Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ταξίδι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ταξίδι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 9 Μαρτίου 2016

Συνάντηση στην Τερατσίνα



(Από το ημερολόγιο του Σταντάλ που δημοσιεύτηκε μετά το θάνατό του)

Σταματήσαμε στην Τερατσίνα· εκεί, στο πολυτελές πανδοχείο που είχε ανεγερθεί από τον Πίο τον ΣΤ', μας προσκάλεσαν να δειπνήσουμε με κάποιους ταξιδιώτες που μόλις είχαν αφιχθεί από τη Νάπολη. Στο τραπέζι, παρατηρούσα τους συνδαιτυμόνες μου, κάπου επτά ή οκτώ άτομα, αλλά την αμέριστη προσοχή μου απέσπασε ένας ξανθός νεαρός γύρω στα είκοσι πέντε· ένας άντρας εκθαμβωτικής ομορφιάς, παρά την αμυδρή υποψία φαλάκρας. Τον παρακάλεσα θερμά να μού πει νέα από την Νάπολη και ειδικότερα για τη μουσική στην πόλη. Ικανοποίησε την περιέργειά μου με σαφέστατες και εξαιρετικά πνευματώδεις απαντήσεις. Τον ρώτησα επίσης αν μπορούσα ακόμα να ελπίζω ότι θα δω τον Οθέλλο του Ροσσίνι, όταν φτάσω στην Νάπολη. Επέμεινα ιδιαιτέρως στο θέμα, τονίζοντας ότι, κατά την άποψή μου, ο Ροσσίνι ήταν η λαμπρή ελπίδα της ιταλικής σχολής. Πως ήταν ο μοναδικός εν ζωή συνθέτης που γεννήθηκε μεγαλοφυής. Τότε, παρατήρησα πως ο συνομιλητής μου έδειχνε κάπως αμήχανος, ενώ οι σύντροφοί του μού χάριζαν πλατιά μειδιάματα. Για να μη μακρηγορώ, ο άντρας ήταν ο Ροσσίνι!



 
Σημ. Το 1817 που έγινε η τυχαία συνάντηση στην Τερατσίνα, ο Σταντάλ ήταν 34 χρόνων, ενώ ο Ροσσίνι 25, όπως σωστά είχε υπολογίσει ο Γάλλος συγγραφέας.  Ο Ροσσίνι, συνέθεσε την όπερα Οθέλλος ή ο Μαυριτανός της Βενετίας το 1816. 

Αντέγραψα το απόσπασμα από το βιβλίο “Τα μεγάλα Ταξιδιωτικά Ρεπορτάζ” των εκδόσεων Νάρκισσος. Η ανθολόγηση των κειμένων, του 'Ερικ Νιούμπι.

Η εικόνα, “Άποψη της Τερατσίνα” 1837, έργο του Γερμανού τοπιογράφου Carl Morgenstern


Τετάρτη 15 Ιουλίου 2015

Greecut and exit


Κλείσε τις οθόνες τώρα, σήκω -δεν σηκώνει άλλες αναβολές- και πιάσε μου ένα πριόνι. Όχι αυτό, το άλλο, το ενισχυμένο μας χρειάζεται. Έτσι μπράβο! Λοιπόν, θα αρχίσουμε τη δουλειά από την Ήπειρο. Το πρώτο κόψιμο θα γίνει στο ύψος που είναι η Δασιά της Κέρκυρας. Εκεί θέλει προσοχή, είναι στενόμακρη η λωρίδα και πρέπει να μη σπάσει, να βγει σωστά. Μετά, θα ανηφορίζουμε πριονίζοντας άκρη- άκρη όλη την Ήπειρο και μετά τη Μακεδονία. Τον νου σου όμως γιατί πρέπει να βγει καθαρό και τσίλικο το σόκορο. Πάνω στις Πρέσπες, εκεί που είναι μαλακό το χώμα, μουσκεμένο από τις λίμνες, θα το δεις, θα φύγει γρήγορα η δουλειά. Παραπέρα, βόρια, στο όρος Κερκίνη, μάλλον θα χρειαστεί να αλλάξουμε λάμα στο πριόνι, αλλά το μισό και παραπάνω χαμαλίκι θα έχει γίνει. Χωρίς να το καταλάβουμε θα φτάσουμε στο δέλτα του Έβρου. Ένα μέτρο πριν το τέλος σταματάμε και ξαποσταίνοντας περιμένουμε να βραδιάσει. Την ώρα που αρχίζουν τα δελτία των οκτώ, το ξαναπιάνουμε και αποτελειώνουμε τη δουλειά. Όταν θα ακούσεις κρακ, το πριόνι θα έχει βγει και θα μουσκεύει στο Θρακικό· κι εμείς θα έχουμε αποκόψει μια και καλή τα χερσαία σύνορα της χώρας από Βαλκάνια και κυρίως από Ευρώπη.

