Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ρεμπέτικο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ρεμπέτικο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2013

Δύσκολοι αποχαιρετισμοί


Πριν πέντε μέρες πρέπει να ήταν. Είχαμε μαζευτεί, κι από τίποτα, από μια κουβέντα ξεκάρφωτη, μπήκε το πρώτο τραγούδι. Γιουτουμπάκι. Κι ύστερα ήρθε το δεύτερο, το τρίτο και γέμισε η νύχτα ρεμπέτικα. Μια ο ένας, μια ο άλλος, μια ο τρίτος. Ούτε στροφές, ούτε παλαμάκια. Τίποτα. Ήρεμα με ένα ποτήρι στο χέρι. Να ακούς τη μουσική να σιγομουρμουρίζεις τους στίχους, να κοιτάς το κρασί σου. Να μερακλώνεις και να το κρατάς, να μην το βγάζεις και να μελώνει πατρίδα το μέσα σου.

Κράτησα για το τέλος το “Μάνα μου Ελλάς”. Δεν το ήξεραν. Άκουγαν σιωπηλοί την εισαγωγή -”Ξαρχάκος” τους είπα- κι ύστερα στην πρώτη στροφή μετά τον αμανέ κοιτάχτηκαν. “Γκάτσος οι στίχοι, από την ταινία το Ρεμπέτικο”, διευκρίνησα. Πήγα να συμπληρώσω κάτι ακόμα μα με έκοψαν. “Σώπα, να ακούσουμε” είπαν και δυνάμωσαν την ένταση. Εκεί στο “και δε δακρύζεις ποτέ σου μάνα μου Ελλάς/ που τα παιδιά σου σκλάβους ξεπουλάς” τους ένιωσα ραγισμένους. “Ρε τι φωνάρα είναι αυτή” είπαν στο τέλος και ύστερα με ρώτησαν ποιός τραγουδούσε. “Νίκος Δημητράτος. Θείος μου” είπα με καμάρι. 


 Από παιδί δεν έχανα συναυλία του. Ούτε και παράσταση ή ταινία, μα πιο πολύ θυμάμαι τις συναυλίες. Είχα πάντα μεγάλη αγωνία, περίμενα να εμφανιστεί –με ένα άσπρο πουκάμισο, εκτυφλωτικό κάτω από τους προβολείς στο Λυκαβηττό- και έπειτα δεν τον άκουγα, μόνο αφουγκραζόμουν το πλήθος. Έπιανα στον αέρα τον κόσμο να χαμηλώνει στο άκουσμα αυτής της φωνής που ήταν έτοιμη να τσακίσει χίλιες φορές, με χίλιους τρόπους κι ύστερα ήξερε πώς να σηκωθεί αργά και να γεμίσει δοξαστικά για να σε λυτρώσει. Χαμήλωνε κι άλλο ο κόσμος μπροστά στη σεμνότητα της σκηνικής του παρουσίας, χαμήλωνε και τότε άπλωνε πάνω στο πλήθος η φωνή, το κυρίευε απόλυτα κι  ανέσυρε μια μια τις πιο ξεχασμένες μνήμες. Μνήμες από μια ατόφια Ελλάδα, ιδανική και διαρκώς απούσα. Στο τέλος, το ένιωθες: το χειροκρότημα του κόσμου για το Δημητράτο, δεν είχε μόνο το “μπράβο” ή τον θαυμασμό, είχε σεβασμό.
 

“Πάμε να δεις την αυλή που μεγάλωσα” πρέπει να μού είχε πει και από το Μοναστηράκι πήραμε να ανηφορίζουμε τα στενά στην Πλάκα. Μπροστά πήγαινε ο Θωμάς – θα ήταν δώδεκα, το πολύ δεκατρία τότε- κι εμείς ακολουθούσαμε. Ανηφορίζαμε κι μού έλεγε για τα παλιά: πώς ήταν η Πλάκα όταν ζούσε εκεί με τη μητέρα του, πώς ξεκινούσε από το σπίτι πιτσιρίκι για να πάει στη Μητρόπολη. Παπαδάκι πρώτα και μετά στη βυζαντινή χορωδία. Όταν φτάσαμε, ακούμπησε το ντουβάρι κι έτσι μου έδειξε το σπίτι τους. Θυμάμαι ακόμα αυτή την εικόνα: το χέρι του πάνω στην ξεφλουδισμένη ώχρα. Ευλαβικά. 

