Τρίτη 21 Μαΐου 2013

Στα Χανιά ΙΙ.

 συνέχεια του πρώτου μέρους 

Θα ανηφορίζουμε για το Καστέλι κι εσύ θα κοιτάς ψηλά, τα φουρούσια στα μπαλκόνια να αντιγράφουν ανερυθρίαστα την ανοιξιάτικη φύση που εκρήγνυται και εγώ θα σκάω που δεν έχω μαζί μου την Οδύσσεια να την ανοίξω στη Ραψωδία Τ να πάω στον στίχο 172 και καθώς θα βλέπουμε τα ίχνη των αρχοντόσπιτων του πρωτομινωικού οικισμού στη στεγασμένη πλέον ανασκαφή να σου διαβάζω: 



"Μιά χώρα, ἡ Κρήτη, μέσα βρίσκεται στο πέλαο το κρασάτο,
περίσσια πλούσια, θαλασσόζωστη, πανώρια· πολιτεῖες
ἒχει ἐνενήντα· μύριοι, ἀρίφνητοι ζοῦν πάνω ἀνθρῶποι, κι εἶναι
πολλές οἱ γλῶσσες τους, ἀνακατες. Θρέφει Ἀχαιούς ἡ Κρήτη,
και βέρους Κρητικούς ἀντρόκαρδους, και Δωριεῖς, που ζοῦνε
σε τρεῖς φυλές, κι ακόμα Κύδωνες και Πελασγούς ἀρχόντους."*




Στην οδό του άγνωστου ήρωα Γεωργίου Καντανολέου, πρωτεργάτη μιας άγνωστης εξέγερσης στα 1527, δίπλα στην κατάληψη Rosa Nera, θα σταθούμε στις κόκκινες τριανταφυλλιές στους ασβεστωμένους τενεκέδες. Ό,τι απέμεινε από το σπίτι, η μια όψη. Ούτε σκεπή, ούτε τοίχοι. Πρώτα ξεμύτισε κισσός κι ανέβηκε στη μεσοτοιχία, μετά φύτρωσε μια λεμονιά. Έκανε την πρώτη κίνηση της κατάληψης η φύση κι ύστερα, έβαλαν χέρι οι γείτονες, έβαλαν μεράκι και όλο το πρώην εσωτερικό έγινε κήπος. 




Είδες τί ωραία που γειτονεύουν τα ερείπια! Από τα πρωτομινωικά, στα πρόσφατα κι από κει στα ενετικά και σε ότι απέμεινε από τη μονή Santa Maria dei Miracoli που φιλοξενούσε Δομινικανές μοναχές. “Αν γινόταν το θαύμα και μπορούσαμε να περάσουμε από εδώ τέσσερις αιώνες νωρίτερα, τώρα θα τις ακούγαμε να ψάλλουν” θα σου πω, γιατί θα θυμηθώ έναν εσπερινό πριν από χρόνια στα Φυρά της Σαντορίνης με αγγελικές φωνές στο εκεί μοναστήρι. 

Να που φτάσαμε και στην κορυφή του λόφου. Δεν ήταν δύσκολη η ανηφόρα και είδες που πάντα σε αποζημιώνει με την ανεμπόδιστη θέα που σου προσφέρει; Από δω ψηλά θα δούμε την παλιά πόλη να απλώνεται τόσο που ούτε ο ευρυγώνιος δε θα τη χωράει ολόκληρη. Θα λογαριάσουμε τις διαδρομές που ήδη κάναμε, θα αποφασίσουμε για τη συνέχεια.



Τον παραλιακό δρόμο θα τον αφήσουμε για το βράδυ. Όταν θα έχουν κλείσει οι ταβέρνες στη σειρά και θα είναι έρημος. Θα καθίσουμε στα παγκάκια και θα ακούμε τις μουσικές όπως θα τις φέρνει ο αέρας. Τώρα με το zoom αντί για κιάλια, θα περάσουμε αργά, πάνω από όλες τις όψεις – ένα πολύχρωμο μέτωπο αντίκρυ στο γαλάζιο. Από παράθυρο σε παράθυρο και από μπαλκόνι σε μπαλκόνι, σαν την κοκέτα και εμείς.