Δε θα πρέπει να χαλαρώσεις όμως, ούτε να πεις, “πάει αυτό ήταν τέλειωσε” γιατί τα δύσκολα είναι μπροστά μας. Πρέπει να βρεθούμε με μιας ἀπόπροθεν. Από τη Θράκη, πέρα στη Γαύδο -ἔνθα δολόεσσα Καλυψώ, ναίει εὐπλόκαμος(1) - στην νότια μεριά, εμείς οι δύστηνοι ανάμεσα στους κέδρους και στα αλμυρίκια, θα βάλουμε μέγα κοτσαδόρο. Τότε μέσα από τα σκοτάδια του Λυβικού θα δεις να καταπλέει το ρυμουλκό. Κατάφωτο, έτοιμο να μας τραβήξει για λίγο νότια, προς Αίγυπτο μεριά κι ύστερα θα κάνει τις μανούβρες που είναι απαραίτητες για να στρίψουμε. Μη φοβηθείς για τα νησιά μας, ούτε για το σχήμα της χώρας· υπάρχει πλέγμα κάτω, στα ριζά και τα συγκρατεί, αναλλοίωτη θα σαλπάρει. Λίγο μετά τον απόπλου θα ακούσεις φωνές αλλά μη δώσεις σημασία· θα είναι οι πασηθυσία που θα απαγγέλουν βραχνιασμένοι από την επανάληψη, το τροπάρι του τρόμου. Να έχεις όμως μάτια ανοιχτά στο πέλαγος. Αρμενίζουν ξυλάρμενα*, πλεούμενα κατάφορτα ψυχές, πιότερο από μας δύστηνες. Να ρίξεις σχοινιά να τους τραβήξουμε. Να δώσεις χέρι να ανέβουν. Μυρίζουν μπαρούτι και φόβο, μα θα δεις, θα γαληνέψουμε όλοι -κι αυτοί και μεις- εν πλω.


Σαν στρίψει η χώρα, με την Κρήτη πλώρη και πρύμνη τη Μακεδονία και τη Θράκη, θα βάλουμε ρότα δυτικά. Λίγο το ρυμουλκό, λίγο ο Λεβάντες θα ξεφύγουμε από όλα. Τότε θα πάρεις ανάσα όπως παλιά. Θυμάσαι; Τότε που έμπαινες καλοκαίρι στο καράβι για τα νησιά και τα άφηνες όλα πίσω; Έτσι και τώρα. Όλα πίσω μας θα τα αφήσουμε. Μια και καλή. Με ένα τσιγάρο θα αράξουμε αμίλητοι στην κουπαστή έξω από το ακομοδέσιο*. Θα αφουγκραζόμαστε τους παφλασμούς πάνω στο γέρικο σκαρί μας που θα στενάζει από την καρίνα* μέχρι την εσχατιά του πιο ψηλού του άλμπουρου. Θα στενάζει βαριά μα θα αντέχει. Με το βλέμμα ψηλά θα συλλαβίσουμε από την αρχή το αλφαβητάρι των άστρων μέχρι τη στιγμή που θα ανατείλει στη χάση του το φεγγάρι. Λειψό, κομμένο νυχάκι, θα το δεις να σκορπίζει τα λιγοστά του ασήμια στα μαύρα νερά της Mare Nostrum. Χωρίς να το καταλάβεις θα αρχίσεις να λογαριάζεις τις μέρες που μας χωρίζουν από το ολόγιομο, στο τέλος αυτού του βασανιστικού και ασυνάρτητου Ιουλίου, ξέροντας με σιγουριά πια, ότι σε άλλους παραλλήλους θα το δεις να ανατέλει.

Όταν θα διακρίνουμε δυο λευκές αναλαμπές ανά δώδεκα δευτερόλεπτα από το φάρο της Delimara, θα καταλάβουμε ότι απέχουμε μόνο λίγα μίλια από τη Μάλτα. Μπροστά μας θα μισοφαίνεται η Λαμπετούζα και αριστερά, στο νότο, νυσταγμένα τα φώτα του Σφαξ. Στενό το πέρασμα ανάμεσα Σικελία και Αφρική, με τη Μάλτα στη μέση να μας φράζει την πορεία, μα τώρα που κινήσαμε δε μας σταματά πια κανένα εμπόδιο. Ότι δεν λύνεται, κόβεται κι ότι σε σταματά το υπερπηδάς.