Στενό το σοκάκι κι ανηφόρισα λίγο ακόμα δω το σπίτι ολόκληρο -ένα ισόγειο, μικρό, ακατοίκητο. Κλειστά πορτοπαράθυρα και χορτάρια να φυτρώνουν στην άκρη της στέγης. Κι άλλη εικόνα μπροστά μου σχεδόν κινηματογραφική: ο Νίκος ακουμπισμένος στον τοίχο, να αναπολεί με το κεφάλι του λίγο γερμένο και αρκετά πιο πίσω, δίπλα στην πόρτα, στην ίδια σχεδόν στάση ο Θωμάς. Με την ίδια έκφραση. Ολόιδιοι πατέρας και γιος, σαν να έβλεπες έναν άνθρωπο σε δύο διαφορετικές ηλικίες.


 Μια μέρα πέρασα απροειδοποίητα από το σπίτι στο Βύρωνα και τον πέτυχα στη ραπτομηχανή. Γάζωνε παντόφλες με τη σιγουριά επαγγελματία. Σίγουρα κι από αυτή τη δουλειά είχε περάσει. Είτε μικρός στο ξεκίνημα για βιοπορισμό είτε αργότερα, μεγάλος, όταν πάλευε να πλάσει τους ρόλους του -όπως κανένας άλλος ηθοποιός- άλλαξε δεκάδες δουλειές. Τρεις μήνες ήταν σε κρεοπωλείο για το Άντε Γεια του Τσεμπερόπουλου. “Εδώ είχα βάλει σχεδόν είκοσι κιλά για το ρόλο, θα έκανα το χασάπη, χωρίς να ξέρω να κόβω το κρέας σαν επαγγελματίας;” μου είχε πει κάποτε.


 Για τις παντόφλες κατέβαινε στου Ψυρρή, έπαιρνε δέρματα, τις σχεδίαζε και τις έφτιαχνε για όλους στην οικογένεια. Όχι μόνο τη στενή μα την ευρύτερη: ανίψια, ξαδέλφια, θείοι, όλοι έλαβαν. Διαφορετικό το κάθε ζευγάρι. “Να δεις που θα σου πάρει μέτρα για να σου φτιάξει και σένα” είπε η Χαρά. Μέτρα δε μού πήρε εκείνη τη μέρα μα σηκώθηκε κι έβαλε να φτιάξει μακαρονάδα. Εκεί να δεις μεράκι και σιγουριά. Σιγοσφύριζε κι ανακάτευε τη σάλτσα. Με τραγούδι τα σούρωσε. Καθόμασταν στο τραπέζι της κουζίνας με τη θεία τη Χαρά κι έλεγα μέσα μου, να αργήσει το φαγητό να τον ακούσω κι άλλο. Δεν άργησε το φαγητό κι έτσι τραγουδισμένο που ήταν, μού φάνηκε πιο νόστιμο. 


Καλοκαίρι στα Κύθηρα στο σπίτι τους, λίγο πριν το γάμο της Μαρίας της μοναχοκόρης του. Άρχοντας στην αυλή, μπροστά στη θέα του πελάγους, ένιωθες ότι ήταν πλήρης. Όλα τα σπουδαία του βίου -για άλλους ασήμαντα- τα είχε γευτεί και συνέχισε να τα γεύεται με τον δικό του απλό τρόπο. Το έβλεπες στο σπίτι που έχτισε με τα χέρια του. Στον τρόπο που τραγουδούσε, που έπιανε το χέρι της Χαράς, που αγκάλιαζε τα παιδιά του- με τα χέρια ή με το βλέμμα. Στις μετρημένες κουβέντες του. Στον τρόπο που κρατούσε το ποτήρι στο χέρι του. Στο καθαρό του γέλιο. Το έβλεπες ξεκάθαρα στον τρόπο με τον οποίο πατούσε το χώμα. 

Καλό δρόμο Νίκο



 οι εικόνες από το Ρεμπέτικο 

Δευτέρα 21 Φεβρουαρίου 2011

Το χασαπάκι


Αγαπημένο από τη στιγμή που το πρωτάκουσα – άργησα είναι αλήθεια, μάλλον γιατί δεν είναι από τα πιο γνωστά τραγούδια του Μάρκου- έπαιζε χθες χαλί, όλη μέρα στο μυαλό μου. Αναδύθηκε το πρωί, με αυτό το μυστήριο τρόπο των τραγούδιων να βγαίνουν στην επιφάνεια και να σε συντοφεύουν εμμονικά. Ατόφιο: η μουσική, οι στίχοι του, ακόμα κι αυτό το νοσταλγικό γρέζι της παλιάς ηχογράφησης.

Το απόγευμα πια υπέκυψα στις νοερές επαναλήψεις και το άκουσα κανονικά, στην  πρώτη ηχογράφηση του 1947 με τη μοναδικά λιτή και βαθειά ζεστή φωνή της Στέλλας Χασκίλ. Αναζήτησα και τους στίχους, αν και τους θυμόμουν πολύ καλά. Το άκουγα και διάβαζα προσπαθώντας να φανταστώ τα γράμματα του Βαμαβακάρη στα τετράδια που σημείωνε τα “στιχάκια” του όπως τα έλεγε σεμνά ο ίδιος. Ή σε κομμάτια χαρτί, ή σε πακέτα τσιγάρων.