Αμαξάδα μην ορέγεσαι. Δε θα έχει. Δεν είμαστε τουρίστες εμείς. Ταξιδευτές είμαστε. Σαν κι αυτούς που ζηλεύουμε, των περασμένων αιώνων. Αυτούς που ξεκινούσαν από τις χώρες τους για την Ανατολή και γύριζαν, γύριζαν για χρόνια στους τόπους μας στη Μεσόγειο. Κι έγραφαν για όλα τα θαυμαστά που συναντούσαν, έκαναν σκίτσα, χάρτες. Κι επέστρεφαν, πλούσιοι σαν τον Οδυσσέα που «πολλῶν δ’ ἀνθρώπων ἴδεν ἄστεα καὶ νόον ἔγνω..”

Ο κόλπος των Χανίων, ανοιχτή αγκαλιά στο βοριά είχε ανάγκη από κυματοθραύστη κι έτσι πρώτα οι Ενετοί και μετά οι Τούρκοι κατακτητές φροντίζουν να γίνει ασφαλές και λειτουργικό αυτό το λιμάνι, σημαντικός κόμβος στη Μεσόγειο. Ο Felix - Victor Raulin(1819-1905) σημειώνει: “Η πόλις των Χανίων έχει λιμένα τεχνητόν, τον μεγαλείτερον των τεχνιτών λιμένων των τριών μεγάλων Κρητικών πόλεων .Ο λιμήν είναι κλειστός από το μέρος του πελάγους δι’ ενός συγκροτήματος εκ βράχων οίτινες υπερέχουν ολίγων της θαλάσσης και επ’αυτών δια μολώσεως εκτείνειται εις κυματοθραύστης μήκους 377 μέτρων με ένα εν τω μέσω προμαχώνα και με ένα εις το άκρον Πύργον όστις χρησιμεύει ο φάρος. Ο λιμήν ούτος δεν δύναται να δεχθεί περισσότερα των 40 πλοίων των 300 τόνων




Τ` απόγευμα, θα περπατήσουμε αργά, κουβαλώντας την κούραση της μέρας, αυτά τα 377 μέτρα του λιμενοβραχίονα. Μαζί με τους άλλους περιπατητές. Τουρίστες και ντόπιους. Με το βλέμμα μας στραμμένο σταθερά στην πόλη. Πρώτα στα Ενετικά Νεώρια, όπου έβγαζαν το χειμώνα τα πλοία για τις απαραίτητες επισκευές, δίπλα στο μεγάλο Αρσενάλι που στεγάζει το Κέντρο Αρχιτεκτονικής Μεσογείου.


Ύστερα, στο σκαρί με το κίτρινο φουγάρο, την “Ελπίδα” που είναι αραγμένη στο μώλο απέναντι από τον κυματοθραύστη, γέρικη και παραμελημένη και θα σκεφτούμε συγχρόνως τα ίδια: Πότε θα βάλουμε την Ελπίδα στον ταρσανά; Πότε θα είναι έτοιμη σαλπάρει πάλι; Πότε επιτέλους θα βρεθεί στα ανοιχτά όπως της πρέπει;  
Μετά, το βλέμμα θα πέσει μας στις τρυφερές καμπύλες των τρούλων του Γιαλί Τζαμισί. Χωρίς μιναρέ το τζαμί του γιαλού, δίπλα στο κύμα, εκεί ακριβώς που βρισκόταν πριν ένας μικρός μονόχωρος χριστιανικός ναός. Αλλεπάλληλα τα στρώματα της ιστορίας και πάνω τους, πάντα τ` αλάτι της θάλασσας να ασπρίζει στους τρούλους. 


Πλησιάζοντας στο τέλος του λιμενοβραχίονα και στον φάρο, θα δούμε  το  πλήρες ανάπτυγμα της πόλης· από το Γιαλί Τζαμισί μέχρι το Φρούριο Φιρκά. Εκείνη τη στιγμή, την ώρα που γλυκαίνουν οι όγκοι, καθώς το τελευταίο φως της μέρας συνυπάρχει με τα πρώτα φώτα των μαγαζιών της παραλίας, θα ενδώσουμε αμαχητί στην γοητεία της. Εκείνη τη στιγμή θα ξέρουμε με σιγουριά, πως είναι έρωτας κι αυτή η επίσκεψη δεν είναι παρά η πρώτη μιας σειράς μελλοντικών. 

Θα τους προσπεράσουμε βιαστικά, μα θα προλάβω με ένα βιαστικό, κάπως ένοχο κλικ να κρατήσω το αχόρταγο φιλί τους. Τόσο ίδιο με αυτό του Βυτίου – έστω και χωρίς μαύρα τιραντάκια- που θα μπορώ να πω με σιγουριά ότι ο έρωτας ξεχύθηκε πλησίστιος και κατέλαβε εισόδους πολυκατοικιών, δρόμους, πλατείες και φούνταρε άγκυρα στο λιμάνι. Δίπλα στο φάρο και κόντρα στον Πουνέντε. “...στην εσοχή της εισόδου μιας πολυκατοικίας βλέπω δύο παιδιά που ήταν καθισμένα εκεί αγκαλιά. Το κορίτσι ήταν ανεβασμένο πάνω στο αγόρι και τον φιλούσε. Η μισή πλάτη της ήταν έξω, τα περίφημα μαύρα τιραντάκια. Ούτε που κατάλαβαν πως κάποιος περνούσε από κει...”