Το λοιπόν! Θα κάνεις σινιάλο στο καπετάνιο του ρυμουλκού να κάνει κράτει τις μηχανές. Από το στρίντζο* θα βγάλουμε και θα φουντάρουμε* την άγκυρα. Μόλις αράξουμε αρόδου*, με το κροτάλισμα της καδένας ακόμα στα αυτιά μας, θα τρέξεις να φερμάρεις* με τη σειρά τους κάβους στις αματσακόνιστες* μπίντες* που είναι στις βαριές γωνιές: Μάταλα, Κατάκολο, Παλιά Επίδαυρο, Πάργα, Ψαράδες, Διδυμότοιχο και σίγουρα έναν στο Αλιβέρι. Σβέλτα θα πιάσω να δέσω γερά Αργοστόλι, Παλιοκαστρίτσα, Πλώμαρι, Βροντάδο, Λίνδο, Απείραθο και Γιάλη. Άμα τελειώσουμε θα ζυγίζουμε καλά τους κάβους για να μη μπατάρει η χώρα -δεν είναι ώρα για άλλες αβαρίες*- και όλους μαζί θα τους τεζάρουμε πάνω σε μέγα κρίκο.

Με το γλυκοχάρμα θα δεις στον ορίζοντα ένα αερόστατο. Θα πλησιάσει, θα χαμηλώσει και θα μας πετάξει από ψηλά, μια σαλαμάστρα* εννιάκλωνη με γάντζο γερό στη άκρη της. Πάνω του θα κοτσάρουμε τον κρίκο με τους κάβους και θα φωνάξουμε με όση δύναμη μας απομένει, ένα “βίρα” ουρλιαχτό, να ακουστεί μέχρι τη Βαλτική. Στην αρχή θα νιώσεις ένα τράνταγμα, θα παλαντζάρει πέρα δώθε η χώρα κι ύστερα, λίγο- λίγο θα πάρει το δρόμο της Ανάληψης· ίδια η ωραία Ρεμέδιος, μετά από δυο χιλιάδες και βάλε χρόνια μοναξιάς, παράξενα αθώα κι εκτυφλωτική, με τα νερά της, φουστάνια γαλανά να ανεμίζουν διάφανα στη δροσιά του πρωινού. Μια ρημαγμένη Ρεμέδιος που θα φυλάξει την άγκυρα στον ιδρωμένο της κόρφο, προαιώνιο στολίδι και μουσκεμένο φυλαχτό, μα θα αμολύσει την καδένα. Και θα τη δεις να πέφτει και να χάνεται στα νερά, ανοιχτά της Τύνιδας εκεί που ήταν αραγμένα τα πλοία του Σκίπιωνα λίγο πριν ρημάξει την Καρχηδόνα. Θα διακρίνεις από ψηλά τα απομεινάρια της αρχαίας πόλης και τότε, χωρίς να το καταλάβεις θα γυρίσεις να κοιτάξεις πίσω. Η γωνιά που αφήσαμε αδειανή, θα έχει πια καλυφθεί από νερό. Και το νερό δεν λέει τίποτε από τα μυστικά του.(2) Μόνο οι γερο-Κάτωνες κάθε τόσο επαναλαμβάνουν: Delenda est Carthago.


Αν θες να βγει το μαζεμένο αχ από μέσα σου, κοίτα την ομορφιά που απλώνεται τριγύρω: ουρανός ανέφελος, Μεσόγειος γυαλί στο πρωινό της μεγάλης εξόδου και η στεριά απλωμένος πορτολάνος*. Δε θα χορταίνουν τα μάτια σου ομορφιά. Μια σταβέντο, μια σοφράνο* θα τρέχουμε και θα σου δείχνω εναλλάξ το Κάλιαρι, το Αλγέρι, τη Μαγιόρκα κι ύστερα τη Μάλαγα με τα πόδια της βουτηγμένα στη θάλασσα του Αλμποράν, δυο πνοές από τις Ηράκλειες Στήλες. Εκεί στην εσχατιά της Μεσογείου και μπουκαπόρτα του Ατλαντικού να έχεις τα μάτια σου ανοιχτά, μπας και διακρίνεις κάτω από τα στραφταλίσματα των νερών την Ατλαντίδα, εκείνη που “...όταν οι άλλοι την εγκατέλειψαν, αναγκασμένη να πολεμήσει μόνη, αφού άγγιξε τον έσχατο κίνδυνο, νίκησε τους εισβολείς, έστησε τρόπαιο, και δεν άφησε να υποδουλωθούν αυτοί που ποτέ δεν είχαν γίνει δούλοι.”(3)

