόγευμα θα ανηφορίσω στον Υμηττό. Από
τα τελευταία σπίτια μέχρι ψηλά, είναι
σχεδόν μια ώρα δρόμος, αλλά αξίζει τον
κόπο. Όχι γιατί υπάρχει περίπτωση να
ανακαλύψει κανείς το κρυμμένο από τα
τέλη της δεκαετίας του `50, μυστικό του
Μάνου, αλλά για τη θέα. Buena vista από
κει πάνω. Όσο απομακρύνεσαι από την πόλη
και εισχωρείς στο περιαστικό πράσινο,
όσο ανεβαίνεις, τόσο μακραίνουν οι
ήχοι της πόλης και μικραίνουν τα
κτίσματα. Ανεπαίσθητα όλα αρχίζουν να
μπαίνουν στις σωστές τους διαστάσεις.
Σε
ένα σημείο ψηλά, θα αφήσω το δρόμο και
θα πάρω ένα μονοπάτι. Μόλις που διακρίνεται
κατειλημμένο από την νέα βλάστηση·
θρασύς και παράφορος ο ανοιξιάτικος
επεκτατισμός της φύσης. Σε μια στροφή
του μονοπατιού, υπάρχει ένας βράχος
-κάθισμα. Εκεί θα αράξω. Θρόνος σωστός
που αν ήξερε την ύπαρξή του ο Ξέρξης
Σεπτέμβρη του 480π.Χ, εδώ θα καθόταν κι
όχι από την άλλη μεριά. Μα γι αυτόν το
αποτέλεσμα πάλι το ίδιο θα ήταν. Τότε
βλέπεις ήμασταν αποφασισμένοι να
νικήσουμε.
Σήμερα
είναι καθαρή η ατμόσφαιρα. Πιάτο θα
βρεθεί το λεκανοπέδιο μπροστά μου. Στην
αρχή θα κοιτάζω τα κοντινά. Θα προσπαθώ
με μπούσουλα τα φυσικά εξάρματα να
εντοπίσω, τις συνοικίες, τις λεωφόρους, τους δρόμους, τα μεγάλα κτίρια.
Ύστερα καθώς το φως θα λιγοστεύει θα δω
το σύνολο. Θα ξεθαρρέψει το μάτι και θα
αλωνίσει στην απλωσιά. Από την Πεντέλη
μέχρι τη Σαλαμίνα και από το -αθέατο από
αυτό το σημείο- μοναστήρι της Καισαριανής
μέχρι απέναντι, τα αχνά βουνά της
Πελοποννήσου.
Θα
μείνω εκεί ψηλά αδειάζοντας από τα μικρά
του κάτω κόσμου. Περιμένοντας τη
μεγάλη ώρα: εκείνο το ελάχιστο διάστημα που
συνυπάρχει το τελευταίο φως της μέρας, με τα φώτα της πόλης που αρχίζουν να
ανάβουν σιγά-σιγά το ένα μετά το άλλο.
Τη στιγμή που θα προβάλει η Ακρόπολη
στο φως των προβολέων, θα πιάσω στο αέρα
ριπές από θυμάρι και πεύκο. Πίσω τους
θα ακολουθήσει η ψευδαίσθηση ότι έφτασε
μέχρι εκεί πάνω, μια μυρωδιά θάλασσας.
Όταν ακουστεί κελάηδημα αηδονιού μέσα
στην απόλυτη ησυχία, θα αρχίζω να
κατηφορίζω με τους τελευταίους
περιπατητές.