Αν για την Φραγκοσυριανή ξέρουμε πώς γράφτηκε, για το Χασαπάκι μπορούμε μόνο να εικάσουμε ότι το ερέθισμα τουλάχιστον ανάγεται στα χρόνια που δούλεψε ο ίδιος στα σφαγεία, αρχής γενομένης το 1925 σε ηλικία είκοσι χρονών. Έχει ενδιαφέρον ότι το πρώτο πρόσωπο, ο αφηγητής,  αποδίδεται σε γυναικεία φωνή και όχι σε ανδρική, στη δικιά του όπως συμβαίνει με το σύνολο των ερωτικών του τραγουδιών. Ευσεβής πόθος; Ποιός μπορεί να ξέρει με σιγουριά;


Και αυτό το τραγούδι όπως και τα άλλα του Μάρκου διακρίνεται για τη στιχουργική του οικονομία. Σε δώδεκα μόλις στίχους καταφέρνει να περιγράψει τη γέννηση ενός έρωτα, τη φούντωσή του, το σκηνικό χώρο αλλά και το αντικείμενο του πόθου της γυναίκας- αποκλειστικά και μόνο. Για την ίδια, δεν υπάρχει κανένα εξωτερικό στοιχείο παρά μόνο η δήλωση του συναισθήματός της υπο μορφήν εξομολόγησης.

Σε κάθε ένα από τα τρία τετράστιχα, ένας στίχος περιγράφει τον νέο, το χασαπάκι, ξεκινώντας από το μέρος “την ελίτσα και τα φρύδια τα σμιχτά”, για να περάσει από το κοκκίνισμα στα μάγουλα και να καταλήξει στο σύνολο: “ένα μπόι λεβεντιά σα την λαμπάδα”. Αυτή η περιγραφή χρησιμεύει σαν υφάδι και δικαιολογία συνάμα για να αναπτυχθεί σε όλους τους άλλους στίχους το στιμόνι της εξομολόγησης. Και τα δύο μαζί περιπλέκονται αριστοτεχνικά σε μια αδιάσπαστη ενότητα.

Η έκφραση των συναισθημάτων όμως δεν ακολουθεί σταδιακή κορύφωση όπως ίσως θα περίμενε κανείς. Αρχίζει με μεγάλη ένταση “μ` έχει κάνει σα τρελή”, στη συνέχεια αναλύεται ή ανιχνεύεται “με γοητεύει, με μαγεύει, με παιδεύει” για να συρρικνωθεί σε εκείνο το σεμνό “τον εσυμπάθησα μανούλα μου πολύ”. Με αυτόν τον τρόπο εισάγει, έστω και σε δεύτερο πλάνο το μητρικό πρόσωπο, δέκτη της εξομολόγησης που όμως φαίνεται να αντιδρά με επικριτικό βλέμμα στην έκρηξη του πάθους της κόρης. Κι αυτό ακριβώς το επικριτικό βλέμμα προσπαθεί να κάμψει στο τέλος όπου επανέρχεται όχι μόνο η ξεκάθαρη δήλωση της αγάπης αλλά και η  έσχατη  απειλή  “ γι'αυτόνε, μάνα μου, στη μαύρη γη θα μπώ” ικανή να κάμψει κάθε αντίσταση.


Με αυτές οι σκέψεις για τα “στιχάκια” του Μάρκου κατάλαβα τελικά χθες γιατί το Χασαπάκι ήταν και παραμένει ένα από τα αγαπημένα μου τραγούδια.

Και το άκουσα μια ακόμα φορά. 





Μεσ'στη χασάπικη αγορά ένα χασαπάκι,
με την ελίτσα και τα φρύδια τα σμιχτά,
όταν με βλέπει και περνάω από μπροστά του,
τη μαχαιρίτσα του στο κούτσουρο κτυπά. 


Τα μαγουλά του κοκκινίζουν και με σφάζουν,
η ομορφιά του μ'έχει κάνει σαν τρελλή,
με γοητεύει, με μαγεύει, με παιδεύει,
τον εσυμπάθησα, μανούλα μου, πολύ.

Εχει ένα μπόι λεβεντιά σαν τη λαμπάδα,
να ξέρεις, μάνα μου, τρελλά τον αγαπώ
και όπως πάω, αν δεν τον πάρω, θα χτικιάσω,
γι'αυτόνε, μάνα μου, στη μαύρη γης θα μπω.