Μόλις περάσουμε πάνω από την Ταγγέρη, το αερόστατο θα αρχίσει να κατεβαίνει. Θα μας καθελκύσει απαλά πάνω στον ωκεανό και σιγά -σιγά θα χαθεί στον ορίζοντα όπως ακριβώς εμφανίστηκε. Σαν καλοτάξιδο σκαρί μετά το καλαφάτισμα, η χώρα θα δεχτεί τους πρώτους κυματισμούς. Εμείς σβέλτα στα έγκατα, θα ζυγιάσουμε καλά το έρμα*- πρέπει να είμαστε έτοιμοι για τις πιο μεγάλες φουρτούνες και τους κυκλώνες που σίγουρα θα βρούμε στη ρότα μας. Ύστερα κατάκοποι, με μάτια κόκκινα να τσούζουν από την αγρύπνια, θα σταθούμε στην πλώρη μπροστά στην πρωτόγνωρη απεραντοσύνη του Ατλαντικού. Θα κρατηθούμε γερά από το πρότονο*. Λίγο πιο κάτω, η γοργόνα, το μόνο τιμαλφές που μας απέμεινε, δεμένη αιώνες τώρα στο πλωριό ποδόσταμο, αγέλαστη θα στήνει τα στήθη της στη φουσκονεριά. Και τότε, εμείς που ούτε στην ελπίδα πια ελπίζαμε, θα βιράρουμε*  πρώτα το φλόκο* κι ύστερα τη μαΐστρα*, όρτσα για το άγνωστο. 



1 Ομήρου Οδύσσεια Η (στίχοι 245-246)
2 Nίκος Εγγονόπουλος. Μπολιβάρ, ένα ελληνικό ποίημα.
3 Πλάτωνα, Τίμαιος 25c (μτφ Γιώργου Σεφέρη)




Γλωσσάρι ναυτικών όρων

Αβαρία: Ζημιά.
Ακομοδέσιο: ο χώρος ενδιαίτησης του πληρώματος.
Αρόδο: παραμονή σκάφους έξω από λιμάνι, χωρίς δέσιμο σε σταθερό σημείο της ξηράς.
Βίρα: τραβώ, σηκώνω
Έρμα (ή σαβούρα): το βάρος στον πυθμένα ενός σκάφους -μόνιμο ή προσωρινό- που ρυθμίζει την ευστάθεια.
Ξυλάρμενο: ακυβέρνητο
Καρίνα: το κατώτερο τμήμα του σκελετού ενός πλοίου που εκτείνεται από την πλώρη ως την πρύμνη
Κοτσάρω: γαντζώνω
μαΐστρα: μεγάλο πανί που σηκώνεται πίσω από το κατάρτι και αποτελεί το βασικό πανί ενός ιστιοφόρου σκάφους
Ματσακονίζω: ξεσκουριάζω
Μπίντα: Δέστρα
όρτσα: ολική ανάπτυξη ιστιοφορίας, ή εκμετάλλευση του ανέμου
Ποδόσταμο: (πλωριό και πρυμιό) Δομικά δοκάρια, προεκτάσεις της καρένας στην πλώρη και στην πρύμνη σχεδόν κάθετά της.
Πορτολάνος: ναυτικός χάρτης
Πρότονος: Ισχυρό σχοινί ή συρματόσχοινο που δένεται στην πλώρη του πλοίου για την αντιστήριξη των ιστίων. Πάνω του ανοίγει τη μια πλευρά ο φλόκος.
Ρότα: πορεία
Σαλαμάστρα: σκοινί πλεγμένο με 3, 5 ή με 9 νήματα.
Σταβέντο: η αντίθετη από τον άνεμο πλευρά του σκάφους.
Σοφράνο: η προσήνεμη πλευρά του σκάφους
Στρίντζο: χώρος αποθήκευσης της άγκυρας
Τεζάρω: τεντώνω, σφίγγω
Τσηφ: ο πρώτος μηχανικός
Φερμάρω ή καργάρω: Τεντώνω, σφίγγω (σκοινιά, κάβους)
Φλόκος: μικρός τριγωνικό πανί, της πλώρης ιστιοφόρου
Φουντάρω: ποντίζω, ρίχνω στο βυθό