Θα αφήσουμε τους ερωτευμένους στην ησυχία τους -το ζευγάρι στο παγκάκι και το άλλο ψηλά στη σκάλα, στην ίδια ακριβώς σταση να ανταλλάσσει τα ίδια αχόρταγα φιλιά- και θα καβαντζάρουμε τη βάση του παλιού φάρου, του πιο παλιού στη Μεσόγειο κι ενός από τους παλιότερους στον κόσμο. Θα αράξουμε εκεί καθισμένοι στα βράχια με την πλάτη στον πελεκημένο λευκό ψαμμίτη. Μέχρι τη στιγμή που θα ανάψει ο φάρος και γι αυτή τη νύχτα. Σταθερός Ερυθρός. Ορατός σε απόσταση 7 μιλίων. Τότε θα πάρουμε  το δρόμο της επιστροφής. Βιαστικά γιατί μας περιμένουν, φίλοι, ρακές και μουσικές. Με συχνές όμως στάσεις για μια ματιά πίσω. 



Ύστερα από ώρες, βήματα κατάκοπα, μουλιασμένα στη ρακή θα μας φέρουν και πάλι στο λιμάνι. Θα καθίσουμε σε ένα από τα παγκάκια απέναντι από το φάρο. Ο αέρας θα έχει πέσει. Θα πέφτουν κι αστέρια πάνω σε μαύρα νερά λουστρίνια. Και πάνω στα κεφάλια μας. Γεμάτοι από τη μέρα. Πλήρεις γιατί βρεθήκαμε γύρω από ένα τραπέζι με την πιο ετερόκλητη παρέα που μπορείς να φανταστείς. Ευλογημένοι κοινωνοί μιας εκρηκτικής σύνθεσης. Θα καθίσουμε μέχρι το τσιγάρο να μας κάψει τα δάχτυλα και θα μουρμουρίζουμε εκεί, στο τέλος ή στην αρχή του Κρητικού Πελάγους, το τραγούδι της βραδιάς.


Το ποστ με τίτλο “Στα Χανιά” 
που λόγω μεγέθους δημοσιεύτηκε σε δυο μέρη 
αφιερώνεται στον silent crossing



*η μετάφραση Κακριδή Καζαντζάκη.

Σάββατο 18 Μαΐου 2013

Στα Χανιά Ι.

Έλα να πάμε στα Χανιά! Το ξέρω, το ξέρω ότι έχεις πήξει· γι αυτό στο λέω. Έλα να πάμε μαζί στην παλιά πόλη. Θα φτάσουμε αργά το βράδυ. Θα μας πιάσει ξαφνική μπόρα καθώς θα ψάχνουμε για ένα φτηνό δωμάτιο, με θέα και ίντερνετ. Θα βρούμε· με θέα μα χωρίς ίντερνετ αλλά δεν θα μας νοιάζει καθόλου. 

Αρκεί που το πρωί θα ξυπνήσουμε και θα βγούμε στο μπαλκόνι. Κι ένα περίεργο, θα κοιτάξουμε αμέσως προς τη σωστή κατεύθυνση: Βοριά μεριά, εκεί που το βάθος, κάτω από αλλεπάλληλα περίτεχνα μπαλκόνια θα αντικρίσουμε μια λωρίδα γαλάζιο και θα ξέρουμε ότι είναι το τέλος ή η αρχή του Κρητικού Πελάγους. 


Θα φτιάξουμε καραβίσιο καφέ σκέτο, με φακελλάκια αγορασμένα από περίπτερο και στην τρίτη γουλιά θα ακούσουμε μετά από τις σκόρπιες καλημέρες που θα ανταλλάσσουν οι περαστικοί με τους μαγαζάτορες, επίμονες ζαριές και πούλια να χτυπάνε. Θα κρατήσεις το τσιγάρο μου και θα κρεμαστώ στο μπαλκόνι για να φωτογραφήσω τους πρωινούς ταβλαδόρους χωρίς να με πάρουν είδηση.



