Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1940. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1940. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 28 Οκτωβρίου 2010

Μια παλιά φωτογραφία.




Το μόνο που υπάρχει σημειωμένο με εξόχως καλλιγραφικά γράμματα στην πίσω όψη αυτής της φωτογραφίας είναι: “Εορτή της Σημαίας”. Με μια αποφασιστική δασεία να στολίζει το κεφαλαίο 'Ε' ενώ το 'Σ' ξετυλίγεται νοσταλγικά κυματιστό. Υπολογίζω ότι πρέπει να τραβήχτηκε στα τέλη της δεκαετίας του `40, το αργότερο αρχές του ` 50.

Έπαρση της σημαίας στην πλατεία της μικρής μας Πόλης. Πολύς κόσμος συγκεντρωμένος. Όλοι σε στάση περήφανης προσοχής. Ευθυτενείς στην ανάκρουση του εθνικού ύμνου που παίζουν πέντε λαϊκοί οργανοπαίκτες. Στην άκρη φαίνεται τμήμα του λιθόστρωτου που αργότερα κάλυψε, πρώτα ένα στρώμα τσιμέντου και μετά η άσφαλτος.

Το μεγάλο κτίριο δεξιά- αυτό με το κατάμεστο μπαλκόνι- έγινε παρανάλωμα μια νύχτα πριν από μερικά χρόνια, αφήνοντας στη θέση του ένα αμήχανο κενό. Όταν ήμουνα παιδί είχα ακούσει ότι στη μεγάλη αίθουσα του ισογείου το 1940 εμφανίστηκε η Βέμπο, προφανώς καθ` οδόν για το μέτωπο κι όσοι δεν χώρεσαν μέσα, στάθηκαν όρθιοι απ` έξω αψηφώντας το κρύο εκείνου του βαρύ, δύσκολου χειμώνα για να ακούσουν την τραγουδίστρια της Νίκης.

Κάποιος μου είχε πει ότι αυτή η αίθουσα είχε φιλοξενήσει επίσης μια παράσταση στην οποία πρωταγωνιστούσε ο Μάνος Κατράκης. Δε θυμόταν όμως ούτε πότε έγινε αυτό, ούτε ποια παράσταση ήταν. Μόνο τη φωνή του Μάνου θυμόταν : “σαν να την ακούω τώρα στα αυτιά μου...” μου είχε πει.

Προσπάθησα να διασταυρώσω αυτή την πληροφορία αλλά δεν τα κατάφερα. Άλλωστε οι περισσότεροι που έζησαν αυτή την εποχή έχουν πια πεθάνει. Αν αληθεύει πάντως, ίσως ήταν μεταξύ 43 και 46 όταν ο Κατράκης ήταν στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος.

Μουσική: Gymnopédie No.3 του Erik Satie

Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2009

Η βόλτα με τον Ορέστη


Σποράκι του δημοτικού με κοντά παντελόνια. Ξεκίνησε στα σκοτεινά για το σχολείο. Γκρίζος χιονιάς κι ας ήταν ακόμα τέλη Οκτώβρη. Είχε χαρά. Το πρώτο χιόνι της χρονιάς ήταν πανηγύρι. Παίζανε πόλεμο μέχρι να μουσκέψουν ολόκληροι κι ύστερα ζέσταιναν κόκκινα δάχτυλα στη σόμπα της τάξης, με μάτια αλλοπαρμένα από τη μάχη.

Στα μισά του δρόμου άκουσε πίσω του οπλές να χτυπούν το καλντερίμι. Γύρισε τη στιγμή που το άλογο με ένα τρομερό χλιμίντρισμα σήκωνε τα μπροστινά του πόδια και στάθηκε όρθιο. Είδε ψηλά, πολύ ψηλά στον άσπρο ουρανό το κεφάλι του ζώου να αφήνει στο αέρα ζεστό χνώτο κι ύστερα να κατεβαίνει πάλι στη γη.

«Ορέστη, τι κάνεις;» είπε χαϊδεύοντας το κεφάλι του ζωντανού που ήρεμο μετά την έκρηξη τον είχε πλησιάσει. «Πότε θα με πας τη βόλτα που μου χεις τάξει;» συνέχισε πιο δυνατά, ρίχνοντας κλεφτές ματιές στον καβαλάρη με τα στρατιωτικά που γέλασε με τις γαλιφιές και απλώνοντας χέρι στο μικρό είπε: «Έλα! Σήμερα θα σε πάει βόλτα ο Ορέστης».

Τον άρπαξε και τον σήκωσε το αέρα. Πριν τον καθίσει μπροστά, ο μικρός είδε ότι στα μουστάκια του θείου Τάσου είχαν σταθεί νιφάδες. Κρατήθηκε από τη χαίτη καθώς το άλογο άρχισε να καλπάζει. Ο αέρας φαινόταν πιο παγωμένος τώρα και το χιόνι, μικρές βελόνες του έκαιγε τα μάγουλα. Κράτησε τη ανάσα του μέχρι που φτάσανε πίσω, στο σπίτι.

Ο πατέρας του στη αυλή φτυάριζε το χιόνι. Σταμάτησε και τους κοίταξε ανήσυχος. Ξεπέζεψαν. «Μας χτύπησαν Γιάννη οι άτιμοι…». Το φτυάρι έφυγε από τα χέρια και βούλιαξε στο χιόνι. Τα χέρια άνοιξαν διάπλατα κι έκλεισαν απότομα σε μια αγκαλιά που έκρυψε το βούρκωμα. Ύστερα χώρισαν, έκαναν από ένα βήμα πίσω. Το κάθε βλέμμα έμεινε προσηλωμένο στο πρόσωπο του άλλου παρατείνοντας τον αποχωρισμό.

Πήρε τα χάμουρα από τα χέρια του μικρού και με ένα σάλτο καβάλησε. Σπιρούνισε τα πλευρά του ζώου κι εκείνο χύθηκε μπροστά, καλπάζοντας κάτασπρο και περήφανο. Άλογο κι αναβάτης χάθηκαν στο χιονιά. «Πότε θα με ξαναπάει βόλτα ο θείος με τον Ορέστη;» ρώτησε ο μικρός τον πατέρα του καθώς μπαίνανε στο σπίτι. «Άμα τελειώσει ο πόλεμος.» του αποκρίθηκε εκείνος σκουπίζοντας τα μάτια. «Πότε θα τελειώσει ο πόλεμος;» επέμενε ο μικρός. «Όταν νικήσουμε» είπε ο πατέρας κι έβαλε την αμπάρα της πόρτας.





Κάθε χρόνο, σα σήμερα την ώρα του φαγητού έλεγε αυτή την ιστορία. Του άρεσε να διηγείται με κάθε λεπτομέρεια τί συνέβη το πρωί της μέρας που κηρύχτηκε ο πόλεμος του `40. Τη μέρα που έκανε την πρώτη και τελευταία βόλτα του καβάλα στον Ορέστη-ούτε το άλογο ούτε ο καβαλάρης γύρισαν από το μέτωπο.

Τώρα που ο πατέρας μου δεν είναι πια εδώ, έπρεπε με τη σειρά μου να τη διηγηθώ.



Μουσική: Gnossienne Nº 3 σύνθεση του Erik Satie -