Παρασκευή 8 Αυγούστου 2014

Ποίηση στο σχοινί


·
Nefosis καλή μου φίλη

Είχα αφήσει τα τελευταία σπίτια της Απολλωνίας και κατηφόριζα προς το Κάστρο. Ήταν απόγευμα, Αύγουστος και λίγους μήνες πριν, είχα διαβάσει αποσπάσματα από το βιβλίο του Κυριάκου Σιμόπουλου “Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα”. Με είχαν ενθουσιάσει τόσο που προσπαθούσα να μιμηθώ τους περιηγητές: γύριζα με τα πόδια τη Σίφνο, χωρίς φωτογραφική μηχανή, με ένα μπλοκάκι για σκίτσα και ένα τετράδιο για να γράφω όπως και εκείνοι, τις εντυπώσεις μου.

Φυσούσε θυμάμαι κι η διαδρομή ήταν ευχάριστη. Ο δρόμος -έτσι όπως είχε περάσει ο Δεκαπενταύγουστος και οι περισσότεροι τουρίστες είχαν αναχωρήσει- ήταν έρημος. Σε μια στροφή του, εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά μου το Κάστρο. Μάλλον καλύτερα θα ήταν να γράψω: αποκαλύφθηκε. Κοντοστάθηκα. Κοίταξα γύρω: το έντονο ανάγλυφο με τις πεζούλες -αλλού λιόδεντρα κι αλλού αμπέλια-, τον ορίζοντα όπου αχνοφαίνονταν το Δεσποτικό και πίσω του η Αντίπαρος, τον Αρτεμώνα να κατηφορίζει και να ενώνεται με την Απολλωνία, πιο πέρα τα Εξάμπελα και βέβαια στο τέλος κοίταξα και πάλι τον μοναδικό οικισμό του Κάστρου κουρνιασμένο πάνω στο βράχο.

Φτάνοντας πολύ κοντά, και πριν περάσω την λόζια, κάθισα σε μια ξερολιθιά κι άναψα τσιγάρο. Δεν είχα κουραστεί από τη διαδρομή, μα είναι απόλαυση να έχεις φτάσει στον προορισμό σου και να καθυστερείς λίγο την είσοδο. Απόλαυση και μια διαδικασία προετοιμασίας. Ήταν ήσυχα. Καμία κίνηση· μόνο ήχοι: οι διαρκείς των τζιτζικιών τριγύρω μου που πλάνταζαν στο τραγούδι και το επαναλαμβανόμενο μοτίβο των κυμάτων που έφτανε αχνό από τη μικρή -αθέατη από το σημείο που βρισκόμουν- παραλία, πολλά μέτρα κάτω, στη ρίζα του βράχου.

Είχα την αίσθηση ότι δεν υπήρχε ψυχή πουθενά, ώσπου είδα μια ηλικιωμένη γυναίκα να βγαίνει από το πρώτο σπίτι του οικισμού κρατώντας μια παλιά μεταλλική λεκάνη. Την άφησε κάτω και άρχισε να απλώνει την μπουγάδα της. Ήταν μόνο κάλτσες. Ανδρικές μάλλινες. Όλες σκούρες, το κάθε ζευγάρι σε διαφορετική απόχρωση του μπλε και του πράσινου. Δεν ήταν παρά πέντε- έξι ζευγάρια οπότε δεν έκανε πολλή ώρα. Όταν τέλειωσε σήκωσε την λεκάνη και μπήκε στο σπίτι. Οι κάλτσες ήδη ανέμιζαν κρεμασμένες. Στο χέρι τις έπλυνε” σκέφτηκα καθώς διέκρινα από τις άκρες τους να φεύγουν σταγόνες.

Τις κοίταζα αρκετή ώρα και μετάνιωνα που δεν είχα μαζί μου φωτογραφική μηχανή. Θα ήταν ωραία εικόνα, αυτές οι ατίθασες σκούρες κάλτσες, οι πιο πολλές πάνω στο λευκό φόντο του σπιτιού και μερικές στο ουλτραμέρ του Αιγαίου. Σκεφτόμουν  να κάνω ένα πρόχειρο σκίτσο με μολύβι, σημειώνοντας με λέξεις τα χρώματα στο χαρτί για να στήσω αργότερα μια ακουαρέλα.