"Τι κοιτάς;" θα σε ρωτήσω και θα μου δείξεις κάπου μακριά μέσα στη σοφή αναρχία των γερασμένων χτισμάτων μια μπουγάδα απλωμένη να ανεμίζει φέρνοντας μέχρι το δικό μας μπαλκόνι μυρωδιά μαλακτικού. Θα σαλιώσω το δάχτυλο, θα σηκώσω το χέρι και θα αποφανθώ “Δυτικός” με ύφος καραβοκύρη  και  θα συμπληρώσω: “5αρι γεμάτο το υπολογίζω.”

Θα βγούμε από το δωμάτιο, χωρίς χάρτη και χωρίς πρόγραμμα. Όπου μας βγάλουν τα στενά της παλιάς πόλης. Να χαθούμε αδύνατον. Έτσι και στήσεις αυτί, θα ακούσεις τα κύματα να σκάνε στο λιμάνι κι ας σε μπερδέψει για μια στιγμή η πόρτα στο χρώμα της θάλασσας εκεί που η προοπτική του στενού ενώνει τις ακμές των κτισμάτων. 

Δεν είναι σαν σκηνικό παραμυθιού;” θα μουρμουρίσεις κι εκείνη τη στιγμή, θα σηκωθεί από το ραχάτι της, θα γυρίσει και θα μας κοιτάξει στα μάτια, η πρώτη Χανιώτισσα γάτα που θα συναντήσουμε. Δεν θα έχουμε την παραμικρή αμφιβολία: είναι η Χιονάτη αυτοπροσώπως.  

Από τη στοά που βρίσκεται η είσοδος του Ναυτικού Μουσείου Κρήτης, θα δούμε την εσωτερική αυλή του φρουρίου Φιρκά που έκτισαν οι Ενετοί και χρησιμοποίησαν στη συνέχεια οι Τούρκοι κατακτητές. Ακριβώς εκατό χρόνια πριν, το Δεκέμβρη του 1913,  σε αυτή την αυλή βρέθηκαν ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος κι ο Ναύαρχος Κουντουριώτης στην επίσημη τελετή της ένωσης της Κρήτης με την Ελλάδα. Στο γωνιακό πυργίσκο του φρουρίου, που δε θα διακρίνουμε από αυτό το σημείο, δύο ηλικιωμένοι αγωνιστές, ο Αναγνώστης Μάντακας και ο Χατζημιχάλης Γιάνναρης ύψωσαν εκείνη τη μέρα την ελληνική σημαία. 

Αντί του παραλιακού δρόμου, που παρά τον αέρα ο ήλιος καίει σαν καλοκαιρινός, θα συνεχίσουμε στη σκιά των στενών που καμιά φορά ενισχύεται από τον επεκτατισμό που διακρίνει τις μπουκαμβίλιες. Τη σοβαρή ξενάγηση και τα μουσεία θα τα αφήσουμε για την επόμενη φορά. Γιατί δεν μπορεί, στα Χανιά θα θελήσεις να επιστρέψεις· όπως κι εγώ. Αυτή, την πρώτη θα ξεποδαριαστούμε γυρίζοντας όλη μέρα σχεδόν άσκοπα στην παλιά πόλη. 

Θα περάσουμε πολλές φορές από τα ίδια στενά. Αχόρταγες βόλτες κι οι φωτογραφίες απανωτά κλικ -κλικ -κλικ, με γιαπωνέζικο ρυθμό. Με τα αυτιά να πιάνουν στον αέρα τις σκόρπιες κουβέντες των βορειοευρωπαίων που θα μπερδεύονται και εμείς θα προσπαθούμε να τις ξεδιαλύνουμε, γλώσσα -γλώσσα. Μέχρι να αρχίσει η μουσική από μια κακοκουρδισμένη κιθάρα για να συνοδεύσει ένα άγνωστο λατινοαμέρικάνικο τραγούδι που θα δώσει ρυθμό στη μέρα μας.
  

