* Περιποιημένη και καλοστεκούμενη, περασμένα εβδομήντα. Ελέγχει προσεκτικά τη διασταύρωση και διασχίζει το δρόμο με τον ρυθμό των χρόνων της. Στα μισά, απαστράπτον αυτοκίνητο στρίβει με ταχύτητα καταπάνω της. Εκείνη κοντοστέκεται αλλά αναγνωρίζοντας τον κίνδυνο οπισθοχωρεί. Όχι τόσο επιτιμητικά, όσο με έκπληξη σηκώνει το χέρι της προς το αυτοκίνητο που συνεχίζει την πορεία του χωρίς να ελαττώσει ταχύτητα. Της ξεφεύγει ένα παραπονιάρικο «εεεε!!» .
Τότε ο οδηγός φρενάρει, ανοίγει το παράθυρο και τη λούζει κανονικά: Που τόλμησε να περάσει, που πάει αργά, που δεν κάθεται στο σπίτι της, που…
Η ηλικιωμένη γυναίκα, αντίθετα με μια συνομήλική της, ακούει αμίλητη τον εξάψαλμο με το βλέμμα της χαμηλωμένο. Η σύζυγος στη θέση του συνοδηγού και τα βλαστάρια στο πίσω κάθισμα, παρακολουθούν αδιάφοροι τη σκηνή που τελειώνει όταν το αυτοκίνητο απομακρύνεται με θυμωμένα γκάζια.
* Στο μετρό, με φίλο έχουμε πιάσει κουβέντα για κατοικίδια. Παρασύρομαι και μιλάω για το Μάρκο, το καναρίνι μου που άρχιζε να κελαηδάει κάθε πρωί, πάντα λίγο πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι και περίμενε την απάντησή μου για να συνεχίσει με τα υπέροχα τιτιβίσματά του να ‘συζητάει’ μαζί μου.
Ξαφνικά ο διπλανός μας, μπαίνει στην κουβέντα με απροσδόκητο τρόπο. «Κι εμένα Μάρκο με λένε!». Τον κοιτάζουμε χαμογελώντας αμήχανα και εκείνος συνεχίζει απτόητος: «Κι εγώ τραγουδάω….Τραγουδάω καλά!». Στα παπούτσια του υπήρχαν μικρές πιτσιλιές. Τα νύχια του, στεφανωμένα στις ρίζες με λεπτές άσπρες καμπύλες ασβέστη. Μύριζε φρέσκο σοβά. Δεν θέλαμε περισσότερα για να τον φανταστούμε ασπρόμαυρο σε σκαλωσιά παλιάς ελληνικής ταινίας να τραγουδάει Μάτια Βουρκωμένα.
* Γλυκό σούρουπο καθημερινής στην Πανεπιστημίου. Δύο άστεγοι έχουν ετοιμάσει το γιατάκι τους έξω από την τράπεζα. Χαρτόνια κι ένα φθαρμένο sleepping bag από κάτω. Από πάνω σκέπασμα και στέγη κουβέρτες, ο ένας με εξωτικούς φοίνικες κι ο άλλος με ένα τροφαντό δελφίνι. Στο προσκέφαλο, το χαμηλό πεζούλι της τράπεζας, στήριξαν πίσω τους αγκώνες κι έτσι αραχτοί, χάζευαν από το καλύτερο σημείο σαν σε τεράστια οθόνη τους βιαστικούς περαστικούς και τα ράθυμα αυτοκίνητα που ανηφόριζαν προς το Σύνταγμα με φόντο την πλατεία Κλαυθμώνος. Αν δεν είχε προηγηθεί μιας αράδας είδηση θα έλεγα ότι εκείνο το σούρουπο οι δύο άστεγοι στη γωνία Κοραή και Πανεπιστημίου ήταν οι πιο ευτυχισμένοι άνθρωποι.
Μουσική: The Man I Love, σύνθεση του George Gershwin στην κατά Miles Davis εκδοχή του