Τότε μόνο πρόσεξα τον τρόπο, την σειρά που τις είχε απλώσει η ηλικιωμένη. Δεξιά ήταν οι πιο σκούρες μπλε. Στο τέλος, αριστερά, οι πιο ανοιχτές πράσινες κι ενδιάμεσα...μα ήταν ένα θαύμα! Μια αρμονική χρωματική σύνθεση εκτεθειμένη προσωρινά στον αέρα. Ένα εφήμερο έργο τέχνης. Καθώς δεν την είδα να τις διαλέγει από τη λεκάνη, σκέφτηκα πως δεν μπορούσε παρά το άρτιο αυτό αποτέλεσμα να ήταν εντελώς τυχαίο. 

Επιχείρησα να βρω καλύτερη αλληλοδιαδοχή των χρωμάτων. Άλλαξα νοερά τη σειρά στις κάλτσες πολλές φορές. Κάθε φορά όμως διαπίστωνα ότι ο συνδυασμός που σκεφτόμουν, υπολείπονταν εκείνου της μπουγάδας που στέγνωνε στο μελτέμι του Αυγούστου  και τότε προσπαθούσα με ακόμα μεγαλύτερη ένταση να βρω τον επόμενο συνδυασμό. Ελπίζοντας  να πετύχω τον άριστο. Μάταια: ο τρόπος που είχαν τοποθετηθεί- τυχαίος ή όχι- ήταν ανυπέρβλητος. Παραιτήθηκα.



Άναψα κι άλλο τσιγάρο, αναβάλλοντας για λίγο ακόμα την είσοδό μου στον οικισμό. Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει. Μετά από λίγο άναψαν μερικά φώτα στο Κάστρο, κι όταν νύχτωσε για τα καλά, όλα τ` άλλα. Οι κάλτσες φαινόταν ακόμα, όχι όμως και τα χρώματά τους -σκιές ακίνητες πια, γιατί στο μεταξύ μαζί με το σκοτάδι, είχε πέσει κι ο αέρας. Όταν μετά από μερικές ώρες έπαιρνα το δρόμο της επιστροφής, η μπουγάδα είχε μαζευτεί και το σχοινί της ούτε που διακρίνονταν.

Τις επόμενες μέρες στη Σίφνο, σκεφτόμουν διαρκώς αυτή την σκηνή αλλά το μόνο που έκανα ήταν να κρατήσω μια απλή τηλεγραφική σημείωση στο τετράδιο του επίδοξου περιηγητή, τρεις λέξεις όλες κι όλες: “Μπουγάδα- Κάλτσες -Κάστρο”. Αλλά και τα χρόνια που ακολούθησαν δεν ήταν λίγες οι φορές που τη θυμήθηκα και όλο έλεγα ότι έπρεπε να την καταγράψω. 


Τελικά Nefosis καλή μου φίλη, δεν το έκανα παρά μόνο σήμερα, με αφορμή την κάρτα σου.

Να σαι καλά!



η φωτο από εδώ

Κυριακή 1 Ιουνίου 2014

Hit the road Tsal

1.

2.

3.

4.

5.

6.

7.

8.

9.

10.

11.

12.

13.

14.

15.

16.

17.

18.

19.

20.

21.

22.

23.

24.

25.

26.

27.

28.

29.

30.

31.

32.

με Maria Elena του Ry Cooder

Δευτέρα 17 Μαρτίου 2014

Η επιστροφή


Ήταν πάντα τόσο μεγάλη η χαρά της επιστροφής
που πολύ συχνά αναχωρούσε
μόνο και μόνο για να έχει τη δυνατότητα 
στο τέλος του ταξιδιού, να τη γευτεί. 


Σάββατο 28 Δεκεμβρίου 2013

Πενήντα γουλιές Χριστούγεννα

Αλάσκα έξω η εθνική- χιόνι, κρύο κι ερημιά- φίσκα μέσα το βραδινό λεωφορείο. Παραμονή, σαρανταπέντε αμίλητοι στα καθίσματα και πέντε -αποφασισμένοι να κάνουμε Χριστούγεννα σπίτια μας- όρθιοι στο διάδρομο. Οι τέσσερις τουλάχιστον, γιατί ο πέμπτος, ένας πιτσιρικάς Αλβανός, άμα φτάναμε ξημερώματα, είχε μπροστά του μια ώρα μέχρι τα σύνορα κι από κει, άλλες δώδεκα για το χωριό του.

