Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2009

Βουτιά στην εικόνα




Η φωτογραφία που βλέπετε αποτελείται από χιλιάδες φωτογραφίες. Κάθε μια από αυτές αποτελείται από χιλιάδες άλλες που κι αυτές με τη σειρά τους αποτελούνται από χιλιάδες άλλες που κι εκείνες δημιουργήθηκαν από χιλιάδες άλλες που κι αυτές….Αν λοιπόν έχετε κάποια συνάντηση, αν έχετε σοβαρές υποθέσεις να διεκπεραιώσετε, αν είσαστε στη δουλειά σας, αν είσαστε με τον/ την αγαπημένο/η σας, αν έχετε το φαγητό στη φωτιά, μην τολμήσετε να κάνετε κλικ εδώ. Θα αρχίσετε τις βουτιές και θα αργήσετε στην συνάντηση, οι υποθέσεις σας θα παραμείνουν εκκρεμότητες, ο/η αγαπημένος/η θα σας εγκαταλείψει, το φαγητό σας θα καεί… Προσοχή! Είναι άκρως εθιστικό.


Το ψάρεψα από τον Giannis Kafatos κι αυτός το ψάρεψε από το National Geographic κι εκείνο από πολλούς φωτογράφους, που με τη σειρά τους κι εκείνοι, ψαρέψανε τις εικόνες από όλον τον κόσμο.
Υ.Γ. Προσπαθήστε να βρείτε την χαρούμενη φώκια σε κόκκινη παραλία!

Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2009

Η βόλτα με τον Ορέστη


Σποράκι του δημοτικού με κοντά παντελόνια. Ξεκίνησε στα σκοτεινά για το σχολείο. Γκρίζος χιονιάς κι ας ήταν ακόμα τέλη Οκτώβρη. Είχε χαρά. Το πρώτο χιόνι της χρονιάς ήταν πανηγύρι. Παίζανε πόλεμο μέχρι να μουσκέψουν ολόκληροι κι ύστερα ζέσταιναν κόκκινα δάχτυλα στη σόμπα της τάξης, με μάτια αλλοπαρμένα από τη μάχη.

Στα μισά του δρόμου άκουσε πίσω του οπλές να χτυπούν το καλντερίμι. Γύρισε τη στιγμή που το άλογο με ένα τρομερό χλιμίντρισμα σήκωνε τα μπροστινά του πόδια και στάθηκε όρθιο. Είδε ψηλά, πολύ ψηλά στον άσπρο ουρανό το κεφάλι του ζώου να αφήνει στο αέρα ζεστό χνώτο κι ύστερα να κατεβαίνει πάλι στη γη.

«Ορέστη, τι κάνεις;» είπε χαϊδεύοντας το κεφάλι του ζωντανού που ήρεμο μετά την έκρηξη τον είχε πλησιάσει. «Πότε θα με πας τη βόλτα που μου χεις τάξει;» συνέχισε πιο δυνατά, ρίχνοντας κλεφτές ματιές στον καβαλάρη με τα στρατιωτικά που γέλασε με τις γαλιφιές και απλώνοντας χέρι στο μικρό είπε: «Έλα! Σήμερα θα σε πάει βόλτα ο Ορέστης».

Τον άρπαξε και τον σήκωσε το αέρα. Πριν τον καθίσει μπροστά, ο μικρός είδε ότι στα μουστάκια του θείου Τάσου είχαν σταθεί νιφάδες. Κρατήθηκε από τη χαίτη καθώς το άλογο άρχισε να καλπάζει. Ο αέρας φαινόταν πιο παγωμένος τώρα και το χιόνι, μικρές βελόνες του έκαιγε τα μάγουλα. Κράτησε τη ανάσα του μέχρι που φτάσανε πίσω, στο σπίτι.

Ο πατέρας του στη αυλή φτυάριζε το χιόνι. Σταμάτησε και τους κοίταξε ανήσυχος. Ξεπέζεψαν. «Μας χτύπησαν Γιάννη οι άτιμοι…». Το φτυάρι έφυγε από τα χέρια και βούλιαξε στο χιόνι. Τα χέρια άνοιξαν διάπλατα κι έκλεισαν απότομα σε μια αγκαλιά που έκρυψε το βούρκωμα. Ύστερα χώρισαν, έκαναν από ένα βήμα πίσω. Το κάθε βλέμμα έμεινε προσηλωμένο στο πρόσωπο του άλλου παρατείνοντας τον αποχωρισμό.

Πήρε τα χάμουρα από τα χέρια του μικρού και με ένα σάλτο καβάλησε. Σπιρούνισε τα πλευρά του ζώου κι εκείνο χύθηκε μπροστά, καλπάζοντας κάτασπρο και περήφανο. Άλογο κι αναβάτης χάθηκαν στο χιονιά. «Πότε θα με ξαναπάει βόλτα ο θείος με τον Ορέστη;» ρώτησε ο μικρός τον πατέρα του καθώς μπαίνανε στο σπίτι. «Άμα τελειώσει ο πόλεμος.» του αποκρίθηκε εκείνος σκουπίζοντας τα μάτια. «Πότε θα τελειώσει ο πόλεμος;» επέμενε ο μικρός. «Όταν νικήσουμε» είπε ο πατέρας κι έβαλε την αμπάρα της πόρτας.





Κάθε χρόνο, σα σήμερα την ώρα του φαγητού έλεγε αυτή την ιστορία. Του άρεσε να διηγείται με κάθε λεπτομέρεια τί συνέβη το πρωί της μέρας που κηρύχτηκε ο πόλεμος του `40. Τη μέρα που έκανε την πρώτη και τελευταία βόλτα του καβάλα στον Ορέστη-ούτε το άλογο ούτε ο καβαλάρης γύρισαν από το μέτωπο.

Τώρα που ο πατέρας μου δεν είναι πια εδώ, έπρεπε με τη σειρά μου να τη διηγηθώ.



Μουσική: Gnossienne Nº 3 σύνθεση του Erik Satie -