Στο Σαντριβάνι, στην πλατεία Ελευθερίου Βενιζέλου, θα σταθούμε ένα λεπτό. Για μια ανάσα. Δεν θα ρίξουμε παρά μια ματιά στο καινούριο γυαλιστερό συντριβάνι. Θα προσπαθήσουμε να φανταστούμε πώς ήταν παλιά με τις λεοντοκεφαλές-κρήνες και τις μαρμάρινες υδροδόχες. Θα προσπαθήσουμε να φανταστούμε πώς ήταν η πλατεία πριν τη φωτιά του `32 που έφαγε τα κτήρια που έκλειναν το άνοιγμα στο πέλαγος. Κι ίσως καταφέρουμε να τη δούμε γεμάτη κόσμο να κοιτάζει ψηλά, στον εξώστη του Δημαρχείου, εκεί απ όπου που κάποτε ο Βενιζέλος εκφωνούσε τους πολιτικούς του λόγους.
Στην οδό Εισοδείων θα κάνουμε δυο στάσεις. Η πρώτη για σπανακόπιττα και σιροπιαστά Βηρυτού, “όλο γλύκα” και ύστερα για ένα δυνατό καφέ, ababa, άκρως ικανοποιητική αποζημίωση για τον πρωινό καραβίσιο. Στο διπλανό τραπέζι, η κυρία Μαρία θα μας κάνει νόημα: “Κοιτάξτε!Εκεί ψηλά” 

Θα δούμε την κοκέτα στο μπαλκόνι, να πλένεται σχολαστικά. Να απολαμβάνει το λουτρό της στο μπαλκόνι του ακατοίκητου, μεσ` τη λιακάδα του Μάη. Θα μας πάρει είδηση όμως και θα σταματήσει. Θα ρίξει ένα βλέμμα κάτω, λίγο βαριεστημένο, λίγο απαξιωτικό κι ύστερα, θα αρχίσει τη βόλτα της πηδώντας από μπαλκόνι σε μπαλκόνι. Μέχρι να τη χάσουμε από τα μάτια μας. “Έτσι κάνει πάντα. Φτιάχνεται, στολίζεται και μετά αρχίζει το σεργάνι, μπαλκόνι μπαλκόνι” θα μας πει η κυρία Μαρία, περήφανη για την αδέσποτη γάτα της γειτονιάς της.



Η οδός Εισοδείων, θα μας βγάλει στον ομώνυμο Καθεδρικό Ναό, την Τριμάρτυρη εκκλησία με την απλόχωρη πλατεία μπροστά της. Έτσι όπως δεν θα ξέρουμε τίποτα ακόμα για τον Μουσταφά Πασά, τον μικρό του γιό που έπεσε στο πηγάδι, τον άλλο του γιο, τον  πρωτότοκο, τον μετέπειτα Βελή Πασά μα ούτε και για τον περίφημο σαπωνοποιό τον Αγγελή από τον Ρωδοπό Κισάμου, θα προσέξουμε μόνο τις ηλικιωμένες Χανιώτισσες που ξαποσταίνουν σε ένα παγκάκι της πλατείας, ώρες πριν τον Εσπερινό· και στο διπλανό, τον μετανάστη με το άσπρο πουκάμισο.



Θα τον προσέξουμε έτσι όπως κάθεται γαλήνιος και καπνίζει κάτω από το φοίνικα χαζεύοντας τα χρώματα απέναντι -εκτυφλωτικά στο φως του μεσημεριού- τη μικρή τουρίστρια που ρολάρει ασταμάτητα με το πατίνι της πέρα δώθε και τα σύννεφα ψηλά που τρέχουν προς την Ανατολή. 


Πριν ανηφορίσουμε προς το Καστέλι, θα περιπλανηθούμε στην ανατολική πλευρά της παλιάς πόλης. Χωρίς να το καταλάβουμε θα μιλάμε σιγανά καθώς μέσα στην ησυχία ακούγονται μόνο τα βήματά μας στο πλακόστρωτο. Έτσι λίγο μετά το Πηγάδι του Τούρκου, θα μας ξαφνιάσει ένας μικρός σκύλος σε μια αυλή που δε θα μπορεί να αποφασίσει αν θέλει να μας διώξει με το τρελό του γάβγισμα ή να μας προσελκύσει με το κούνημα της ουράς του. 


Όσο θα προχωρούμε ανατολικά, η πόλη θα γίνεται σιγά σιγά λαβύρινθος. Τα σπίτια θα είναι ολοένα και πιο εγκαταλειμμένα, θα στρίβουν παράξενα και θα στενέβουν κι άλλο τα στενά, ώσπου θα αναγκαστούμε να περπατάμε, όχι δίπλα-δίπλα, μα ο ένας πίσω από τον άλλον. Και στο τέλος τους, πάνω σε μια τσακισμένη όψη θα αντικρίσουμε ανάγλυφους χάρτες ενός άγνωστου πλανήτη με τις χώρες του αχνά οριοθετημένες στα αλλεπάλληλα στρώματα των χρωμάτων. Κι από τα μισόκλειστα παράθυρα, στο εσωτερικό του, θα διακρίνουμε μια στάλα ουρανό. 


συνεχίζεται...