 Νιάτα που αντέχουν, μα μετά την Αλαμάνα τα παίξαμε κι εμείς και ο κλιματισμός. Αλάσκα μέσα κι έξω. Nα μυρμηγκιάζουν τα μάτια από τις νιφάδες στα τζάμια και το κορμί από το κρύο και την ορθοστασία. Έβγαλε όμως ο Αλβανός ένα κονιάκ και μας έδωσε. Πρώτα στους όρθιους κι ύστερα στους καθισμένους. Στόμα- στόμα, το μπουκάλι έκανε γύρο. Κανένας δεν αρνήθηκε. Πενήντα γουλιές βάλσαμο κι άλλες τόσες ευχές στον πιτσιρικά που ήπιε τελευταίος την τελευταία γουλιά, από το μπουκάλι που είχε δώρο για τον πατέρα του.

 Θες το οινόπνευμα που ζέστανε για τα καλά το μέσα μας, θες το πνεύμα των Χριστουγέννων πού ήταν στον δρόμο κι ερχόταν όπως κι εμείς, κάποιος σηκώθηκε κι έδωσε τη θέση του. Ύστερα άλλοι τέσσερις. Έτσι, αλλάζοντας θέσεις βγήκε άνετα το υπόλοιπο ταξίδι. Στο ΚΤΕΛ, αποχαιρετίσαμε τον Εμίρ και τού ευχηθήκαμε μόνο “καλή συνέχεια” γιατί όπως μας είπε ήταν Μουσουλμάνος.


Οι “Πενήντα Γουλιές Χριστούγεννα”, γράφτηκαν για το αφιέρωμα που φιλοξενεί στις σελίδες της η εφημερίδα Αυγή υπό το γενικό τίτλο Η Χριστουγεννιάτικη Ιστορία μου. Για το πρώτο μέρος -που δημοσιεύτηκε την ημέρα των Χριστουγέννων- έγραψαν επίσης η Ιφιμέδεια, το Βυτίο η Ποδηλάτισσα, οι Κυνοκέφαλοι  και  Ο Ήχος του Ανέμου. Το δεύτερο μέρος του αφιερώματος, με έξι ακόμα κείμενα ιστολόγων, θα δημοσιευτεί στην Αυγή  την ημέρα της Πρωτοχρονιάς. Μην τη χάσετε! 


Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2013

Matilda y los Marineros


Ήλιος με δόντια πάνω, και κάτω, μέσα στο βαγόνι, συννεφιά. Πρωινό Σαββάτου και το Α train της μπλε γραμμής βιαστικό, στην αντίστροφη διαδρομή από αυτή που διαφήμιζε κάποτε η Ella, κατηφόριζε στο Μανχάταν με ελάχιστους επιβάτες, νυσταγμένους και ράθυμους.

Στο Columbus Circle, άνοιξαν οι πόρτες και μπήκε η Άνοιξη αυτοπροσώπως: λατίνα γύρω στα δεκαοκτώ. Όλα τα κλισέ να έβαζες κάτω για να την περιγράψεις, πάλι δε θα ήταν αρκετά. Τα νυσταγμένα μάτια άνοιξαν, κάποιοι από τους επιβάτες μάλιστα ανακάθισαν στις θέσεις τους όσο εκείνη δίσταζε να αποφασίσει πού θα καθόταν. Στοιχημάτιζα ότι θα επέλεγε τις άδειες θέσεις απέναντι, μα ήρθε και κάθισε ακριβώς δίπλα μου.

Τουρίστας ε;” με ρώτησε μόλις βολεύτηκε και σταύρωσε αυτάρεσκα τα πόδια της. Με το χάρτη ανοιγμένο στα χέρια μου και τη φωτογραφική μηχανή ζωσμένη σταυρωτά, ήταν φως φανάρι. Έγνεψα "ναι" και μόλις πρόσθεσα: “Από την Ελλάδα”,  με μια ανάσα μού είπε ενθουσιασμένη: “Ω τί εξωτική χώρα! Δε φαντάζεσαι πόσο θέλω να πάω! Μόλις τελειώσω το σχολείο νομίζω ότι θα ταξιδέψω στην Ελλάδα, ξέρεις, κάνουμε Όμηρο στο σχολείο και μού αρέσει πολύ, ειδικά ο Οδυσσέας, που ταξιδεύει στη θάλασσα με τους marineros του και γυρίζει, γυρίζει αλλά ποτέ δεν φτάνει στην...έχεις αδέλφια;”

Πολύ σύντομα κατάλαβα ότι στις συνεχείς ερωτήσεις της αρκούσε μια σύντομη απάντηση που ούτε καν προλάβαινα να ολοκληρώσω γιατί με διέκοπτε για να ξεκινήσει τα δικά της. Έτσι μέσα σε λίγα λεπτά, έμαθα ότι την έλεγαν Ματίλντα, ότι γεννήθηκε στο Πουέρτο Ρίκο και όταν ήταν έξι χρόνων ήρθε με τους γονείς και τα τέσσερα αδέλφια της στην Νέα Υόρκη. Έμαθα ακόμα τις δουλειές των γονιών της, τα ονόματα και τις ηλικίες των αδελφών της , ότι σε δύο χρόνια θα τελείωνε το σχολείο, ότι ήθελε πολύ να σπουδάσει αλλά ακόμα δεν είχε αποφασίσει τί, ότι ήθελε να ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο, ότι σε λίγο θα συναντούσε τις φίλες της για να πάνε για ψώνια...

Η αφέλεια ενός παιδιού που δε σταματάει να τιτιβίζει και το ταμπεραμέντο μιας  λατίνας που ξέρει να γοητεύει. Εκρηκτικός συνδυασμός. Απολάμβανα την τραγουδιστή προφορά της Ματίλντας, τις χορευτικές κινήσεις των χεριών της, τις υπέροχες εκφράσεις του προσώπου της, το πλατύ της χαμόγελο και τις μικρές παιδιάστικες γκριμάτσες της. Απολάμβανα, μέχρι τη στιγμή που το βαγόνι μας γέμισε ναύτες -λες και επιβιβάστηκε το μισό πολεμικό ναυτικό των Η.Π.Α. Τέσσερις από αυτούς κάθισαν στις κενές θέσεις απέναντί μας.

Η μικρή μου λατίνα αμέσως έχασε κάθε ενδιαφέρον για τον Έλληνα και την εξωτική του χώρα και στράφηκε στους ένστολους. Μέσα στον ενθουσιασμό της ξέχασε και τα αγγλικά της: Que guapos!” έλεγε και ξανάλεγε στη μητρική της γλώσσα σε μένα αλλά και στους ίδιους τους marineros” που αιφνιδιάστηκαν από την πρωινή επίθεση θαυμασμού. Ύστερα η Ματίλντα έβγαλε το κινητό της και τους φωτογράφησε. Είδε την οθόνη, δεν έμεινε ικανοποιημένη και μού ζήτησε να τους βγάλω  με τη μηχανή μου και να της στείλω την εικόνα.

Δεν είχα άλλη επιλογή. Έβγαλα το κάλυμμα του φακού, έκανα βιαστικά τις απαραίτητες ρυθμίσεις και πριν σηκώσω τη μηχανή έκανα νόημα στους ναύτες “τί να κάνουμε, δεν μπορούμε να της χαλάσουμε χατίρι...”. Όμως ούτε και η δική μου εικόνα της άρεσε. Μού ζήτησε να τη σβήσω και αφού σηκώθηκε, τους πλησίασε και τους είπε να καθίσουν πιο κοντά ο ένας στον άλλον, να κοιτάζουν στο φακό και να είναι σοβαροί. Οι ναύτες υπάκουσαν πειθήνια στις σκηνοθετικές της οδηγίες λες και ήταν εντολή πλωτάρχη κι εγώ δεν τόλμησα να βγάλω πριν ακούσω το “οκ” της.


Que guapos!” επανέλαβε βλέποντας τις δυο -τρεις εικόνες που τράβηξα. Κάθισε πάλι δίπλα μου,  έβγαλε από την τσάντα της ένα μαύρο  μολύβι ματιών, πήρε το χάρτη μου και έγραψε πάνω στο γαλάζιο του Ατλαντικού, δεξιά από το Brooklyn με στρογγυλά παιδικά γράμματα την ηλεκτρονική της διεύθυνση. Ύστερα σηκώθηκε,  χαιρέτησε τους ναύτες κι εμένα, αποβιβάστηκε τρέχοντας και χάθηκε μέσα στο πλήθος. Λίγο πριν ξεκινήσει και πάλι το Α train, πρόσεξα ότι ήταν ο σταθμός της Spring St. Ήδη στο μυαλό μου έπαιζε η εισαγωγή εκείνου του παλιού τραγουδιού του Harry Belafonte.